ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

τ. Λυκειάρχη

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Φορτωμένος και με άλλες εκδηλώσεις ήταν ο Πυανεψιώνας. Και ενώ δεν είχε σβήσει ακόμη ο απόηχος της Ειρεσιώνης, σειρά έπαιρναν τα Οσχοφόρια, γιορτή προς τιμήν του θεού της χαράς και της αισιοδοξίας, το θεού του κρασιού κι ας τον αποκαλούσε στην κωμωδία του «Βάτραχοι» ο Αριστοφάνης «τιποτένιο και φανφαρόνο». Δυστυχώς ο μεγάλος κωμικός του αρχαίου θεάτρου και όλων των εποχών Αριστοφάνης επιβεβαίωσε την ανεξίτηλη ρήση «Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος». Και τούτο, γιατί αν ο ελληνικός λαός δεν έπλαθε με τον δημιουργικό του νου τον Διμήτορα θεό Διόνυσο, που μολονότι δεν αξιώθηκε να ανεβεί στην κλειστή θεϊκή ομάδα του Ολύμπου, όμως όχι μόνο εμφυτεύτηκε βαθιά στη ψυχή του λαού και υπήρξε ο εμπνευστής και δημιουργός του ανυπέρβλητου θείου κλασικού λόγου, ο Αριστοφάνης δε θα ήταν ούτε στα αζήτητα. Έτσι είναι η ζωή. Το φορτίο της ευεργεσίας είναι πολύ βαρύ και όχι μόνο δεν μπορούν να το σηκώσουν οι ευεργετηθέντες, αλλά στρέφονται και μερικές φορές εναντίον των ευεργετών τους.

Στη γιορτή προς τιμήν του Διονύσου, στα Οσχοφόρια, έπαιρνε μέρος ομάδα από νέους, που την οδηγούσαν δυο αγόρια αμφιθαλή κρατώντας κλαδιά από αμπέλι φορτωμένα με τσαμπιά διαλεγμένα. Ακολουθούσε η θυσία στον βωμό του θεού, που τη συνόδευε η κραυγή ελελεύ, ιού, ιού. Μετά τη θυσία γίνονταν χοροί και αγώνες δρόμου.

Η ονομασία της διονυσιακής αυτής γιορτής Οσχοφόρια είναι παράγωγη της σύνθεσης των λέξεων όσχος και φέρω. Ο όσχος ήταν νέο κλαδί αμπέλου με τσαμπιά σταφυλιού.

Ο Αριστοφάνης στην κωμωδία του «Αχαρνείς» (997) αναφερόμενος στον όσχο γράφει: «Αθήνησιν αγώνα επιτελείσθαι των εφήβων δρόμου. Τρέχειν δε αυτούς έχοντες αμπέλου κλάδον κατάκαρπον, τον καλούμενον όσχον» [= Στην Αθήνα διεξαγόταν αγώνας δρόμου εφήβων, που κρατούσαν κλαδί αμπέλου, γεμάτο καρπούς (τσαμπιά), που το ονόμαζαν όσχο].

Οι έφηβοι φορούσαν γυναικεία ρούχα και κατέληγαν στον ναό του Διονύσου, που ονομαζόταν οσχοφόριον, ιερό της Σκιράδας Αθηνάς και βρισκόταν στο Φάληρο Αττικής (Φιλόχορος, 44, Πλουτάρχου, Θησεύς 22, Αθήναιος 495 F, Αλκίφρων 1,4, Ησύχιος, Α.Β., 318).

Στα μέσα του ίδιου μήνα γιόρταζαν οι Αθηναίοι τα Θεσμοφόρια, τη γιορτή της Δήμητρας – Θεσμοφόρου, που φρόντιζε για τα σπαρτά της γης και για τη γονιμότητα των γυναικών.

Στα πλαίσια αυτής της γιορτής είχαν τη Νηστεία. Οι γυναίκες δεν έτρωγαν τίποτε. Αυτή η ενέργεια μας θυμίζει το έθιμο των Ποντίων γυναικών που στη γιορτή των Αγίων Θεοδώρων όχι μόνο δεν έτρωγαν τίποτε, αλλά ούτε και έπιναν νερό για τρεις ημέρες. Κι ύστερα πηγαίνανε και κοινωνούσαν. Αυτό το έθιμο το έλεγαν Θοδώρισμαν.

Η γιορτή των Θεσμοφορίων κρατούσε τρεις ημέρες. Την τρίτη ημέρα, που την ονόμαζαν Καλλιγένεια (= Καλή γέννα) πρόσφεραν στη Δήμητρα διάφορα φρούτα, χυμούς, τυρί, έλεγαν πιπεράτα αστεία, έφτιαχναν αγάλματα από ζυμάρι, τα οποία παρίσταναν το γυναικείο όργανο, έτρωγαν σπόρους ροδιού και μαστιγώνονταν με χλωρά κλαδιά. Οι τελευταίες ενέργειες είχαν ως στόχο την επίτευξη γονιμότητας.

(συνεχίζεται…)