ΑΡΘΡΟ
Του Γ.Κ. Χατζόπουλου
τ. Λυκειάρχη

(συνέχεια από το προηγούμενο)
Ένας τόσο αγαπητός στα λαϊκά στρώματα θεός ήταν επιβεβλημένο να του γίνει ανέγερση ευπρεπούς ευκτηρίου οίκου, στον σηκό του οποίου έπρεπε να προβάλλει σεβάσμιος ο ανδριάντας του θεού, όπου θα του προσφερόταν η αρμόζουσα ευλάβεια συγκείμενη από τις δέουσες ευχές και τις ενδεδειγμένες λατρευτικές κινήσεις. Η περιοχή μας δεν είναι άγευστη από τέτοιες εικόνες. Μαρτυρίες για ύπαρξη οίκων λατρείας του Διμήτορα θεού παρέχουν οι τυχαία διασωθείσες επιγραφές από την περιοχή μας όπως αυτή του τέλους του 4ου π.Χ. αιώνα ή των αρχών του 3ου π.Χ. αιώνα, κατά τη χρονολόγηση της Χ. Κουκούλη – Χρυσανθάκη, τ. Προϊσταμένης Εφορείας ΙΗ’ κλασικών και προϊστορικών αρχαιοτήτων. Διασώθηκε σε βάθρο λίθινο σε δεύτερη χρήση, που βρέθηκε στο ιστορικό κέντρο της πόλης μας, και συγκεκριμένα στην όχθη του ξηροχειμάρρου, που τη διασχίζει (επικεκαλυμμένος σήμερα). Βρίσκεται στο αρχαιολογικό μας μουσείο.
Στο βάθρο ήταν τοποθετημένο το άγαλμα του θεού Διονύσου, το οποίο ήταν ανάθημα του ιερέα του θεού, όπως προκύπτει από τη μεγαλογράμματη επιγραφή (… ΔΡΟΚΛΕΟΥΣ ΙΕΡΗΤΕΥΣΑΣ ΔΙΟΝΥΣΩΙ). (Λείπουν τα πρώτα γράμματα του ονόματος του αφιερωτού), χαραγμένη σε μια του πλευρά.
Το ότι πρέπει να αναζητηθεί ιερό του Διονύσου στο ιστορικό κέντρο της Δράμας διαφαίνεται από την ανέγερση του ιερού ναού της Αγίας Σοφίας στον ίδιο χώρο. Ήταν σύνηθες φαινόμενο να ανεγείρει ο χριστιανισμός ναούς πλησίον παγανιστικών ιερών προς καταπολέμηση της ειδωλολατρίας.
Ανέγερση χριστιανικού ναού (παλαιοχριστιανικού) συντελέσθηκε κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα, που αποκαλύφθηκε τυχαία από αναγκαστική ανασκαφή. Η ύπαρξη λοιπόν χριστιανικού ναού στην ίδια περιοχή με το αναζητούμενο ιερό του Διονύσου εύλογα ενισχύει την ανέγερση του τελευταίου.
Δυστυχώς η αναζήτηση για εντοπισμό διονυσιακού ιερού στο ιστορικό κέντρο, παρά την επιγραφική μαρτυρία ύπαρξής του είναι πολύ δυσχερής σήμερα λόγω της πυκνής δόμησης του χώρου και της ανέφικτης κατεδάφισης των υπαρχουσών οικοδομών. Νοερώς θα αρκούμεθα σ’ έναν τέτοιο ευσεβή πόθο. Και το μεν βάθρο διεσώθη, τι απέγινε όμως το φιλοξενούμενο άγαλμα; Χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό ή μετανάστευσε στην Εσπερία παρά τη θέλησή του; Πού είσαι Μακρυγιάννη!
Θα κλείσω με τη γένεση του θείου τραγικού λόγου, που οφείλεται στη λατρεία του Διονύσου, όταν αυτή σχηματοποιήθηκε αρκετά και άρχισε να παριστάνεται ερασιτεχνικά γύρω από τον βωμό του. Αυτή η εικόνα υπήρξε το ολόγερο σπέρμα, που εμφυτευμένο στο οξυδερκές πνεύμα του Θέσπη, κάρπισε δυναμικά και καλλιεργούμενο από νέα φωτεινά μυαλά μάς έδωσε μια από τις κορυφαίες προσφορές της ελληνικής διανόησης, που, μολονότι πέρασαν εκατοντάδες χρόνια από τότε, όχι μόνο δεν ξεθώριασε από τον παντοκαταλύτη χρόνο, αλλά εξακολουθεί να εμπνέει και να αναζωογονεί τον υψηλό λόγο, που δεν είναι άλλος από τη θεατρική δημιουργία.
Κλείνοντας, χωρίς τη διάθεση έκφρασης υπερβολικής, θα ήθελα να τολμήσω τη διατύπωση άποψης ότι οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον θεό, που έπλασε και άνδρωσε ο λαϊκός νους, που με τη σειρά του μας έδωσε το κορυφαίο είδος του λόγου, το δράμα.

