ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

τ. Λυκειάρχη

Οι πρόσφυγες της Ανατολής μαζί με τα συντρίμμια της ψυχής τους έφεραν στη μητέρα Ελλάδα και τον ελληνικώτατο λαϊκό πολιτισμό τους.

Στο σημερινό άρθρο μου θα αναφερθώ σ’ ένα έθιμο που τελούσαν στον Πόντο το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και συνέχιζαν να το τελούν για αρκετές δεκαετίες στη μητέρα Ελλάδα.

Πρόκειται για το έθιμο των Χουσπαντιών, που εντάσσεται στον κύκλο των αρχέγονων λαϊκών δρωμένων και παρατίθεται ως εξής:

Την παραμονή των Χριστουγέννων, ύστερα από επικοινωνία ολίγων ημερών πριν, αποφασιζόταν η τέλεση του δρωμένου. Γι’ αυτό όμιλος ανδρών, που συνδέονταν φιλικά, συγκεντρωνόταν στο σπίτι ενός των μελών του ομίλου. Τα πρωταγωνιστικά μέλη του θιάσου ήταν τέσσερα. Ο πρώτος μεταμφιεζόταν σε γενειοφόρο γέροντα, που ονομαζόταν Μπέης ή Αγάς, ο δεύτερος σε νέο με μαύρα γένεια, που υποδυόταν το ρόλο του γαμβρού, ο τρίτος σε νέο, που θα υποδυόταν το ρόλο του δικαστή-κριτή και ο τέταρτος σε ωραιοτάτη νέα, που θα την ονόμαζαν Φατήκ. Οι τρεις μεταμφιεσμένοι άνδρες, εκτός από αυτόν, που υποδυόταν το ρόλο της εικονικής νύφης, της Φατήκ, καθώς και τα λοιπά μέλη του ομίλου, βουβά ή βοηθητικά πρόσωπα, φορούσαν δέρματα προβάτου ή άλλων ζώων.

Την αγριότητα της μορφής τους συμπλήρωνε και ο εξοπλισμός τους με ξύλινα μαχαίρια, ραβδιά και εικονικά όπλα.

Με το σούρουπο ο όμιλος των Χουσπαντών άρχιζε την επίσκεψη στα σπίτια. Προηγούνταν οι επισκέψεις στα πολύ φιλικά, και ύστερα, ανάλογα βέβαια με τη διάθεση και την κόπωση των μελών του θιάσου, σε άλλα.

Κατά την επίσκεψη στο σπίτι έμπαιναν πρώτοι ο Αγάς με τη Φατήκ και αρχίζανε το χορό με τη συνοδεία της λύρας. Αφού χορεύανε για λίγα λεπτά, η Φατήκ διέκοπτε το χορό κι έτρεχε δήθεν να κρυφτεί σε μια γωνία του δωματίου. Σε λίγο έμπαινε στο δωμάτιο ο Ντελή Κανλής, δηλαδή ο νέος, και κρατώντας ένα ξύλινο ραβδί προσποιούνταν ότι αναζητεί τη νύφη, τη Φατήκ.

Ύστερα απευθυνόταν στον οικοδεσπότη με την ακόλουθη φράση: «Καλησπέρα, νοικοκύρη. Νοικοκύρη ο εχθρός σου να τυφλωθεί. Έχασα μιαν όμορφη νέα. Αυτήν ψάχνω. Βοήθησέ με να τη βρω». Κι ο νοικοκύρης του απαντούσε: «Ψάξε και βρες την!».

Αφού την αναζητούσε για λίγα λεπτά της ώρας χτυπώντας με το ραβδί του τους τοίχους και τα έπιπλα του δωματίου, τελικά εντελώς τυχαία δήθεν, χτυπούσε με το ραβδί του την κρυμμένη σε μια γωνία του δωματίου νύφη.

Αμέσως άρχιζε να οσφραίνεται, ενώ ταυτόχρονα ξεστόμιζε τη φράση: «Εδώ κάτι μυρίζει!». Γεμάτος από χαρά, που την ανακάλυψε, άρχιζε έναν ξέφρενο χορό μαζί της κάτω από τους ήχους της λύρας. Η ενέργεια αυτή κινούσε, δικαιολογημένα, τη ζήλεια του παραγκωνισμένου πια γέρου Αγά, που αθέατος παρακολουθούσε από άλλη γωνιά του δωματίου, γεμάτος οργή, όσα συνέβαιναν.

Και όταν η ζήλεια του φούντωνε, γεμάτος οργή και εκδίκηση ορμούσε πάνω στο τρισευτυχισμένο ζευγάρι για ν’ αποσπάσει τη Φατήκ από τα χέρια του νέου, που τότε δικαιολογημένα αντιδρούσε. Ακολουθούσε δυναμική εικονική πάλλη για την καρδιά της πανέμορφης Φατήκ, μέχρις ότου έμπαινε στο δωμάτιο ο δικαστικής – κριτής και κρατώντας ξύλινο μαχαίρι προσπαθούσε να τους χωρίσει.

Ο γενειοφόρος Μπέης ή Αγάς συμβολίζει τη γερασμένη φύση και αγωνίζεται μάταια να επιτύχει την αναζωογόνησή του με την κατάκτηση της νέας, της Φατήκ, που συμβολίζει τη γεμάτη δροσιά και ζωή γη, την τροφό όλων των έμβιων όντων.

Την αναζωογόνηση συμβολίζει και ο νέος εκείνος, που αγωνίζεται για την ανεύρεση της Φατήκ, ώστε ενωμένος μαζί της να προχωρήσει στην ανανέωση της ζωής.

Αφού με την επέμβαση του δικαστή κριτή τέλειωνε η πάλη, ο νεώτερος, ο Ντελή Κανλής (= το τρελό αίμα, το νεανικό και σφριγηλό αίμα, το ρωμαλέο σπέρμα), απηύθυνε στον οικοδεσπότη, που τον παρακολουθούσε με δέος, όσα συνέβαιναν στην αυτοσχέδια θεατρική σκηνή, το ακόλουθο ερώτημα: «Αφέντη, αυτή η όμορφη νέα σ’ εμένα ταιριάζει ή σ’ αυτόν εδώ τον σκυλόγερο;».

Και ο αυτοσχέδιος και ο ευκαιριακός κριτής-δικαστής δεν δυσκολευόταν να εκδώσει τη δίκαιη κρίση του: «Όχι, νέε μου, σε σένα ταιριάζει!». Και η κρίση, η τόση δίκαιη, προκαλούσε την έκρηξη χαράς του νέου, ενώ η θλίψη σφιχταγκάλιαζε την ψυχή του Αγά. Θριαμβική νίκη του νέου σπέρματος και εξασφάλιση της επιβίωσης του ανθρώπου του λαού, που αποζούσε από τα αγαθά της παντοτρόφας Μάνας γης.

Ο θίασος συνέχιζε τη δράση του με την επίσκεψη σε άλλο φιλικό, κυρίως σπίτι.