ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΔΡΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2026

Το ημερολόγιο της Ιεράς Μητρόπολης Δράμας για το έτος 2026 είναι αφιερωμένο στον Ἐθνοϊερομάρτυρα Ἅγιο Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο τον ἀπό Δράμας, ο οποίος «εἶναι Ἅγιος σημαντικῶν ρευμάτων τοῦ Γένους, τά ὁποῖα ἑνώνει στόν ἑαυτό του σάν ἅγια γέφυρα σταθερή καί ἄρρηκτη». Όπως αναφέρει στον πρόλογό του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεος, «γεννήθηκε μέ σφραγίδα ἐξαιρετικῆς δωρεᾶς πού τήν ἀξιοποίησε. Ἀγωνίστηκε ὡς Ἕλληνας, ἔδρασε ὡς ἥρωας, ἔζησε ὡς τέλειος ἱερωμένος, μαρτύρησε ὡς νέος ἱερομάρτυρας».

Πρόλογος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ. Δωρόθεου

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεος, στον πρόλογό του, αναλυτικά σημειώνει τα εξής:

«Οἶδά σου τά ἔργα καί τήν θλῖψιν, ἀλλά μηδέν φοβοῦ· γίνου πιστός ἄχρι θανάτου, καί δώσω σοι τόν στέφανον τῆς ζωῆς».

Αὐτά τά λόγια τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη ἀπό τήν Ἀποκάλυψη (Β’ 9-10) ταιριάζουν στήν προσωπικότητα καί τή βιοτή, στόν θάνατο καί τόν δοξασμό τοῦ ἱερομάρτυρα Χρυσοστόμου, ἐπισκόπου Δράμας καί ἔπειτα Σμύρνης, ὅπου μαρτύρησε.

Σ᾿ αὐτόν τόν ἅγιο Ἱερομάρτυρα ἀφιερώνουμε φέτος τό ἡμερολόγιο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ἀπό χρέος ἀνεξόφλητο ἀπέναντί του.

Ὅλη ἡ ζωή τοῦ Χρυσοστόμου ἦταν συνεχής ἄσκηση μάρτυρα-ἀθλητῆ καί τελικά μαρτυρικοῦ πρωταθλητῆ. Ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος γεννήθηκε μέ σφραγίδα ἐξαιρετικῆς δωρεᾶς πού τήν ἀξιοποίησε. Ἀγωνίστηκε ὡς Ἕλληνας, ἔδρασε ὡς ἥρωας, ἔζησε ὡς τέλειος ἱερωμένος, μαρτύρησε ὡς νέος ἱερομάρτυρας.

Τό ἔργο του στή Δράμα, ὡς ἡγέτη οὐσιαστικά τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα τῆς περιοχῆς, ἦταν ἐθνικό-πατριωτικό, ἐκκλησιαστικό, μορφωτικό, παιδαγωγικό. Χτίζοντας ἐκκλησίες καί σχολεῖα, ἱδρύοντας πολιτιστικούς, φιλανθρωπικούς Συλλόγους καί ὀρφανοτροφεῖα, κρατοῦσε ἀγωνιστικό τόν Ἑλληνισμό.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τιμώντας τήν διά βίου καθαγιασμένη προσφορά καί θυσία του γιά τήν Πατρίδα, τήν Ὀρθοδοξία καί τό Γένος, μετά ἀπό ἐμπεριστατωμένη εἰσήγηση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ζιχνῶν καί Νευροκοπίου κυροῦ Νικοδήμου (1915-2005), ὅπου ἀναφέρονται λεπτομερῶς τά τεκμήρια ἁγιότητος τοῦ Χρυσοστόμου, στήν τακτική συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 4ης Νοεμβρίου 1992, τόν ἀνακήρυξε (ἀναγνώρισε) Ἱερομάρτυρα – Ἅγιο. Καί μέ τήν ὑπ᾿ ἀριθ. 2556 Ἐγκύκλιό της καθόρισε νά τιμᾶται ἡ ἁγία μνήμη του τήν Κυριακή πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μαζί μέ τή μνήμη τῶν ἐπίσης ἁγιοκαταγέντων Ἐπισκόπων Γρηγορίου Κυδωνιῶν, Ἀμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ἰκονίου, Εὐθυμίου Ζήλων, καί ὅλων τῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν πού μαρτύρησαν στή Μικρά Ἀσία κατά τίς ἡμέρες τῆς καταστροφῆς τοῦ 1922.

Ἡ εὐλογία τοῦ Χρυσοστόμου σκεπάζει γιά ἐπάλληλες γενιές τούς Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπως καί τούς Ἕλληνες τοῦ Πόντου καί τῆς Θράκης πού «πεινῶντες καί γυμνητεύοντες» βρῆκαν στοργικό ἄσυλο στήν ἀγκαλιά τῆς Μητέρας Πατρίδος στήν περιοχή τῆς Δράμας. Σκεπάζει καί τούς γηγενεῖς Ἕλληνες Μακεδόνες τῆς Δράμας, γιά τούς ὁποίους προηγουμένως εἶχε ἀγωνιστεῖ στόν Μακεδονικό Ἀγώνα.

Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ ἐθνοϊερομάρτυρας ἅγιος Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ὁ ἀπό Δράμας εἶναι Ἅγιος σημαντικῶν ρευμάτων τοῦ Γένους, τά ὁποῖα ἑνώνει στόν ἑαυτό του σάν ἅγια γέφυρα σταθερή καί ἄρρηκτη.

Μέ τή Συνοδική ἀναγνώριση τοῦ 1992, ἡ Δράμα, ἡ μόνη τότε ἐλευθέρα καί ζῶσα Μητρόπολη τοῦ Ἱερομάρτυρα – Ἁγίου Μητροπολίτου Χρυσοστόμου, μαζί μέ τήν πολιοῦχο της Ἁγία Βαρβάρα ἀπέκτησε καί τόν συμπολιοῦχο της Ἅγιο Χρυσόστομο. Πρίν κλείσει ὁ 20ός αἰώνας, προστέθηκε ὁ τοπικός ὅσιος Γεώργιος (Καρσλίδης), ὥστε τριάδα Ἁγίων νά περιφρουρεῖ τόν τόπο μας καί τούς κατοίκους του.

Ὁ Ἐθνοϊερομάρτυρας Ἅγιος Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ὁ ἀπό Δράμας

Εἰσαγωγή

Ὁ Χρυσόστομος γεννήθηκε στήν Τρίγλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας στίς 12.10.1867, δευτερότοκος μεταξύ τεσσάρων ἀγοριῶν καί τεσσάρων θυγατέρων. Ἀπό τά ἀγόρια ἐπέζησαν μόνον ὁ Εὐγένιος καί ὁ Χρυσόστομος.

Ἀπό τά μαθητικά χρόνια στήν ἑπτατάξια Σχολή τῆς Τρίγλιας, ἐκδηλώνονται οἱ διανοητικές, ψυχικές καί πνευματικές ἀρετές τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀγχίνους καί τολμηρός, ἐνθουσιώδης καί φιλόπρωτος, φιλότιμος καί ἀπόλυτος, ἐπίμονος, ὀξύς, φιλάλληλος καί φιλογενής.

Οἱ ἀρετές τῶν παιδικῶν χρόνων ὡρίμασαν μέ τίς σπουδές καί τήν πείρα τῆς ζωῆς.

Τά ἐφηβικά του χρόνια συμπίπτουν μέ τόν ἡρωϊκό ἀγώνα τῆς Κρήτης γιά λευτεριά ἀπό τά Τουρκικά δεσμά. «Θέλω νά σπουδάσω, νά γίνω Δεσπότης, νά πάω στήν Κρήτη», ἔλεγε στόν πατέρα του, ἀνήσυχος ἔφηβος, μέ παλλόμενη φωνή, ἐκδηλώνοντας τό ἰδανικό πού ἀπό τήν πρώτη νιότη φλόγιζε τήν ψυχή του.

Τό 1884 ὁ Χρυσόστομος εἰσέρχεται ἐσωτερικός στή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης. Τό 1887 ἐπισκεπτόμενος τή Σχολή ὁ Συνοδικός Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνσταντίνος, ζητᾶ ἀπό τόν Διευθυντή τῆς Σχολῆς νά τοῦ ὑποδείξει ἕνα μαθητή – πρότυπο ἤθους καί ἐπιδόσεως, γιά νά τόν ἀναλάβει ὑπό τήν κηδεμονία του. Ὁ Διευθυντής Γερμανός Γρηγορᾶς πλέκει τό ἐγκώμιο τοῦ Χρυσοστόμου, καί ὁ Μητροπολίτης ἀναλαμβάνει τά τροφεῖα καί τήν ἐποπτεία του.

Ὁ Χρυσόστομος ἀποφοίτησε (1891) μέ ἄριστα ἀπό τή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης. Στόν ναό τῆς Σχολῆς ὁ Μητροπολίτης Κωνσταντίνος τόν χειροτονεῖ διάκονο καί τόν προσλαμβάνει ἀρχικά στή Μητρόπολη Μυτιλήνης καί ἀργότερα στή Μητρόπολη Ἐφέσου, ὅπου μετατίθεται.

Ὁ νεαρός καί εὔγλωττος κληρικός ἦταν ζῶσα δύναμη στόν ἄμβωνα. Ἐντυπωσιακός στή μορφή καί καλλίφωνος, εὔγλωττος κήρυκας τοῦ θείου λόγου, μέ ἱερή φλόγα ἐμπνευσμένος, κέρδισε τήν κοινή ἐκτίμηση καί συμπάθεια ἀπό τίς πρῶτες μέρες τῆς διακονίας του.

Ὅταν τό 1897 ὁ πνευματικός του πατέρας Μητροπολίτης Ἐφέσου Κωνσταντίνος ἐκλέγεται Πατριάρχης, χειροτονεῖ τόν τριαντάχρονο Χρυσόστομο πρεσβύτερο, καί τόν προσλαμβάνει Μέγα Πρωτοσύγκελλο τῶν Πατριαρχείων, ὅπου ὁ Χρυσόστομος παρουσιάζει ἔργο θαυμαστό.

Μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ Κωνσταντίνου ἀπό τήν πατριαρχία (1901), ἐπανεκλέγεται (γιά δεύτερη θητεία) ὁ ἐμβληματικός Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄, ὁ ὁποῖος ἐκτιμώντας τίς ἱκανότητες καί τό ἔργο τοῦ Χρυσοστόμου τόν διατηρεῖ δίπλα του, παρ’ ὅτι ὁ Χρυσόστομος εἶχε ἀντιταχθεῖ στήν ἐπανεκλογή του.

Τή Μεγ. Παρασκευή τοῦ 1902, μετά ἀπό ἕναν συγκλονιστικό λόγο τοῦ Χρυσοστόμου μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο, ὁ Πατριάρχης τόν ἐπαινεῖ δημόσια καί τόν συμβουλεύει πατρικά νά προσέχει τόν ἑαυτό του, γιατί, λόγῳ τῶν ἀρετῶν καί τῶν προσόντων του, κάποια μέρα θά ἀναλάβει ἐξέχουσα θέση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας. Καί πράγματι, μετά ἀπό λίγες μέρες ὁ Χρυσόστομος ἐκλέγεται, παμψηφεί, Μητροπολίτης Δράμας.

Χειροτονία σέ Μητροπολίτη Δράμας

Στίς 23 Μαΐου 1902 (Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως), ὁ ἐκλεγμένος Χρυσόστομος χειροτονεῖται ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἰωακείμ Μητροπολίτης Δράμας, μιᾶς εὐρύτερης τότε δικαιοδοσίας, πού τήν ἐποχή ἐκείνη βρισκόταν στό στόχαστρο ξένων ἐθνικιστῶν, καί ἦταν μιά ἀπό τίς ταραχώδεις περιοχές τῆς Μακεδονίας.

Ἀποκρινόμενος στίς πατρικές παραινέσεις τοῦ Πατριάρχου, ὁ νεοχειροτονημένος Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος ἀντιφώνησε προφητικά:

«Ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ θά ὑπηρετήσω τήν Ἐκκλησίαν καί τό Γένος, καί ἡ μίτρα, τήν ὁποίαν αἱ ἅγιαι χεῖρές σου ἐναπέθεσαν ἐπί τῆς κεφαλῆς μου, ἐάν πέπρωται νά ἀπωλέσῃ τήν λαμπηδόνα τῶν λίθων της, θά μεταβληθῇ εἰς ἀκάνθινον στέφανον μάρτυρος Ἱεράρχου».

Ἐνθρόνιση στή Δράμα

Χαρμόσυνη καί ἱστορική μέρα γιά τή Δράμα ἡ 22α Ἰουλίου 1902. Ὁλόκληρος ὁ πληθυσμός τῆς πόλης καί τῶν περιχώρων ὑποδέχεται πανηγυρικά τόν νέο Μητροπολίτη Χρυσόστομο. Γιά τούς ὑπόδουλους τότε Ἕλληνες ἡ ὑποδοχή Μητροπολίτου εἶναι ταυτόχρονα θρησκευτική καί ἐθνική γιορτή.

Ὁ νέος Μητροπολίτης, προσφωνώντας ἀπό τήν Ὡραία Πύλη τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τό ποίμνιό του, φανερώνεται ὡς ἰδεώδης Ἱεράρχης, ὅπως τόν φανταζόταν ἡ λαχτάρα τῶν πιστῶν, ἡ ψυχή τῶν ὑποδούλων. Σπάνια κήρυγμα δόνησε βαθύτερα τό ἐκκλησίασμα, καί σπάνια Ἱεράρχης, ἀπό τήν πρώτη ἐπαφή μέ τό ποίμνιό του, ἀπέσπασε περισσότερο σεβασμό καί ἀγάπη.

Τελειώνοντας τόν ἱστορικό ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁ Ἱεράρχης εἶπε τά ἑξῆς σημαντικά:

«Ἡ Ἐκκλησία, ὡς τήν ἐστερέωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δέν εἶναι ψυχρά δύναμις ἐπιτάσσουσα, οὔτε ὀργάνωσις ὑπολογίζουσα, ἀπειλοῦσα ἤ ἐκδικουμένη μέ τό φόβητρον τῆς ἀνταποδόσεως. Εἶναι μήτηρ ἀγαπῶσα καί συγχωροῦσα καί ἐμπνέουσα τό γλυκύτερον τῶν ἐπί γῆς αἰσθημάτων. Καί οἱ διοικοῦντες αὐτήν ποιμένες ἀποστολήν ἔχουν νά προσεγγίσουν τά διψῶντα χείλη τῶν χριστιανῶν πρός τούς πλήρεις θείου γάλακτος μαστούς, διά τήν ἀκεραίαν, τήν ἀσάλευτον, τήν ὑπερτέραν ὑγείαν τῆς ζωῆς.

»Τήν ἀποστολήν μου αὐτήν, ἐν μέσῳ ὑμῶν, θά ἐπιτελέσω κατά τούς νόμους τῆς θείας ἁρμονίας, ἐάν λειτουργῶν ἐμπνεύσω τήν κατάνυξιν τῆς καρδίας καί οὐχί ἁπλῶς τήν προσευχήν τῶν χειλέων· ἐάν ἐμφυσήσω τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα καί οὐχί τήν ἀνίαν καί τό δέος· ἐάν ἀνασύρω τούς μαργαρίτας, τούς ὁποίους ἐγκλείει εἰς τό βάθος πᾶσα ἑλληνική καρδία· ἐάν ἀνοίξω τούς κρουνούς τῆς ἀγάπης· ἐάν δώσω παλμόν θάρρους, ὑπερηφανείας καί θυσίας εἰς ὅλας τάς ψυχάς· ἐάν συντονίσω τά αἰσθήματα καί ὠθήσω εἰς τά ἔργα τοῦ φωτός.

»Θά ἀνεγείρω οὕτω, μεθ᾿ ὑμῶν, θημωνιάς καρπῶν -προϊόν τῆς ἐργασίας, καί ἱδρύματα εὐποιΐας -ἀπαύγασμα τῆς ἀγάπης τοῦ πλησίον, καί στερεάς στήλας τῶν εὐγενῶν αἰσθημάτων τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, καί ἀκατάλυτα τείχη τῶν ἱερῶν ἐθνικῶν δικαίων καί προνομίων. Πάσχα Κυρίου εὐαγγελίζομαι ὑμῖν, τέκνα ἀγαπητά, μέ τήν ποιμαντορικήν ράβδον, δάδα Ὀρθοδοξίας».

Συγκλονισμένο τό ἐκκλησίασμα μέσα στά δεινά του, θεωρώντας τόν Δεσπότη του ἀπεσταλμένο τῆς Θείας Πρόνοιας, μέ ἀκράτητο ἐνθουσιασμό σπεύδει νά ἀσπασθεῖ τό χέρι καί νά πάρει τήν εὐλογία τοῦ ἐμπνευσμένου Ἱεράρχη.

Θεμιστοκλῆς Χατζησταύρου

Ἀκάματος βοηθός τοῦ Χρυσοστόμου στή Δράμα ἦταν ὁ διάκονος τῆς Μητροπόλεως Θεμιστοκλῆς Χατζησταύρου, πνευματικό ἀνάστημα τοῦ Χρυσοστόμου.

Φλογοφόρος ἡγέτης ὁ Χρυσόστομος, ἀτρόμητος βοηθός ὁ διάκονος Θεμιστοκλῆς. Γυρίζοντας ἀπό χωριό σέ χωριό, σκορποῦσε τή φωτιά τοῦ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ στούς ἁπλούς ἀγρότες. Μετέφερε ὁδηγίες, ὅπλα, συντόνιζε ἐνέργειες. Ἁπλός στόν χαρακτήρα, χωρίς νά χάνει τήν προσωπικότητά του, προσήγγιζε τούς χωρικούς, μυοῦσε καί ὅρκιζε τούς ἀγωνιστές στά μυστικά τοῦ Ἀγώνα.

Ὁ τότε διάκονος Θεμιστοκλῆς, ἀφοῦ πρό τῆς Καταστροφῆς διετέλεσε Μητροπολίτης Ἐφέσου, ὕστερα Μητροπολίτης Φιλίππων (Καβάλας), καί τέλος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀνακαλώντας στή μνήμη του τήν ἡρωϊκή ἐκείνη ἐποχή, πολύ ἀργότερα, στά 1967, περιέγραφε στή λογοτέχνιδα Μαρία Σ. Ἀτακτίδου τά παρακάτω, δημοσιευμένα στό Μακεδονικό Ἡμερολόγιο τοῦ 1969:

«Ἡ ὀργάνωση, πού μυοῦσε τούς Ἕλληνες, ἦταν ἐντελῶς μυστική. Τόν Μητροπολίτη Χρυσόστομο προσπαθούσαμε νά τόν κρατοῦμε μακρυά ἀπό τόν κίνδυνο, καί ἀποφεύγαμε νά τόν ἀνακατέψουμε στήν ὀργάνωση “φαινομενικά”. Θέλαμε νά τόν προφυλάξουμε ἀπό τόν κίνδυνο πού τόν ὁδηγοῦσε ὁ ὁρμητικός χαρακτήρας του καί ὁ φλογερός πατριωτισμός του».

Τή δράση καί τήν προσφορά του ἐκείνη ποτέ δέν τήν ἐκμεταλλεύτηκε καί δέν τήν προέβαλε ὁ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος (Χατζησταύρου). Σέ ὅλη του τή ζωή, τόν διέκρινε σεμνότητα καί σύνεση, ταπεινότητα.

Ἐπιστολή γιά τήν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας

Ἕνα περίπου χρόνο (17-9-1903) μετά τήν ἔλευσή του στή Δράμα, ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος, μετά ἀπό πλήρη ἱστορική, ἐθνολογική καί στατιστική ἐπισκόπηση τῆς Μακεδονίας, γράφει σέ ἔκθεση – ἐπιστολή πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἰωακείμ τόν Γ’, τόν ὕμνο τῆς ἀδιαμφισβήτητης Ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας:

«Παναγιώτατε Δέσποτα, ἵνα ἐκτιμηθῇ δεόντως ἡ ἀκατάβλητος καί ἀπαράμιλλος δύναμις τῆς ἡμετέρας φυλῆς ἐνταῦθα, ἀρκεῖ νά εἴπωμεν ὅτι τά θύματα κατισχύουσι τῶν δημίων των, ὅτι τό αἷμα τῶν ἐθνομαρτύρων τῆς Μακεδονικῆς γῆς ἐγένετο σπορά παράγουσα ὑπεράφθονον βλάστησιν καί πολλαπλασιασμόν τῶν ἡμετέρων, ὅτι τά ἀνόσια πυρά, δι᾿ ὧν ἐπεζήτησαν καίοντες τούς ἡμετέρους ἱερεῖς καί διδασκάλους, τά Σχολεῖα, τάς Ἐκκλησίας καί τά χωρία ἡμῶν, ἵνα ἐξαφανίσωσι τό μνημόσυνον ἡμῶν ἀπό τῆς γῆς, αὐτά τά ἀνόσια πυρά κατέκαυσαν καί ἐδεκάτισαν αὐτούς τούτους τούς ἐμπρηστάς ἡμῶν καί δολοφόνους, οἵτινες βαρέως νῦν συναισθάνονται ὅτι παρά πάσας ταύτας τάς βδελυρίας καί τά φρίκην προκαλοῦντα ἀνουσιουργήματά των, κατ᾿ οὐδέν τό ἔδαφος δι᾿ αὐτούς ἐκαθαρίσθη, καί οὐδέν βῆμα ποδός ἐχώρησαν πρός τά ἐμπρός.

»Ταῦτα δέ πάντα ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνωνται τοιουτοτρόπως διά τόν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ Κυρίως Μακεδονία ἦν καί ἔστι καί ἔσται χώρα καθαρῶς Ἑλληνική, ἥτις, ἵνα καταστῇ βουλγαρική, ἀπαιτεῖται οὐδέν ὀλιγώτερον καί οὐδέν περισσότερον ἤ ἀφ᾿ ἑνός μέν νά στραγγαλισθῇ ἡ Ἱστορία καί ἡ Ἐθνογραφία, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ νά ἐξολοθρευθῶσιν οὔτε περισσότερα οὔτε ὀλιγώτερα ἤ τά ¾ τοῦ λοιποῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς, καί νά κατασκαφῶσιν ὅλα τά Σχολεῖα καί αἱ Ἐκκλησίαι, καί σύμπασαι, μηδέ μιᾶς ἐξαιρουμένης, αἱ κεντρικαί πόλεις τῆς Μακεδονίας, οὖσαι ἀποκλειστικῶς ἑλληνικαί, καί ἐπί τέλους νά παραδοθῶσιν εἰς τό πῦρ καί τάς φλόγας ὅλα τά μνημεῖα, ἀρχαῖα, βυζαντινά, νεώτερα, μηδενός ἐξαιρουμένου, χωρίς νά φεισθῇ τις μηδ᾿ αὐτῶν τῶν ἐν τοῖς σπλάγχνοις τῆς γῆς κρυπτομένων, ἅτινα ἡ σκαπάνη τῶν ἀρχαιολόγων πολυάριθμα καθ᾿ ἑκάστην ἀνασύρει ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς καί ἅτινα πάντα εἶναι ἑλληνικά.

»Καί τότε, ἀλλά μόνον τότε, ὅταν σβεσθῶσιν ὅλα τά φῶτα τῆς ἱστορίας καί τῆς στατιστικῆς, τῆς γεωγραφίας καί τῆς Ἐπιστήμης, τότε, ὅταν ἡ Μακεδονία καταστῇ ἀπ᾿ ἄκρου εἰς ἄκρον ἕν μέγα κοιμητήριον νεκρῶν, μία ἀγρία ἔρημος, μία χώρα ἐρέβους ἄνευ ἱστορίας, ἄνευ παρελθόντος, ἄνευ παρόντος, ἄνευ μέλλοντος, θά καταστῇ καί χώρα βουλγαρική».

Πρώτη ἐξορία

Ὁ ἀγώνας τοῦ Χρυσοστόμου γιά τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία θά τοῦ κοστίσει τήν πρώτη του ἐξορία ἀπό τή Δράμα στίς 30-8-1907.

Ὁ Χρυσόστομος καλεῖ στό γραφεῖο του συγκινημένους ὅλους τούς προκρίτους καί στενούς συνεργάτες του. Εἶναι οἱ δικοί του ἄνθρωποι, οἱ ἀδελφοί του. Αὐτοί μέ τούς ὁποίους διεξήγαγε τόν θαυμάσιο ἐθνικό καί πνευματικό ἀγώνα στή Δράμα. Τούς μιλᾶ μέ μάτια βουρκωμένα ἀπό συγκίνηση καί πίστη στόν μεγάλο σκοπό, τούς παροτρύνει γιά νέους ἀγῶνες καί καταλήγει:

«Ἄς μαίνεται ἡ καταιγίς καί ἡ θύελλα, ἄς μᾶς δέρωσι τῆς θαλάσσης τά ἄγρια κύματα, ἄς μᾶς καταδικάζωσι εἰς ἐξορίαν. Οὐδέν ταῦτα πάντα πρός ἡμᾶς. Ἡμεῖς ἐπετελέσαμεν χρέος ἱερόν, ἐπέσαμεν ἐν ταῖς ἀγκάλαις τοῦ καθήκοντος. Ὅλαι αἱ πληγαί μας εἶναι εἰς τό στῆθος, τό ὁποῖον ἐπροτάξαμεν εἰς τούς ἐχθρούς. Οὐδεμίαν πληγήν ἔχομεν ἐπί τῶν νώτων, ὥστε νά αἰσχυνώμεθα.

»Θά βαδίσωμεν ὅπου ὁ δάκτυλος τῆς Θείας Προνοίας θά μᾶς ὁδηγήσῃ. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ σπείροντες, καί εἰς ἡμᾶς ἔλαχεν ὁ κλῆρος νά καθαρίσωμεν τό ἔδαφος ἐκ τῶν ἀκανθῶν, καί νά ὑποφέρωμεν τούς κόπους τῆς σπορᾶς, καί διά τῶν δακρύων μας νά ποτίσωμεν τά σπέρματα. Πλήν ταχέως θά παρέλθωσιν αἱ βαρεῖαι ἡμέραι, καί θά ἔλθη ὁ τρυγητός, καί ἐν ἀγαλλιάσει αἴροντες καί ὑψοῦντες τά δράγματα, θά χαρῶμεν καί θά δοξασθῶμεν.

»Ἄν τοὐλάχιστον μέχρι σήμερον δέν κατορθώσαμεν νά ἀποδείξωμεν εἰς πάντας ὅτι εἴμεθα ποιμήν καλός, νῦν ἐν τοῖς διωγμοῖς μας θά φανῇ ὅτι: ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων, ὁ δέ μισθωτός καί οὐκ ὤν ποιμήν θεωρεῖ τόν λύκον ἐρχόμενον καί ἀφίησι τά πρόβατα καί φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι, καί οὐ μέλει αὐτῷ περί τῶν προβάτων».

Κλαῖνε οἱ δημογέροντες καί τά παληκάρια, καί τοῦ φιλοῦν τά χέρια. Κλαίει κι ἐκεῖνος. Τούς ἀγκαλιάζει καί τούς εὐλογεῖ, νά συνεχίσουν τόν ἀγώνα τόν ἱερό πού μαζί ἄρχισαν μέχρι τήν τελική νίκη.

Μπαίνει στόν Μητροπολιτικό Ναό πού οἱ Δραμινοί ἔχουν κατακλύσει καί κλαῖνε μέ ἀναφιλητά. Τελεῖ Δοξολογία καί συγκινημένος, μέ δακρύβρεκτα μάτια, ἀπευθύνεται στά παιδιά του, τούς Δραμινούς:

«Ἀνεβαπτίσθην εἰς τό θεῖον νάμα τῶν δακρύων σας, ἡ δέ ὑπόκρουσις τῶν λόγων μου διά τῶν λυγμῶν σας, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ σπόρος ἔπεσεν εἰς ἀγαθήν γῆν, καί θ᾿ ἀποδώσῃ εὔχημον βλάστημα καί πλουσίους καρπούς. Ἡ ψυχή μου θά μείνῃ ἐντετειχισμένη εἰς τό ἱερόν τοῦτο τέμενος, ἀπό τό ὁποῖον ὡς ἀπό ἀείρροον πηγήν θά ἀντλῆτε τό θάρρος, τήν καρτερίαν καί τήν πίστιν. Ἀγάλλομαι αἰσθανόμενος τήν ὥραν αὐτήν ὅτι ποιμήν καί ποίμνιον ἀποτελοῦμεν μίαν ἀκατάβλητον, ἀδιαίρετον καί ἀδιαχώριστον χριστιανικήν ψυχήν δεομένην τῷ Ὑψίστῳ».

Ἀρνεῖται νά ἐπιβιβαστεῖ στήν ἅμαξα πού ἔφεραν οἱ Τοῦρκοι, γιά νά τόν μεταφέρουν στόν Σιδηροδρομικό Σταθμό, καί προχωρεῖ πεζός, μεγαλοπρεπής, περήφανος, ἐνῶ τόν περιστοιχίζει πλῆθος Ἑλλήνων, συγκινημένο, δακρυσμένο, φανατισμένο καί ἱκανό γιά κάθε ἐνέργεια.

Ἡ πορεία αὐτή τοῦ Δραμινοῦ λαοῦ, μέ τόν ἐθνεγέρτη Ἱεράρχη Χρυσόστομο ἀνάμεσά του, ἀπό τόν Μητροπολιτικό Ναό μέχρι τόν Σιδηροδρομικό Σταθμό εἶναι μία ἀπό τίς συγκινητικότερες καί μεγαλειωδέστερες στιγμές τῆς Ἱστορίας τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα.

Συγκίνηση γιά τούς Μάρτυρες Ἱεράρχες

Ὁ Χρυσόστομος συνεκινεῖτο ἰδιαίτερα καί συγκλονιζόταν ἀπό τούς μάρτυρες Ἱεράρχες πού θυσιάζονταν στόν βωμό τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος.

Ὅταν δολοφονεῖται (1906) ὁ γενναῖος Μητροπολίτης Κορυτσᾶς Φώτιος Καλπίδης ἀπό σφαῖρες Ρουμανιζόντων (στό χωριό Βρατοβίστα), ὁ Δράμας Χρυσόστομος τελεῖ πάνδημο μνημόσυνό του. Ἐκφωνεῖ λόγο γεμάτο ἐθνική καί θρησκευτική ἔξαρση, καί ἀπευθύνει πρός τόν Μέγα Χαρτοφύλακα τῶν Πατριαρχείων Μανουήλ Γεδεών ἐπιστολή (16-9-1906), ὅπου γράφει σχεδόν προφητικά:

«Ἔκλαυσα, ἔκλαυσα ὡς παιδίον μικρόν διά τόν οἰκτρόν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ Φωτίου. Αἰωνία του ἡ μνήμη. Τίς οἶδε καί ὁποίους ἄλλους ἀδελφούς, καί ἴσως καί τόν γράφοντα, ἀναμένει αὐτή ἡ τύχη».

Καί ὅταν ἀργότερα (1η Ὀκτωβρίου 1911) δολοφονεῖται ὁ Μητροπολίτης Γρεβενῶν Αἰμιλιανός Λαζαρίδης ἀπό ὄργανα τοῦ Νεοτουρκικοῦ Κομιτάτου, ὁ Χρυσόστομος, ὡς Μητροπολίτης Σμύρνης πλέον, τοῦ ἀφιερώνει ἰδιαίτερο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «Ἱερός Πολύκαρπος», καί στό μνημόσυνό του ἐκφωνεῖ συγκλονιστικά:

«Ἡμέραν ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας θά ἔπρεπε νά καλέσωμεν τήν σημερινήν, ἀφοῦ βλέπομεν ὅτι ἐπαναστρέφωσιν ἐφ᾿ ἡμᾶς χρόνοι ἀρχαίας εὐκλείας, καί σφυρηλατεῖται ὁ θρησκευτικός καί ἐθνικός ἡμῶν χαρακτήρ ἐπί τοῦ ἄκμονος τῶν συμφορῶν, καί ἀναβαπτιζόμεθα ἐν πυρί, καί κατατηκόμεθα εἰς τέφραν φοίνικος.

»Ὅταν Ἀρχιερεῖς καίωσιν ἑαυτούς ὡς λαμπάδας ἐνώπιον τοῦ εἰδώλου τῆς Πατρίδος, ὁ δέ μαρτυρικός θάνατός των γίνεται ζωῆς καί δόξης ὑπόθεσις καί θεμέλιον ἁγιωτέρου βίου, τό μνημόσυνόν των δέν ἐναρμονίζεται μέ δάκρυα καί θλῖψιν, ἀλλά μέ ὑπερηφάνειαν καί ἀγαλλίασιν. Ἡμῖν ἐξ ὅλων ἐχαρίσθη ὄχι μόνον τό εἰς Χριστόν ὀρθῶς πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ ἀγογγύστως πάσχειν, γενναίως μαρτυρεῖν, καί ἐνδόξως θνήσκειν».

Καθιερώνει ἐπιμνημόσυνη τελετή στήν 23η Φεβρουαρίου κάθε χρόνου, στόν τόπο μαρτυρίου τοῦ πρώτου ἐπισκόπου Σμύρνης Πολυκάρπου, μαθητῆ τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, καί ἐν μέσῳ πιστῶν προσκυνητῶν -ἀκόμα καί παρουσίᾳ Τούρκων- διηγεῖται τό μαρτυρικό τέλος τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου.

«Ζητῶ Σταυρόν». Δεύτερη ἐξορία

Εὑρισκόμενος στή Δράμα (1907), πρίν ἀπό τήν πρώτη ἐξορία, ἀντιλαμβανόταν ὅτι ὁ κλοιός γύρω του ὅλο καί περισσότερο ἔσφιγγε. Φοβούμενος μετάθεση σέ ἀπόμακρη ἀδρανοῦσα Μητρόπολη τῆς Ἀνατολῆς, μέ ἡμερομηνία 16-05-1907 γράφει στόν ἐπιτετραμμένο τῆς Ἑλλάδος στήν Κωνσταντινούπολη Ἀρμάνδο Παττέν μιά γεμάτη πόνο καί προφητικότητα ἐπιστολή, πού δείχνει ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του, ἀλλά καί τήν βαθύτατη συναίσθησή του ὡς Ἀρχιερέως:

«Ἤδη ἀπειλοῦμαι νά ἐκδιωχθῶ βίᾳ ἐντεῦθεν καί ὑπό κουστωδίαν. Καί ἐν περιπτώσει καθ᾿ ἥν τό πᾶν ἤθελεν ἀπωλεσθῇ δι᾿ ἐμέ, ὅσον ἀφορᾶ τήν Δράμα, ἐνεργήσατε ἵνα μετατεθῶ εἰς Ἀδριανούπολιν, ὅπως τοὐλάχιστον δυνηθῶ ν᾿ ἀγωνισθῶ ἐκ νέου ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ τοῦ πυρός. Καί ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον πέσει, νά πέσω τουλάχιστον ὡς Ἀετός καί οὐχί ν᾿ ἀποθάνω ὡς ὄρνις ἔν τινι ὀρνιθῶνι τῆς Ἀνατολῆς ἤ ἀλλαχοῦ.

»Ἐννοεῖτε, ἀγαπητέ μου, τί σᾶς ζητῶ; Ἕνα Σταυρόν, ἀλλ᾿ ἕνα Μεγάλον Σταυρόν, ἕνα Σταυρόν ἐπί τοῦ ὁποίου θά δοκιμάσω εὐχαρίστησιν καθηλούμενος, καί μή ἔχων ἕτερόν τι νά δώσω πρός σωτηρίαν τῆς ἡμετέρας λατρευτῆς πατρίδος, θά δώσω τό αἷμά μου. Οὕτως ἐννοῶ τό ἐπ᾿ ἐμοί τήν ζωήν καί τήν Ἀρχιερωσύνην».

Μετά ἀπό ἕνα χρόνο ἐξορίας (1907-1908), ἀφοῦ δόθηκε ἀμνηστία μετά τό κίνημα τῶν Νεοτούρκων, ὁ Χρυσόστομος ἐπιστρέφει στή Δράμα. 17.08.1908, πρωΐ τῆς Κυριακῆς, φθάνει στόν Σιδηροδρομικό Σταθμό, ὅπου τόν ὑποδέχονται οἱ πολιτικές καί στρατιωτικές Τουρκικές Ἀρχές.

Τελεῖ μνημόσυνο γιά τά θύματα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, περιοδεύει στά χωριά τῆς Μητροπόλεώς του. Ἐπειδή δέν παραπλανᾶται ἀπό τίς διακηρύξεις τῶν Νεοτούρκων, ἀρχίζει τόν ἴδιο ἀγώνα πού ἄφησε, ὅταν ἔφευγε ἐξόριστος ἀπό τή Δράμα.

Ἡ δράση του αὐτή θά προκαλέσει τή δεύτερη καί ὁριστική ἀπομάκρυνσή του ἀπό τή Δράμα. Στίς 10-6-1909 φθάνει στήν Καβάλα. Ἡ τουρκική ἀστυνομία τόν διατάζει νά φύγει ἀμέσως γιά Κωνσταντινούπολη. Ὁ λαός τῆς Καβάλας ξεσηκώνεται, καί ὁ Καβαλιώτης ποιητής Ἰ. Κωνσταντινίδης μέ πατριωτική ἔξαρση καί ἐνθουσιασμό ἀπαγγέλλει αὐτοσχέδιο ποίημα:

«Βλέπων τό μαρτύριόν σου, δέν προσῆλθον ὡς Τυρταῖος,

ἀλλ᾿ ὡς Σίμων Κυρηναῖος, ἵνα ἄρω τόν Σταυρόν σου».

Μητροπολίτης Σμύρνης

Μετά ἀπό ἕνα χρόνο παραμονῆς στή γενέτειρά του Τρίγλια, ἐκλέγεται παμψηφεί Μητροπολίτης Σμύρνης (11.03.1910), καί ἡ ἐκλογή του προκαλεῖ τέτοιον ἐνθουσιασμό στούς πιστούς, ὥστε ἡ ἐφημερίδα «Manchester Guardian» δημοσιεύει τό παρακάτω χαρακτηριστικό τηλεγράφημα ἀνταποκριτοῦ της ἀπό τήν Ἰωνία:

«Ἡ Σμύρνη ὁμοιάζει μέ Ἀρχαίαν Ἑλληνικήν Πόλιν ἑτοιμαζομένην νά ὑποδεχθῇ ἐπιστρέφοντα νικητήν ἀθλητήν της. Ἀσφαλῶς, ἐάν ὑπῆρχαν τείχη, θά ἐκρημνίζοντο, διά νά διέλθῃ ὁ νέος Μητροπολίτης Χρυσόστομος».

Ἀμέσως μετά τήν ἄφιξή του στή Σμύρνη, ὁ Χρυσόστομος γίνεται σύμβολο τοῦ Γένους καί τῆς Θρησκείας τοῦ ἀλύτρωτου Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἰωνίας. Τό Μητροπολιτικό Μέγαρο γίνεται Ἐθνική Κιβωτός πού περικλείει τά ἱερά καί ὅσια τοῦ Γένους, καί μετατρέπεται σέ ἀστείρευτη πηγή ἀγαθοεργίας καί φιλαλληλίας, πραγματικό Ὑπουργεῖο Κοινωνικῆς Πρόνοιας.

Ἐνισχύει τή θρησκευτική ἀδελφότητα «Εὐσέβεια», καί ἐκδίδει θρησκευτικό περιοδικό μέ τόν τίτλο «Ἱερός Πολύκαρπος». Βοηθᾶ τό Γραικικό Νοσοκομεῖο Σμύρνης, ἱδρύει Ὀρφανοτροφεῖο, Βρεφοκομεῖο, Γηροκομεῖο, «ἄσυλα ἐνδεῶν», ἄσυλο ἀστέγων καί «οἰκονομικό συσσίτιο», ὅπου χορηγεῖ δωρεάν τροφή σέ ἄπορους μαθητές, ἄπορους Σμυρναίους, ἀκόμα καί σέ Ἰσραηλίτες καί Τούρκους, σέ ὅλους τούς κατατρεγμένους, ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος καί φυλῆς.

Μεριμνοῦσε γιά τόν ἀθλητισμό, τόν χαρακτήριζε «θρησκεία τῆς νεότητος». Σ᾿ αὐτόν ὄφειλε ὁ Πανιώνιος τῆς (πρώτης) Σμύρνης τό λαμπρό γήπεδο καί τήν ἀνάπτυξή του. Ὅπως καί στή Δράμα, ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος δέν ἔλειπε ἀπό καμία ἀθλητική ἐκδήλωση τῆς νεολαίας, βράβευε ὁ ἴδιος τούς νικητές στόν στίβο τῆς εὐγενοῦς ἀθλητικῆς ἅμιλλας.

Ἀπ᾿ ἐδῶ καί πέρα, τά ἱστορικά γεγονότα τῆς 12ετίας 1910-1922 εἶναι σέ ὅλους, λίγο-πολύ, γνωστά.

Στήν τρομερή δίνη τῶν γεγονότων ἐκείνων, πού ὁδήγησαν τό Ἔθνος μας κατά τή Μικρασιατική Ἐκστρατεία ἀπό τή δόξα στήν καταστροφή, βλέποντας ὁ Χρυσόστομος τήν καταστρεπτική ἐπίπτωση τοῦ ἐθνοκτόνου διχασμοῦ πάνω στά ἱερά καί ὅσια τοῦ Γένους μας, προσπαθεῖ νά τόν ἀποτρέψει. Διατηρεῖ τή σκέψη του καθαρή καί κρυστάλλινη, καί τήν ψυχή του ἀφιερωμένη ἐξ ὁλοκλήρου στόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα.

Ἱστορική καί μνημειώδης εἶναι ἡ προσφώνησή του στούς ἀπερχόμενους ἀξιωματικούς τοῦ Γεν. Ἐπιτελείου τοῦ Σμυρναίου Ἀρχιστράτηγου Λεωνίδα Παρασκευόπουλου καί πρός τά μέλη τοῦ νέου Ἐπιτελείου τοῦ Ἀρχιστράτηγου Ἀναστασίου Παπούλα, τήν ὁποία διέσωσε ὁ ἰδιαίτερος γραμματέας του Λεωνίδας Φιλιππίδης:

«Σᾶς χαιρετίζω ὡς ἑνιαῖον Ἐπιτελεῖον τοῦ Ἑνός ἐνδόξου Στρατοῦ τῆς μιᾶς ὑπερενδόξου Ἑλλάδος. Πρός Θεοῦ, ἀδελφοί μου! Δι᾿ ἡμᾶς, ὅσοι πιστεύουν εἰς τόν Χριστόν καί εἰς τήν Ἑλλάδα, καί ὅσοι ὁλοψύχως ἀνήκομεν εἰς αὐτήν, Ἕν Ἔθνος ὑπάρχει, εἷς Λαός, εἷς Στρατός, μία Σημαία, ἕν πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μία Πίστις, μία οὐσία ἑλληνοχριστιανικῆς συνειδήσεως.

»Ἑλληνική Πατρίς εἶναι μία καί ἀδιαίρετος, ἕν τό ὄνειρον, καί δι᾿ αὐτό εἶναι ἐντροπή καί ἐθνική καταστροφή ἡ διχόνοια καί ἡ διαίρεσις (…) τμημάτων τοῦ ἑνός καί περιούσιου ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ μαρτυρικοῦ αὐτοῦ λαοῦ, μέ τήν λαμπροτάτην ἐν τῷ κόσμῳ μοναδικήν ἱστορίαν καί μέ τό φωτοστέφανον τοῦ πολιτισμοῦ καί τοῦ μαρτυρίου».

Κήρυγμα ἑνότητας, ὁδηγός ζωῆς ἀρχόντων καί ἀρχομένων!

Μαρτυρικός θάνατος

Μετά τήν κατάρρευση τοῦ μετώπου, ὁ Μητροπολίτης ἀφοσιώνεται στήν περίθαλψη τῶν προσφύγων πού εἶχαν πλημμυρίσει ὅλη τή Σμύρνη. Σκορπᾶ πίστη καί ἐλπίδα, συνοδευόμενος κι ἀπό τόν ἀφοσιωμένο του κλητήρα Θωμᾶ Βοῦλτσο (ἀπό τήν Καλή Βρύση Δράμας), σκιά του ἐπί 20 χρόνια. Διατάζει νά καοῦν τά ἀρχεῖα καί τά ἔγγραφα τῆς «Μικρασιατικῆς Ἀμύνης», καί γαλήνιος δέχεται τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀμερικανοῦ Προξένου Τζώρτζ Χόρτον, ὁ ὁποῖος θά καταγράψει:

«Ἡ σκιά τοῦ ἐγγίζοντος θανάτου ἁπλωνόταν στό πρόσωπό του καί, ὅμως, ἀγωνιζόταν ἀκόμα γιά τή σωτηρία τοῦ ποιμνίου του. Πρέπει νά φύγετε. Κινδυνεύει ἡ ζωή σας. Εἰς τήν προκυμαίαν εἶναι πλευρισμένο ἕνα Ἀμερικανικό ἀντιτορπιλικό. Θά σᾶς συνοδεύσω ἕως ἐκεῖ γιά νά ἐπιβιβασθεῖτε ἀσφαλῶς.

»Μέ εὐχαριστεῖ, ἀλλά ἀρνεῖται. Παράδοσις τοῦ Ἔθνους καί τῆς Ἐκκλησίας μας δέν εἶναι ἡ φυγή ἐν ὄψει τοῦ κινδύνου, ἀλλ᾿ ὁ ἀγών μέχρις ἐσχάτων καί ἡ θυσία. Ἐάν μέν ὁ ἐχθρός φεισθῇ τοῦ ποιμνίου μου, ποῖος θά τό περιθάλψῃ; Ἐάν δέ τοῦτο σφαγῇ, πῶς ἠμπορῶ νά ἐπιζήσω; Εἴτε τό ἕν συμβῇ εἴτε τό ἄλλο, ἡ θέσις μου εἶναι ἐδῶ, μέ τό ποίμνιόν μου».

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Καθολικῶν τῆς Σμύρνης τόν ἐξορκίζει νά ἀναχωρήσει μαζί του. Ὁ Γάλλος πρόξενος τοῦ προσφέρει ἄσυλο στό Προξενεῖο του, Σμυρναῖοι προσπαθοῦν νά τόν πείσουν νά φύγει. Ὁ Δεσπότης δείχνοντας τά τρομοκρατημένα πλήθη τῶν πιστῶν πού συνωθοῦνται στήν αὐλή τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, δακρυσμένος ἀπαντᾶ: «Νά φύγω; Καί τό ποίμνιό μου αὐτό ποῦ θά τό ἀφήσω;».

Τόν μαρτυρικό θάνατο τόν ἐπιζητοῦσε καί τόν ἀντιμετώπιζε σέ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς του.

Μέ τή ζωή, τόν λόγο καί τό ἔργο του δημιούργησε ἐθνομάρτυρες στή Δράμα, ὅπως τόν Ἀθανάσιο Βαλαβάνη τῆς Πετρούσας, τούς Κομβόκηδες Βασίλη καί Προκόπη τῆς Καλλιθέας, τόν Ἄρμεν Κούπτσιο τοῦ Βώλακα, τόν νέο Ἀθανάσιο Διάκο τῆς Δράμας, πού ἀπαγχονίστηκε στήν Κεντρική Πλατεία τῆς πόλης. Καί ὅλοι αὐτοί, καί πολλοί ἄλλοι, θυσιάστηκαν μέ τ᾿ ὄνομά τοῦ Δεσπότη στά χείλη τους. Δέν γινόταν, λοιπόν, ὅταν ἦρθε ἡ δική του ὥρα, νά γίνει ρίψασπις ὁ Χρυσόστομος.

Μέ αὐτήν τή βαθιά χαραγμένη ψυχολογία τοῦ ἥρωα καί τήν ἠθική του πανοπλία, ξεκίνησε ὑπερήφανα, συνοδευόμενος ἀπό δύο ἐκλεκτούς δημογέροντες τῆς Σμύρνης, τόν Γεώργιο Κλημάνογλου καί τόν Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου, νά παρουσιαστεῖ στίς 27 Αὐγούστου 1922, μπροστά στόν αἱμοσταγή δήμιό του, Νουρεντίν Πασᾶ.

Προηγουμένως, ὅπως γράφει ὁ βιογράφος του, «ἐγονυπέτησεν ὡς ἁμαρτωλός εἰς τό Ἱερόν Βῆμα πρό τοῦ Ἐσταυρωμένου, καί μέ τό ρίγος τῆς θείας προσευχῆς ἠγέρθη ὡς Ὅσιος».

Ὁ πιστός του Βοῦλτσος παρέμεινε στό Συνοδικό, καί εἶχε τήν εὐκαιρία νά περισώσει τό Εὐαγγέλιο τοῦ Δεσπότη. Τό βρῆκε ἀνοιχτό στό κεφάλαιο τοῦ κατά Ἰωάννην, ὅπου περιγράφεται ἡ προσαγωγή τοῦ Ἰησοῦ στόν Πιλάτο. Στήν ἑπόμενη σελίδα τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Βοῦλτσος βρῆκε τίς τελευταῖες λέξεις πού ἔγραψε ὁ Δεσπότης, πρίν φύγει: «Συγχωρῶ ὅλους, καί ζητῶ συγχώρεσιν ὅλων».

Παρουσιάζουν τόν Ἱεράρχη στόν Νουρεντίν-πασᾶ. Ὁ Ἱεράρχης εὐθυτενής, παγερός, ὀλιγόλογος, ἀπτόητος, ἀπογοήτευσε τόν «νικητή». Ἐκεῖνος τόν ἔβρισε χυδαῖα καί τόν ὁδήγησε στήν Πλατεία Διοικητηρίου ὅπου, κατά παραγγελίαν, εἶχε συγκεντρωθεῖ μαινόμενος Τουρκικός ὄχλος: «Δέν θά σέ κρίνω ἐγώ. Θά σέ κρίνει ὁ λαός μου». Μέ τά λόγια αὐτά ὁ Νουρεντίν παραδίδει τό «θύμα του πρός σφαγήν» στό ἐξαγριωμένο πλῆθος.

Οὔτε ἡ πραότητα οὔτε ἡ γαλήνη τοῦ Ἱεράρχη στάθηκαν ἀρκετά γιά νά κατευνάσουν τά ἄγρια ἔνστικτα τοῦ φανατισμένου ὄχλου. Καί συνετελέσθη ἐκεῖ, στήν αὐλή τοῦ Διοικητηρίου, δι᾿ ὕβρεων, ἐμπτυσμῶν, κολάφων καί πληγμάτων, εὐαγγελική σκηνή μαρτυρικοῦ θανάτου.

Διάφορες συγκλίνουσες πληροφορίες ἀναφέρονται στό μαρτύριο τοῦ Χρυσοστόμου. Τόν τύφλωσαν, ξερρίζωσαν τά γένια καί τήν κόμη του, τόν ἔσυραν ξυλοκοπούμενο καί κατακρεουργούμενο στούς δρόμους καί τά σοκάκια τῶν Τουρκομαχαλάδων.

Μαρτυρία γιά τόν θάνατό του

Ἡ πιό αὐθεντική μαρτυρία εἶναι αὐτή πού κατέθεσε ὁ Σμυρνιός ἀκαδημαϊκός Γεώργιος Μυλωνᾶς στήν ὁμιλία του, κατά τήν ἔκτακτη Συνεδρίαση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν (14-12-1982) γιά τόν Ἐθμομάρτυρα Σμύρνης Χρυσόστομο, ἐπί τῇ συμπληρώσει 60 χρόνων ἀπό τήν Μικρασιατική Καταστροφή. Εἶχε τό τραγικό προνόμιο ὁ Γεώργιος νά παρακολουθήσει τά βήματα τοῦ Ἱεράρχη, ἀπό τήν ἄφιξή του στή Σμύρνη μέχρι τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του. Ἡ μαρτυρία του πραγματικά συγκλονιστική:

«Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά τελειώσω τήν ὁμιλία μου μέ μιά προσωπική μαρτυρία πού, γιά πρώτη φορά, ἐξομολογοῦμαι. Κατά τίς τελευταῖες ἡμέρες τοῦ Σεπτεμβρίου 1922 μιά ὁμάδα φοιτητῶν τοῦ International College τῆς Σμύρνης καί ἐγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σέ ἀπαίσιο ὑπόγειο, σ᾿ ἕνα ἀπό τά μπουντρούμια τοῦ Διοικητηρίου τῆς Σμύρνης.

»Σ᾿ αὐτό ἦταν ἀσφυκτικά στριμωγμένοι Ἕλληνες χριστιανοί αἰχμάλωτοι, μᾶλλον ἄνθρωποι προορισμένοι γιά θάνατο. Τίς βραδυνές ὧρες, φύλακες μέ ἐπικεφαλῆς Τουρκοκρῆτα παρελάμβανον θύματα πού ἐτυφεκίζοντο. Στίς 5 τό ἀπόγευμα τῆς τελευταίας ἡμέρας τοῦ θλιβεροῦ Σεπτεμβρίου ὁ Τουρκοκρής ἐκεῖνος μέ διέταξε νά τόν ἀκολουθήσω στήν αὐλή.

«Εἶσαι δάσκαλος;» μέ ἐρωτᾶ. «Αὐτήν τήν τιμήν εἶχα» τοῦ ἀπαντῶ. «Καί οἱ ἄλλοι πού εἶναι μαζί σου εἶναι φοιτηταί;». «Ναί», τοῦ λέγω. «Γρήγορα, μάζεψέ τους καί φέρε τους ἐδῶ». «Ἐλᾶτε μαζί μου ἔξω», λέγω εἰς τούς συντρόφους μου, «φαίνεται ἦλθε ἡ ὥρα μας. Ἐμπρός μέ θάρρος». Ποία ἦτο ἡ ἔκπληξή μας, ὅταν ἠκούσαμε τόν Τουρκοκρητικό νά λέει: «Δέν θά σᾶς σκοτώσω, θά σᾶς σώσω. Ἀπόψε θά θανατωθοῦν ὅλοι ὅσοι εἶναι στό μπουντρούμι, γιατί ἔφεραν κι ἄλλους πού δέν ἔχουμε χῶρο νά τούς στοιβάξουμε. Θά σᾶς σώσω σήμερα, γιατί ἐλπίζω αὐτό νά μέ βοηθήσει νά λησμονήσω μιά τρομερή σκηνή πού ἀντίκρυσαν τά μάτια μου, σκηνή στήν ὁποίαν ἔλαβα μέρος».

Καί συνέχισε: «Παρηκολούθησα τό χάλασμα τοῦ Δεσπότη σας. Ἤμουν μ᾿ ἐκείνους πού τόν ἐτύφλωσαν, πού τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια καί αἱμόφυρτο τόν ἔσυραν ἀπό τά γένια καί τά μαλλιά στά σοκάκια τοῦ Τουρκομαχαλᾶ. Τόν ξυλοκοποῦσαν, τόν ἔβριζαν καί τόν πετσόκοβαν. Βαθειά ἐντύπωση μοῦ ἔκαμε, καί ἀξέχαστος παραμένει ἡ στάση του.

»Στά μαρτύρια πού τόν ὑπέβαλαν δέν ἀπήντα μέ φωνές, μέ παρακλήσεις, μέ κατάρες. Τό πρόσωπό του τό κατάχλωμο, τό σκεπασμένο μέ τό αἷμα τῶν ματιῶν του, τό εἶχε στραμμένο πρός τόν Οὐρανό, καί διαρκῶς κάτι ψιθύριζε πού δέν ἠκούετο πέρα ἀπό τήν περιοχή του. «Ξέρεις ἐσύ, δάσκαλε, τί ἔλεγε;». «Ναί, ξέρω», τοῦ ἀπήντησα. «Ἔλεγε: Πάτερ ἅγιε, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσιν». «Δέν σέ καταλαβαίνω, δάσκαλε, μά δέν πειράζει. Ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν», συνέχισε, «ὅταν μποροῦσε, ὕψωνε κάπως τό δεξί του χέρι καί εὐλογοῦσε τούς διῶκτες του.

»Κάποιος πατριώτης μου ἀναγνωρίζει τή χειρονομία τῆς εὐλογίας, μανιάζει, καί μέ τό τρομερό μαχαίρι του κόβει καί τά δύο χέρια τοῦ Δεσπότη. Ἐκεῖνος σωριάστηκε στή ματωμένη Γῆ, μέ στεναγμό πού φαινόταν ὅτι ἦταν μᾶλλον στεναγμός ἀνακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τόν λυπήθηκα, τότε, πού μέ δύο σφαῖρες στό κεφάλι τόν ἀποτελείωσα.

»Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία μου. Τώρα πού σᾶς τήν εἶπα, ἐλπίζω πώς θά ἡσυχάσω. Γι᾿ αὐτό σᾶς χάρισα τή ζωή». «Καί ποῦ τόν ἔθαψαν;» ρώτησα μέ ἀγωνία. «Κανείς δέν ξέρει ποῦ ἔριξαν τό κομματιασμένο του κορμί», μοῦ ἀπάντησε.

Ὁ χῶρος ὅπου σώρευσαν τή θνητή του σάρκα, παραμένει ἄγνωστος, ἀλλ᾿ ἡ ἁγιότητά του κι ὁ φωτοστέφανός του φωτίζουν τόν οὐρανό τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πατρίδος.

Θαυμαστή μαρτυρία γιά τόν ἅγιο Χρυσόστομο (2005-2006)

Ὅλα ξεκίνησαν στίς 31.10.2005 γιά τή μικρή μας κόρη Εἰρήνη 41/2 ἐτῶν, στήν ὁποία ξαφνικά παρουσιάστηκε ἔντονη ἀστάθεια καί ἀτονία.

Μετά ἀπό τόν παιδίατρό της, ὁδηγηθήκαμε σέ ἄμεση εἰσαγωγή στό Ἱπποκράτειο Θεσσαλονίκης γιά τίς ἀπαραίτητες ἐξετάσεις. Τά ἀποτελέσματα, μετά ἀπό ἀξονικές καί μαγνητικές τομογραφίες, καθόλου εὐχάριστα.

Διαπιστώθηκε ὄγκος τεραστίων διαστάσεων, σέ μέγεθος μεγάλου πορτοκαλιοῦ, στό ἀριστερό μέρος τῆς παρεγκεφαλίτιδας, μέ ἔντονη πίεση στό στέλεχος. Ὅλος ὁ ὄγκος συνοδευόταν ἀπό ἕνα μεγάλο κυστικό τμῆμα μέ ἀποτέλεσμα νά φράξει ἡ τέταρτη κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου, καί νά μήν κυκλοφοροῦν σωστά τά ὑγρά τοῦ ἐγκεφάλου.

Οἱ συνέπειες ἀπό τήν ἔντονη πίεση στό ἐγκεφαλικό στέλεχος: ἡ μικρή Εἰρήνη ἔχασε τήν ἱκανότητα νά ἐλέγχει τό περπάτημά της, τήν κίνηση ἀριστεροῦ χεριοῦ καί ματιοῦ, καί ὅλα αὐτά μέσα σέ μιά μόνο ἡμέρα.

Ὅλος ὁ ἰατρικός τομέας τοῦ Ἱπποκρατείου ἦταν ἀναστατωμένος. Τά νέα γιά μᾶς καθόλου εὐχάριστα. Οἱ γιατροί ἀποροῦσαν μέ τό μέγεθος τοῦ ὄγκου, καί πῶς τό παιδί ζοῦσε κάτω ἀπ᾿ αὐτές τίς συνθῆκες.

Μετά ἀπό συμβουλές τῶν εἰδικῶν, ἔπρεπε νά βροῦμε μιά ἔμπειρη μονάδα γιατρῶν, γιά νά προχωρήσουμε ὅσο πιό σύντομα γίνεται σέ ἐπέμβαση γιά τήν ἀφαίρεση τοῦ ὄγκου.

Μετά ἀπό συστάσεις γνωστῶν καί ἀγνώστων ἐπισκεφθήκαμε γνωστό καθηγητή νευροχειρουργικῆς, ὁ ὁποῖος μέ τόν νευροχειρουργό βοηθό του μᾶς ἐνημέρωσε γιά τή σοβαρότητα καί κρισιμότητα τῆς κατάστασης.

Ἔπρεπε νά προχωρήσουμε σέ ἐπέμβαση τήν ἑπόμενη ἡμέρα λόγῳ τῆς σοβαρότητας τῆς κατάστασης. Τά ρίσκα πάρα πολλά, καί τό μεγαλύτερο ἦταν νά μήν ἀντέξει τό παιδί στό χειρουργεῖο, καί νά καταλήξει στά χέρια τῶν γιατρῶν.

Μετά ἀπό 10 περίπου ὧρες χειρουργείου ἀφαιρέθηκε τμῆμα τοῦ ὄγκου, ἀλλά ἦταν ἀδύνατη ἡ ἀφαίρεση τοῦ μέρους πού πίεζε τό στέλεχος τῆς παρεγκεφαλίτιδος, λόγῳ αἱμοδυναμικῆς διαταραχῆς πού παρουσιάστηκε κατά τή διάρκεια τῆς ἐπέμβασης. Εὐτυχῶς ἡ ἐμπειρία τῶν νευροχειρουργῶν διέκοψε τήν ἐπέμβαση, χωρίς νά προκύψουν ὀδυνηρότερα ἀποτελέσματα.

Μετά τό χειρουργεῖο τό παιδί ὁδηγήθηκε στήν Ἐντατική Μονάδα Παίδων τοῦ Ἱπποκρατείου, ὅπου καί οἱ ἐκεῖ γιατροί δέν ἦταν καθόλου αἰσιόδοξοι γιά τήν μελλοντική κατάστασή του.

Ἡ μόνη μας ἐλπίδα ἦταν ὁ Θεός, ἀπό τόν ὁποῖο ἤμασταν ἀρκετά ἀπομακρυσμένοι, ὅπως οἱ περισσότεροι «σύγχρονοι ἄνθρωποι». Κατά βάθος πίστη ὑπῆρχε ἔντονη, χωρίς ὅμως νά ἐκτελοῦμε σωστά τά καθήκοντά μας πρός τόν Κύριο.

Μετά ἀπό 16 μέρες νοσηλείας ἐπιστρέψαμε στό σπίτι, ἀβέβαιοι γιά τό μέλλον τοῦ παιδιοῦ, γεμάτοι στενοχώρια. Μιά συγκάτοικος στήν πολυκατοικία μᾶς ἔδωσε, γιά νά μᾶς στηρίξει, τό βιβλίο μέ τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ ἀπό τό μοναστήρι στή Γρίβα Γουμένισσας. Νιώσαμε ἔντονα τήν ἀνάγκη νά ἐπισκεφθοῦμε τή συγκεκριμένη Μονή καί νά παρακαλέσουμε τούς Ἁγίους μας νά κάνουν καί σέ μᾶς τό θαῦμα τους. Ἡ παρηγοριά πού νιώσαμε ἀπό τήν ἐπίσκεψη δέν περιγράφεται.

Ἀρχές Ἰανουαρίου 2006, ψάχναμε γιά ἐξειδικευμένα κέντρα τοῦ ἐξωτερικοῦ γιά τήν ὁλική ἀφαίρεση τοῦ ὄγκου. Ἤρθαμε σέ ἐπαφή μέ ἕνα πολύ εἰδικό νοσοκομεῖο γιά ἀφαιρέσεις ἐγκεφαλικῶν ὄγκων στό Ἀννόβερο Γερμανίας, τό International Neuroscience Institute, στό ὁποῖο χειρουργεῖ ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους νευροχειρουργούς τοῦ κόσμου.

Μετά ἀπό ἀλλεπάλληλες ἐπαφές καί ἐνημέρωση καταλήξαμε σέ προγραμματισμένη εἰσαγωγή στίς 13.3.2006, χωρίς νά ἐγγυῶνται τήν ὁλική ἀφαίρεση τοῦ ὄγκου. Ὅλο αὐτό τό διάστημα ἐπισκεπτόμασταν τή μονή τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, ἀπό ὅπου παίρναμε κουράγιο καί δύναμη.

Ἕνα μήνα πρίν τήν προγραμματισμένη ἀναχώρησή μας γιά τή Γερμανία, Σάββατο μεσημέρι, λίγο πρίν ἀναχωρήσω ἀπό τό γραφεῖο τῆς ἐργασίας μου, μέ ἐπισκέφθηκε ἕνας κληρικός.

Μόλις τόν εἶδα, θυμήθηκα ὅτι ὁ συγκεκριμένος κληρικός εἶχε ξαναέρθει στό γραφεῖο μου πρίν ἑνάμιση περίπου χρόνο καί μοῦ εἶχε δώσει μιά μικρή εἰκονίτσα, τήν ὁποία καί ἔβαλα στό πίσω μέρος τοῦ γραφείου μου, χωρίς νά δῶ ποιός ἦταν ὁ ἅγιος. Στήν προσπάθειά μου νά τοῦ δώσω κάποια χρήματα γιά τήν εἰκόνα, αὐτός εὐγενικά εἶχε ἀρνηθῆ, πράγμα πού μοῦ ἔκανε ἐντύπωση.

Ὁ κληρικός ἐκεῖνος μοῦ ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστος. Μοῦ προξένησε ἐντύπωση ἀπό τήν πρώτη φορά πού τόν εἶχα δεῖ, τό παρουσιαστικό του, ἀπό ἐκεῖνα πού δέν ξεχνιοῦνται εὔκολα (ἰδιόμορφη μύτη, ὑπερβολικά φθαρμένα, ἀλλά πεντακάθαρα ράσα).

Στή δεύτερη ἐπίσκεψή του, ἕνα μόλις μήνα πρίν τό ταξίδι μας γιά τήν ἐγχείριση στό ἐξωτερικό, ἔνιωσα τήν ἀνάγκη νά τοῦ μιλήσω. Τοῦ πρότεινα νά καθίσει νά τόν κεράσω κάτι, ἀλλά πάλι μοῦ ἀρνήθηκε εὐγενικά, λέγοντας πώς ἦταν ἁπλά περαστικός. Φοροῦσε τά ἴδια φθαρμένα, ἀλλά πεντακάθαρα ράσα.

Κάποια στιγμή μέ κύτταξε μέ τό ἤρεμο πρόσωπό του στά μάτια καί μοῦ εἶπε πώς δέν μέ βλέπει σέ καλή κατάσταση. Πρίν προλάβω νά τοῦ ἐξηγήσω τόν λόγο, μέ καθησύχασε λέγοντάς μου νά μή στενοχωριέμαι, γιατί σέ 35 μέρες πρίν τό Πάσχα θά μπεῖ ἡ χαρά στήν οἰκογένειά μου, ἀλλά (-τά τελευταῖα λόγια του, φεύγοντας-) νά μήν ξεχνῶ νά δίνω κανένα ψωμάκι στή γειτονιά.

Μεγαλύτερη ἐντύπωση μοῦ προξένησε ὁ τρόπος πού ἔφυγε. Τά μακριά φθαρμένα ράσα του κάλυπταν τά πόδια του, ἀλλά ἐκεῖνος σάν νά εἶχε μικρούς τροχούς κάτω ἀπό τά πόδια του, δέν βάδιζε, ὅπως βαδίζει ἕνας φυσιολογικός ἄμθρωπος. Ὅλα αὐτά ἔγιναν σέ ὀπτικό πεδίο τριῶν μέτρων πού τό ἐλέγχω μέ τό βλέμμα μου.

Τηλεφώνησα ἀμέσως στή γυναίκα μου, τῆς εἶπα τί εἶχε συμβεῖ καί τήν πρόρρηση τοῦ κληρικοῦ. Τῆς μίλησα γιά τήν εἰκόνα πού μοῦ εἶχε προσφέρει πρίν ἀπό ἕνα χρόνο, κι ἐκείνη μοῦ ζήτησε νά τήν πάρω μαζί μου στό σπίτι.

Ὅταν τήν πῆρα στά χέρια μου καί τήν πρόσεξα γιά πρώτη φορά, ἡ ἔκπληξή μου ἦταν τεράστια, διότι εἶχε ἀποτυπωμένη τή μορφή τοῦ κληρικοῦ μέ τή χαρακτηριστική μύτη, φιλοτεχνημένη σάν ἁγιογραφία. Στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου ἔγραφε ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ.

Εἶχα ἀκουστά λίγα πράγματα, ἀλλά ποτέ δέν εἶχα δεῖ τό πρόσωπό του σέ φωτογραφία. Ψάχνοντας σέ συγγράμματα γιά τήν καταστροφή τῆς Σμύρνης, ἔμαθα γιά τήν ἱστορία του, γιά τή θανάτωσή του ἀπό τόν τουρκικό ὄχλο, ἀλλά βρῆκα καί ἀσπρόμαυρη πραγματική φωτογραφία του ἀπό τή Σμύρνη, ὁπότε δέν ὑπῆρχε καμιά ἀμφιβολία ὅτι ἦταν ὁ ἴδιος κληρικός πού μέ ἐπισκέφθηκε, ἀφοῦ ἐπρόκειτο γιά πραγματική φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, καί ὄχι γιά ἀπεικόνιση κατά φαντασίαν κάποιου ἁγιογράφου.

Ὁ χρόνος γιά τό ἐξωτερικό ἔφτασε, καί ἀναχωρήσαμε γιά τή Γερμανία. Φτάσαμε ἐκεῖ τό πρωϊνό τῆς 13.3.2006 καί, ἀφοῦ ἔγιναν ὅλες οἱ ἀπαραίτητες ἐξετάσεις, τό παιδί προετοιμάστηκε γιά τό χειρουργεῖο. Ὅλα πῆγαν καλύτερα ἀπό ὅ,τι περιμέναμε. Ἔγινε ὁλική ἀφαίρεση τοῦ ὄγκου, καί αὐτή τή στιγμή εἶναι ἕνα ἀπόλυτα φυσιολογικό παιδάκι, πού δύσκολα μπορεῖ κάποιος νά καταλάβει καί νά πιστέψει ὅλα ὅσα τοῦ συνέβησαν.

Τό Σάββατο 19 Μαρτίου 2006, ἀφοῦ ὅλα εἶχαν πάει καλά μέ τή μικρή Εἰρήνη καί συνῆλθε ἀπό τήν Ἐντατική, ἀλλά εἶχαν περάσει καί τά κρίσιμα εἰκοσιτετράωρα, ἦταν ἡ πρώτη μέρα πού χαρήκαμε καί γελάσαμε μέ τήν οἰκογένειά μου μετά ἀπό μῆνες ταλαιπωρίας.

Ἐάν κάποιος μετρήσει, εἶναι 35 μέρες πρίν τό Πάσχα. Ὁ κληρικός μέ τά φθαρμένα ὁλοκάθαρα ράσα, ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης, ἐπιβεβαιώθηκε στήν προειδοποίησή του πρός ἐμένα. Ὅσο γιά τά φθαρμένα ράσα, διαβάζοντας κανείς τήν ἱστορία, θά μάθει ὅτι τόν ἔσερναν στούς δρόμους τῆς Σμύρνης.

Δέν εἶναι τυχαῖο ἐπίσης ὅτι 60 χλμ. ἀπό τό Ἀννόβερο ὑπάρχει ὀρθόδοξη ἑλληνική Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ. Εἶναι αὐτά συμπτώσεις; Μά βέβαια ὄχι. Μέ τή βοήθεια τῶν Ἁγίων (ἐνν.: Ραφαήλ, Νικολάου & Εἰρήνης), ἀλλά καί τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, τόν ὁποῖο εἶδα ὁλοζώντανο μπροστά μου, χωρίς νά τόν γνωρίζω, ἡ κόρη μας ξεπέρασε ἕνα τεράστιο πρόβλημα ὑγείας χωρίς τίς παραμικρές ἐπιπλοκές.

Τίποτε δέν εἶναι τυχαῖο σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ἀπό τή δημιουργία ἑνός προβλήματος, ἀλλά καί τόν πολύπλοκο τρόπο τῆς λύσης του. Μέσα ἀπό ἀδιανόητες κατατάσεις, παραπέμπουν στή δύναμη καί τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ.