Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά
ATPL
AIRLINE PILOT
B737NG AIRBUS 320

(συνέχεια από το προηγούμενο)
Σχετικά, τώρα, με την καθημερινή ή ελάσσονα διαφθορά, ο προληπτικός της περιορισμός μπορεί να επιτευχθεί κυρίως, όπως επισημάνθηκε ήδη, με την απλούστευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών και του ισχύοντος νομικού πλαισίου, καθώς επίσης με αποσύνδεση της επαφής μεταξύ υπαλλήλου/ εξυπηρετούμενου πολίτη και με πλήρη αντικειμενικοποίηση του τρόπου πρόσληψης και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και των υπηρεσιών που αυτοί παρέχουν. Ωστόσο, για την αντιμετώπιση των συναφών προβλημάτων διαφθοράς, εκείνο που κυρίως λείπει είναι ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων, δηλ. η αποτελεσματική πειθαρχική και ποινική αντιμετώπιση των περιπτώσεων διαφθοράς και η συντονισμένη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών εντοπισμού και δίωξης της διαφθοράς.
Εν πρώτοις, δηλ. τα πειθαρχικά συμβούλια που επιφορτίζονται με την εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων είναι συχνά πολύ επιεική και δυσκίνητα, ενώ και τα διοικητικά δικαστήρια δεν έχουν συνήθως επαρκή στοιχεία για έκδοση καταδικαστικών αποφάσεων, αφού ο δωρολήπτης υπάλληλος μπορεί να ισχυρισθεί ότι τα χρήματα που πιάστηκε επ’ αυτοφώρω να παίρνει αποτελούσαν π.χ. την επιστροφή ενός ποσού το οποίο αυτός είχε δανείσει παλαιότερα στον δωροδότη του.
Βέβαια στις περιπτώσεις αυτές κρίσιμο ρόλο για την έκβαση μιας τέτοιας υπόθεσης διαδραματίζει η μαρτυρία του ίδιου του δωροδότη, ο οποίος πάντως συνήθως αποφεύγει να κατηγορήσει τον υπάλληλο, αφού έτσι θα φανεί ότι έχει και εκείνος αντίστοιχη ποινική ευθύνη σε ενεργητική δωροδοκία, τούτο, δε, ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι εάν στραφεί κατά του υπαλλήλου θα έχει κατά κανόνα να αντιμετωπίσει στη συνέχεια πόλεμο και από τους συναδέλφους του υπαλλήλου, μέσα σ’ ένα πνεύμα «συναδελφικής αλληλεγγύης» (esprit de corps). Απαιτείται επομένως στις περιπτώσεις των πειθαρχικών υποθέσεων αφενός να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότερη λειτουργία πειθαρχικών συμβουλίων και δικαστηρίων, ώστε να υπάρχει έγκαιρη και ακριβοδίκαιη κρίση των υποθέσεων, και αφετέρου να ληφθούν μέτρα προστασίας όσων καταγγέλλουν πράξεις δωροδοκίας, ώστε οι άνθρωποι αυτοί να μη φοβούνται τις όποιες συνέπειες από την καταγγελία τους.
Επίσης, από πλευράς ποινικού δικαίου η έως τώρα αντιμετώπιση της διαφθοράς δεν φαίνεται να υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική, αφού οι ποινικές διαδικασίες προχωρούν κατά κανόνα με εξαιρετική βραδύτητα και –όταν τελικά διεξαχθεί η δίκη- οι κατηγορούμενοι είτε αθωώνονται ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυριών, κατά τα προαναφερθέντα, είτε παραμένουν εκτός φυλακής λόγω των σχετικά μικρών ποινών που επιβάλλονται, αλλά και των εξαιρετικά ευνοϊκών ρυθμίσεων περί υφ΄ όρον αναστολής εκτέλεσης της ποινής που εισήγαγε στα ά. 100 και 82 ΠΚ ο ν. 3904/2010.
Επιπλέον, υπάρχει παλαιόθεν στη χώρα μας μια πολλαπλότητα δημοσίων υπηρεσιών που ασχολούνται όλες ταυτόχρονα με την αντιμετώπιση της διαφθοράς, αλλά η κάθε μια στο δικό της πλαίσιο αρμοδιότητας: Το Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, το Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ, η Επιτροπή του ά. 7 ν. 2331/1995 για το ξέπλυμα χρήματος, η Οικονομική Επιθεώρηση του Υπουργείου Οικονομικών, το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ και πρόσφατα, ο λεγόμενος Οικονομικός Εισαγγελέας.
Προφανές είναι ότι όλες αυτές οι υπηρεσίες δρουν ασυντόνιστα και πολλές φορές ανταγωνιστικά η μια προς την άλλη και ότι επομένως χρειάζεται να υπαχθούν όλες σε ένα ενιαίο όργανο και, ακόμη καλύτερα, σε μια ανεξάρτητη ελεγκτική αρχή, όπως ορθά προτάθηκε και από την Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος (βλ. «Ποινικά Χρονικά», ΝΘ’ 2003, σελ. 672, όπου πάντως το πεδίο αρμοδιότητας αυτής της αρχής προτείνεται να είναι μόνο για τον έλεγχο του «πόθεν έσχες»). Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Hong Kong, όπως αναφέρει ο καθηγητής Χ. Κ. Τσούκας («Το Βήμα», 16.9.2006, σελ. 15), η εκεί διαφθορά εξαλείφθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό χάρη στην ίδρυση και λειτουργία μιας «Ανεξάρτητης Επιτροπής Εναντίον της Διαφθοράς» (ICAC), η οποία αναφέρεται απ’ ευθείας στην κυβέρνηση και η οποία εξοπλίσθηκε πλήρως τόσο οικονομικά (με προϋπολογισμό 90 εκατ. δολαρίων), όσο και νομικά (να μπορεί δηλ. να ερευνά το «πόθεν έσχες» των υπόπτων, να αίρει το τραπεζικό τους απόρρητο και να διεξάγει τις απαραίτητες έρευνες).
Τέλος, σε ένα γενικότερο επίπεδο απαιτείται να υπάρξει ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού για τις εξαιρετικά επιβλαβείς συνέπειες της διαφθοράς στην κοινωνία, την οικονομία και την ίδια την Δημοκρατία, όπως οι συνέπειες αυτές εκτίθενται παραστατικά στα προοίμια των διεθνών και διευρωπαϊκών συμβάσεων κατά της διαφθοράς.
Ειδικότερα, σε όλα τα προοίμια αυτών των Συμβάσεων, όπως και σε αντίστοιχα κείμενα της Διεθνούς Διαφάνειας (Transparency International) και της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank), η διαφθορά και η συναφής με αυτήν αλλά στενότερη από νομική άποψη δωροδοκία θεωρούνται ότι απειλούν το Κράτος Δικαίου, τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ότι παρεμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη και τον ανταγωνισμό και ότι θέτουν σε κίνδυνο τα ηθικά θεμέλια της κοινωνίας (βλ. ιδίως τα προοίμια στη Σύμβαση ΟΟΣΑ 1997 και στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά σε θέματα ποινικού δικαίου). Θεωρείται, δηλ., ότι λόγω της διαφθοράς καταλύεται η ίση μεταχείριση μεταξύ των πολιτών οι οποίοι ζητούν να εξυπηρετηθούν από δημόσιες ή και ιδιωτικές υπηρεσίες, ότι νοθεύεται ο ανταγωνισμός, με αποτέλεσμα να μην επικρατεί ο καλύτερος, να ανεβαίνει πολύ –λόγω μίζας- το κόστος ενός έργου ή/και να χαμηλώνει η ποιότητά του, γεγονός το οποίο δημιουργεί αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση στον φορολογούμενο˙ ότι υπονομεύεται το ίδιο το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας, που επιτρέπει, ανέχεται ή και ενθαρρύνει, κατά περίπτωση, αυτές τις παράνομες και ανήθικες συναλλαγές, ακόμη, δε, ότι τίθεται υπό γενικότερη αμφισβήτηση το όλο ισχύον σύστημα των ηθικών αξιών, που αποκαλύπτεται να έχει χαρακτήρα υποκρισίας και αδικίας. Με παρόμοιο πνεύμα ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος εύστοχα χαρακτήρισε τη διαφθορά ως «κοινωνικόν νόσημα πολιτισμικής αιτιολογίας, το οποίον δυσκόλως θα θεραπευθεί, εάν δεν αλλάξη η κλίμαξ των αξίων, η οποία, ως έχει σήμερον, ενθαρρύνει τον εύκολον πλουτισμόν, τον οποίον και προβάλλει ως ύψιστον αγαθόν» («Ελευθεροτυπία» 31.10.2008, σελ. 19). Αντίστοιχα, ο Έλληνας Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας χαρακτήρισε τη διαφθορά ως τη μεγαλύτερη απειλή για τη Δημοκρατία που διαλύει τις σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πολίτες («Ελεύθερος Τύπος», 16.1.2008, σελ. 6), ενώ και ο τωρινός Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος σε παλαιότερη δήλωσή του και σε στιγμή αυτοκριτικής ανέφερε ότι «η διαφθορά ανδρώθηκε επί των ημερών διακυβέρνησης του κόμματός μου, αλλά τώρα [2006, δηλ. επί Νέας Δημοκρατίας] έχει λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις (αφού το κράτος δεν εφαρμόζει τους νόμους), και έχει διαλύσει τα πάντα στην Ελλάδα» (εφημ. «Μετρό», 8-10.9.2006, σελ. 1). Ευχής έργο θα ήταν λοιπόν να υπάρξει μια συντονισμένη εκστρατεία των πολιτικών μας ηγητόρων, σε συνεργασία και με τη Διεθνή Διαφάνεια – Ελλάς, ώστε ήδη από πολύ μικρή ηλικία τα ελληνόπουλα, με την καθοδήγηση των γονέων τους, με μαθήματα στο σχολείο και με άλλες δράσεις (π.χ. ενημερωτικές εκπομπές στα ΜΜΕ), να εθισθούν στην ιδέα ότι η διαφθορά μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργεί και ότι είναι θέμα αξιοπρέπειας και δημοκρατίας να ενεργεί κανείς με εντιμότητα και διαφάνεια.
Και είναι πιθανό ότι μέσω μιας τέτοιας εκστρατείας τα παιδιά αυτά θα διαπαιδαγωγηθούν με μιαν άλλη νοοτροπία αλληλεγγύης και ομαδικότητας, και με διαφορετική κλίμακα αξιών από τη σημερινή, αρκεί βέβαια να διαπιστώσουν ότι τη νέα αυτή κλίμακα αξιών εφαρμόζουν πρώτοι οι ίδιοι οι ταγοί της χώρας…
Εν κατακλείδι, «οι λαοί που εκλέγουν διεφθαρμένους πολιτικούς πάσης κατηγορίας δεν είναι θύματα αλλά συνένοχοι», George Orwel.
Το ζούμε καθημερινά με όλους τους θεσμούς που τώρα πλέον υποθετικά αποτελούν πυλώνες της Δημοκρατίας.
Πηγή
Κείμενο του Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νέστορα Κουράκη
«Καταπολεμώντας τη διαφθορά στην Ελλάδα»
Από το περιοδικό «ΤΗΕ ART OF CRIME» (τεύχος 19 – Ιούλιος 2011)
theartofcrime.gr


