
Στη Δράμα, ο τουρισμός έχει μετατραπεί σε μια λέξη-άλλοθι. Άλλοθι για αδράνεια, για απουσία σχεδίου, για έλλειψη αποτελέσματος. Τον επικαλούμαστε συχνά, τον στολίζουμε με τίτλους και δελτία Τύπου, αλλά αποφεύγουμε συστηματικά να τον μεταφράσουμε σε πράξη. Μιλάμε για ανάπτυξη, ενώ φοβόμαστε την αλλαγή. Μιλάμε για εξωστρέφεια, ενώ στην πράξη λειτουργούμε με κλειστά συστήματα, αποκλεισμούς, επιλεκτικές συμμετοχές και βολικές σιωπές.
Δεν γράφω αυτό το κείμενο ως παρατηρήτρια. Ούτε ως σχολιάστρια της επικαιρότητας. Καταθέτω εμπειρία. Για σχεδόν οκτώ χρόνια συνεργάστηκα καθημερινά με τον βασικό θεσμικό φορέα του τουρισμού του τόπου, σε μια περίοδο όπου ο τουρισμός της Δράμας στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Έζησα από μέσα τον σχεδιασμό, τις ελλείψεις, τις δυσκολίες, αλλά και την επίμονη προσπάθεια να κρατηθεί ο προορισμός όρθιος και παρών στον τουριστικό χάρτη, χωρίς εύκολες λύσεις και χωρίς επικοινωνιακά δεκανίκια.
Και εδώ χρειάζεται να ειπωθεί κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν: επί οκτώ χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δουλειάς παρέμεινε σχεδόν άγνωστο στην ίδια τη Δράμα. Όχι επειδή δεν υπήρξε, αλλά επειδή συνειδητά δεν προβλήθηκε εσωτερικά. Η προτεραιότητα δεν ήταν να μάθουν οι Δραμινοί για εμάς. Ήταν να μάθουν οι άλλοι για τη Δράμα. Να μπει ο τόπος στον χάρτη, όχι τα πρόσωπα στις φωτογραφίες.
Οι πραγματικοί άνθρωποι του τουρισμού έμειναν σιωπηλοί από επιλογή. Όχι από αδυναμία, αλλά από ευθύνη. Σήκωσαν μανίκια και δούλεψαν. Έτρεξαν μελέτες, φιλοξενίες, δράσεις, προβολή, συνεργασίες. Δεν έστηναν σκηνικά. Δεν κυνηγούσαν χειροκρότημα. Δεν έβγαιναν φωτογραφία. Και ίσως αυτό, σήμερα, να τους «κοστίζει» επικοινωνιακά, αλλά είναι το μεγαλύτερο ηθικό τους πλεονέκτημα.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη ιδεών. Ιδέες υπάρχουν. Προτάσεις υπάρχουν. Γνώση υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η βούληση να ακουστούν όσοι δούλεψαν πραγματικά. Λείπει η γενναιότητα να αμφισβητηθεί το βολικό status quo και να σπάσουν οι κλειστοί κύκλοι των «ημετέρων» που ανακυκλώνουν ρόλους, λόγια και αποφάσεις.
Ο τουρισμός της Δράμας δεν υστερεί σε δυναμική. Υστερεί σε πολιτική βούληση. Υστερεί σε σοβαρότητα. Υστερεί σε δικαιοσύνη. Η διαχείριση είναι επιλεκτική, οι αποφάσεις λαμβάνονται από λίγους για λίγους και βαφτίζονται «γενικό καλό». Ο διάλογος γίνεται χωρίς εκείνους που δούλεψαν αθόρυβα και με εκείνους που απλώς μιλούν καλύτερα. Οι θεσμικοί πυλώνες του τουρισμού αντιμετωπίζονται ως ενόχληση και όχι ως αναγκαίοι συνεργάτες.
Και εδώ χρειάζεται καθαρότητα: το πρόβλημα δεν είναι διαχρονικό. Είναι πρόβλημα κυρίως του τελευταίου έτους. Ενός έτους χαμένου. Ενός έτους χωρίς ουσιαστική καθοδήγηση, χωρίς σχέδιο, χωρίς συντονισμό. Ενός έτους όπου η απουσία πράξης βαφτίστηκε «διαχείριση» και η αδράνεια παρουσιάστηκε ως επιλογή.
Από το 2018 και μετά, μέσα από τη δουλειά μου στον τουρισμό, έγινε ξεκάθαρο κάτι σκληρό αλλά αληθινό, στον τόπο μας, ο τουρισμός δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως συλλογική υπόθεση. Στην πράξη, στηρίχθηκε σε μια μικρή ομάδα ιδιωτών, προφανώς όχι όλων, που με νύχια και με δόντια προσπάθησαν επί χρόνια να διατηρήσουν μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή εικόνα της Δράμας. Μελέτες, ιστοσελίδες, προβολή, φιλοξενίες, δράσεις, ακόμη και φεστιβάλ… όλα αυτά έγιναν από ιδιώτες που το πίστευαν, εκεί όπου η αυτοδιοίκηση όφειλε να είναι παρούσα. Εκεί που όφειλαν να είναι όλοι παρόντες, αλλά εμφανίστηκαν μόνο όταν ήταν βολικό.
Και αυτό δεν προέκυψε τυχαία. Τα πρώτα χρόνια αυτής της διαδρομής, υπήρξε πλήρης και συστηματικός αποκλεισμός των ιδιωτικών φορέων τουρισμού της Δράμας τόσο από την πρωτοβάθμια όσο και από τη δευτεροβάθμια διοίκηση. Ο τουρισμός αντιμετωπιζόταν ως κάτι δευτερεύον, σχεδόν ενοχλητικό, και οι άνθρωποι που τον υπηρετούσαν ως «εκτός πλαισίου». Δεν υπήρχε διάλογος, δεν υπήρχε συνεργασία, δεν υπήρχε καν στοιχειώδης διάθεση ακρόασης.
Οι ιδιωτικοί φορείς δεν κλήθηκαν ποτέ να συνδιαμορφώσουν, δεν συμμετείχαν σε αποφάσεις, δεν είχαν πρόσβαση σε στρατηγικό σχεδιασμό, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε στρατηγικός σχεδιασμός. Υπήρχε μόνο αδιαφορία και μια λογική «δεν μας αφορά».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκλεισμού, κάποιοι επέλεξαν να μην αποχωρήσουν. Να μην σωπάσουν. Να μην περιμένουν. Και έτσι, η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν ήρθε να υποκαταστήσει την αυτοδιοίκηση από φιλοδοξία, αλλά από ανάγκη. Γιατί αν δεν κινούνταν οι ίδιοι οι άνθρωποι του τουρισμού, απλώς δεν θα κινούνταν τίποτα.
Ήταν σωστό αυτό; Όχι. Δεν ήταν. Η αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να απουσιάζει από τον τουρισμό. Η διαφορά, όμως, είναι κρίσιμη: στο παρελθόν μπορεί να υπήρχε απουσία, αλλά δεν υπήρχε εμπόδιο. Το τελευταίο έτος, όμως, δεν έχουμε απλώς απουσία. Έχουμε αδράνεια, σύγχυση, έλλειψη κατεύθυνσης, υποσχέσεις και τίποτα άλλο.
Ξεκινήσαμε με προσδοκίες, με κοινό όραμα και συνεργασία. Γιατί στην αρχή αυτής της περιόδου υπήρξε πραγματική στήριξη: η ηγεσία έδειξε ότι θέλει να ακούσει, να συνεργαστεί και να βάλει τον τουρισμό σε σειρά. Ο τότε αρμόδιος συντονιστής του τουρισμού, χωρίς φανφάρες, έκανε το αυτονόητο που για χρόνια έλειπε. Άνοιξε πόρτες, μας παραχώρησε χώρο για να στεγαστεί ένα κοινό συνεργατικό σχήμα, οργάνωσε συναντήσεις με όλους τους κρίσιμους εκπροσώπους του Νομού και έβαλε στο τραπέζι τη συνέχεια μιας δουλειάς οκτώ ετών. Εκείνη η περίοδος είχε ελπίδα, γιατί υπήρχε κατεύθυνση, παρουσία, συνέπεια, θέληση και πράξη.
Και μετά, άλλαξε το πρόσωπο-κλειδί. Και μαζί του, άλλαξε και η στάση. Στο τελευταίο έτος, η στήριξη που είχε κερδηθεί στην πράξη αντικαταστάθηκε από αμηχανία, απόσταση και «να τα λέμε» χωρίς να τα κάνουμε. Ο επόμενος αρμόδιος δεν συνέχισε. Δεν πάτησε πάνω σε ό,τι είχε χτιστεί. Δεν προστάτεψε τις ευκαιρίες που είχαν ανοίξει. Δεν έδωσε πλάνο και ρυθμό. Καταλήξαμε εκεί όπου ξεκινούν όλα τα προβλήματα. Πολλές συζητήσεις και καμία πράξη. Ίδιες οι κουβέντες. Πράξεις όμως, ανύπαρκτες. Γιατί αυτός που κατανόησε απομακρύνθηκε και ο επόμενος απλά δεν ένιωσε. Δεν έγινε καμία προσπάθεια για στήριξη, αντίθετα, χάθηκαν ευκαιρίες που χτίστηκαν με κόπο στην προηγούμενη χρονιά.
Μία εκδήλωση. Μία έκθεση. Και γύρω από αυτά, υπερβολική αυτοϊκανοποίηση. Παρουσιάσεις χωρίς στόχευση, συμμετοχές χωρίς στρατηγική, απολογισμοί που βαφτίζονται επιτυχίες. Μια διαρκής προσπάθεια να πειστεί η κοινή γνώμη ότι «κάτι γίνεται», ενώ στην ουσία απλώς διαχειριζόμαστε την εικόνα μας. Πολύς θόρυβος, λίγη ουσία και ακόμη λιγότερο αποτέλεσμα.
Όποιος τολμά να το πει αυτό, στοχοποιείται. Βαφτίζεται «αρνητικός», «υπερβολικός», «παντογνώστης». Όχι γιατί λέει κάτι λάθος, αλλά γιατί χαλάει το αφήγημα. Γιατί θυμίζει ότι ο τουρισμός δεν είναι σκηνικό για φωτογραφίες, αλλά πεδίο σκληρής, καθημερινής δουλειάς.
Δεν μπορεί ο ίδιος άνθρωπος που πριν από έναν μήνα δήλωνε δημόσια ότι «η Δράμα δεν έχει τουρισμό», σήμερα να υπερηφανεύεται για τουριστικές επιτυχίες. Η σοβαρότητα δεν είναι θέμα επικοινωνίας. Είναι θέμα συνέπειας.
Την ίδια στιγμή, κρίσιμες αποφάσεις για τον τουρισμό λαμβάνονται από ανθρώπους που δεν έχουν ουσιαστική επαφή με το αντικείμενο. Ανθρώπους που περνούν από τον τουρισμό χωρίς να τον υπηρετούν, χωρίς να τον κατανοούν και χωρίς να λογοδοτούν. Τουρίστες στον ίδιο τους τον ρόλο.
Ο τουρισμός, όμως, δεν αντέχει άλλο αφήγημα χωρίς περιεχόμενο. Δεν αντέχει άλλο σχεδιασμό πίσω από κλειστές πόρτες. Δεν αντέχει άλλο χειροκρότημα μεταξύ φίλων. Χρειάζεται σχέδιο, συνέπεια και καθαρές επιλογές. Χρειάζεται συνεργασία με αυτούς που γνωρίζουν, που δουλεύουν διαρκώς και αποδεδειγμένα, όχι με αυτούς που απλώς φαίνονται.
Και κάτι τελευταίο, αλλά θεμελιώδες, τουρισμός δεν είναι «προβάλλω την επιχείρησή μου». Τουρισμός είναι «προβάλλω τον τόπο μου». Και μέσα από τον τόπο, προβάλλεται και η επιχείρηση. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, απλώς δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει τουρισμός.
Η ανάπτυξη δεν έρχεται με φωτογραφίες, ούτε με γενικόλογες ανακοινώσεις. Έρχεται όταν έχεις το θάρρος να παραδεχτείς ότι δεν τα κάνεις καλά. Όταν ακούς αυτούς που ξέρουν. Όταν αφήνεις το βόλεμα και μπαίνεις στη δουλειά.
Αν θέλουμε πραγματικά ο τουρισμός της Δράμας να γίνει εργαλείο ανάπτυξης και όχι επικοινωνιακό δεκανίκι, πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία. Να διαλέξουμε πλευρά. Της ουσίας ή της εικόνας. Και είναι η μόνη πλευρά που θα πρέπει να διαλέξουμε.
Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να μιλάμε για τουρισμό χωρίς τουρισμό.
Για ανάπτυξη χωρίς ανάπτυξη.
Ο καθένας, λοιπόν, στον ρόλο του.
Άλλοι στη δουλειά.
Και άλλοι, δυστυχώς, στο ψέμα.
Καλή χρονιά, όχι με υποσχέσεις, αλλά με ευθύνη.
Ελένη Μιχαηλίδη

