ΑΡΘΡΟ
Του Γ.Κ. Χατζόπουλου
τ. Λυκειάρχη

Ο χοίρος (Η λέξη αναφέρεται: Ιππώναξ, 31, Αριστοφάνης, Αχαρνής 764, 781, Ηρόδοτος, 2, 48, Πλάτων, Πολιτεία, 378 Δ, Πλούταρχος, Κικέρων 7), ο υς ή συς των αρχαίων Ελλήνων, το γουρούνι των Νεοελλήνων (Ο αείμνηστος καθηγητής Νικ. Ανδριώτης στο ετυμολογικό του λεξικό γράφει: γουρούνι, μσν. γουρούνιν, προέρχεται, από την αρχαία ελληνική λέξη γρώνη. Κατά το λεξικό των Liddell – Scott γρώνη σημαίνει σπηλιά, κοίλη πέτρα, κοίλο αγγείο, γούρνα, σκάφη). Πάντως, κατά τους αρχαίους συγγραφείς χαρακτηρίζεται το γουρούνι ως έχον σκληράς και ανορθωμένας τρίχας, ζώον παμφάγον. Το γ’ρούνι των Θρακιωτών και ο μουχτερόν των Ποντίων είναι στενά συνυφασμένος με τη ζωή του ανθρώπου.
Αρχικά σε εχθρική στάση με τον άνθρωπο, αργότερα σε φιλική κάνει την παρουσία του όχι μόνο σε γραπτά κείμενα, αλλά και στον προφορικό λόγο.
Οι ανασκαφικές έρευνες, που διενεργήθηκαν πριν από μερικά χρόνια στον νεολιθικό οικισμό των Σιταγρών ή του Φωτολίβους, έφεραν στο φως οστά χοίρων, και μάλιστα αρσενικών, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο άνθρωπος εκτιμώντας την αξία του προέβη στην εξημέρωσή του, όπως και άλλων ζώων: του προβάτου, της κατσίκας, του αλόγου, του βοδιού, του σκύλου.
Η εξημέρωση του χοίρου από τον νεολιθικό άνθρωπο ασφαλώς δε σήμαινε τη διακοπή της αντιπαλότητας με τον αγριόχοιρο, τον κάπρο ή καπρί, όπως διαφαίνεται από τον άθλο του ημίθεου Ηρακλή, γιου της θνητής Αλκμήνης και του Δία, ο οποίος Ηρακλής με εντολή του Ευρυσθέα συνέλαβε τον Ερυμάνθιο Κάπρο με τέχνασμα και τον παρέδωσε στον εντολέα, ο οποίος στη θέα του κατατρομοκρατήθηκε τόσο, ώστε κλείσθηκε σε πιθάρι για να σωθεί.
Έτσι η σύλληψη του άγριου χοίρου απάλλαξε τους κατοίκους της περιοχής της Αρκαδίας από τον τρόμο και τις καταστροφές που προκαλούσε σ’ αυτούς και στα σπαρτά τους. Κάτι ανάλογο γίνεται και σήμερα με τους αγριόχοιρους με αποτέλεσμα να διαμαρτύρονται οι αγρότες μας, γιατί αυτοί τους καταστρέφουν τη σοδειά.
Εκτενής είναι η αναφορά του ζώου, τόσο του άγριου, όσο και του ήμερου στα Ομηρικά Έπη, όπου το συναντάμε είτε ως συς είτε ως υς ανάλογα με τις ανάγκες του μέτρου (Κ 261, Ψ 32, Μ 146, Ο 356, Θ 338) και στους αρχαίους συγγραφείς Ξενοφώντα, Κύρου Ανάβασις 1, 6, 28, Αριστοτέλη περί ζώων 6, 28, 1, Ηρόδοτο 4, 192.
Κατά τη μυθολογία ο Οδυσσέας έτρεφε ως κατοικίδιους χοίρους 600 θηλυκούς και 300 αρσενικούς.
Από το κ της Οδύσσειας πληροφορούμεθα ότι η νύμφη Κίρκη ή θεά μεταμόρφωσε σε χοίρους συντρόφους του Οδυσσέα, όταν την επισκέφθηκαν στην κατοικία της ποτίζοντάς τους με πηχτό σιρόπι, στο οποίο είχε ρίξει φαρμάκι και στη συνέχεια τους έριξε στο χοιροστάσι της δίδοντάς τους να φάνε πρίνους, βελανίδια και καρπούς κρανιάς, αφού προηγουμένως τους άγγιξε με το ραβδί της και τότε εκείνοι αποκτήσανε κεφάλι χοίρου, ανάλογη φωνή, σώμα και τρίχες, όμως με το μυαλό στη θέση του θρηνούσαν για το κακό που πάθανε.
Το ίδιο επιχείρησε να κάνει η Κίρκη και στον Οδυσσέα, όμως υποχώρησε μπροστά στην απειλή του, όταν ξιφούλκησε το κοφτερό σπαθί του και χύμηξε κατά πάνω της.
Ο ίδιος ο Όμηρος μας πληροφορεί στην Οδύσσειά του ότι αναγνωρίζει τον Οδυσσέα η σεβαστή οικονόμα Ευρύκλεια από την ουλή, που είχε στο πόδι του, την ώρα που του έπλενε τα πόδια, όταν άγνωστος είχε φτάσει στο παλάτι της Ιθάκης. Η ουλή εκείνη προερχόταν από το τραύμα, το οποίο του είχε προξενήσει αγριόχοιρος, όταν είχε πάει για κυνήγι ο Οδυσσέας. Το δυσάρεστο εκείνο γεγονός ήταν γνωστό στο παλάτι.
Για τους αρχαίους Αθηναίους ο χοίρος ήταν ιερό ζώο, το οποίο προστάτευε η θεά Δήμητρα και το οποίο πρόσφεραν συχνά για θυσία. Σε αγγειογραφίες απεικονίζεται άτομο, το οποίο κρατεί στα χέρια του χοιρίδιο και προσεγγίζει βωμό για να το θυσιάσει σε κάποια θεότητα για να κερδίσει την εύνοιά της ή για την εκπλήρωση τάματος ή για την έκφραση ευχαριστίας προς εκπλήρωση αιτήματος. Η θυσία χοίρου ήταν εύλογη, αφού πρόκειται για ζώο με άφθονο λίπος, το οποίο καιόμενο ανέδιδε μεγάλη ποσότητα κνίσας (τσίκνας), την οποία απολαμβάνανε οι θεοί του Ολύμπου, ικανοποιούμενοι για την προσφορά των ανθρώπων.
Με τον χοίρο συνδέθηκαν κατά την αρχαιότητα και διάφορες παροιμίες όπως: «Γείτοσιν υς εκώμασε», που λεγόταν για όσους έκαναν πράξεις άκοσμες, «υς υπό ρόπαλον δραμείται», που λεγόταν για όσους έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή τους, «υς έκειτο επί στόμα», λεγόταν για όσους γίνονταν παχύσαρκοι λόγω καλοπέρασης και αδηφαγίας, «λύσω την εμαυτής υς», λεγόταν από όσους εκδηλώνανε μεγάλη οργή κ.ά.
(συνεχίζεται…)

