ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

Τ. Λυκειάρχη

 

 

Το θέμα, το οποίο θα σας παρουσιάσει η ταπεινότητά μου, ομολογουμένα, αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ενασχολήσεις μου εδώ και πενήντα χρόνια.

Ξεκίνησα ως φοιτητής να καταγράφω από το στόμα των γεννητόρων μου τα «τραγωδίας», δηλαδή εκείνα τα λακωνικά δίστιχα, τα στιχάκια, όπως τα αποκαλούσαν, όσοι τα τραγουδούσαν.

Με το διάβα του χρόνου, και αφού ο αριθμός των διστίχων, αλλά και των πολυστίχων αυξήθηκε αρκετά, επιδόθηκα στη μελέτη τους, η οποία αποτυπώθηκε στο πόνημά μου «Συμβολή στη μελέτη των Δημοτικών τραγουδιών του Πόντου» σε έκταση 200 σελίδων.

Δεν το κρύβω ότι η μελέτη των διστίχων, αλλά και των πολυστίχων τραγουδιών με γοήτευσε τόσο, ώστε, χρησιμοποιώντας και κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως του Ομήρου και του τραγικού ποιητή Ευριπίδη, εντυπωσιάστηκα τόσο και ταυτόχρονα ένιωσα υπερηφάνεια, αφού τα τραγούδια μας είχαν τόση στενή σχέση με την αρχαία μας ποίηση, που με οδήγησε σε έντονο προβληματισμό και με δέσμευσε να εμβαθύνω σ’ αυτά, και, στα πλαίσια του δυνατού, να ερμηνεύσω αυτήν την κοινή πορεία αρχαίας ελληνικής ποίησης και δημοτικού τραγουδιού του Πόντου.

Προτού όμως αναφερθώ διεξοδικά σ’ αυτή τη σχέση, θεωρώ σκόπιμο και αναγκαίο να αποτυπώσω τον ορισμό του δημοτικού τραγουδιού και πώς αυτό γεννιέται στο διάβα του χρόνου.

Κάποιοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι διατυπώσανε επίσημα την άποψη ότι ο λαός μας έπαψε να σφυρηλατεί πάνω στο αγέρωχο αμόνι του στίχους ποιητικούς. Απορώ πώς, ελαφρά τη καρδία, προέβησαν σε μια τέτοια διατύπωση.

Το ποιητικό εργαστήρι του λαού μας ούτε έπαψε και ούτε θα πάψει να παράγει εύγεστους, δυναμικούς, σφριγηλούς και συγκινητικούς στίχους. Και απόδειξη αυτής της αλήθειας αποτελεί η συνεχής παραγωγή ποιητικών στίχων, αρκεί να υπάρξουν οι κατάλληλες στιγμές και τα γεγονότα, τα οποία ενεργοποιούν το ποιητικό τάλαντο του λαού μας.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω, αν, όσα δημοτικά τραγούδια παράγονται, είναι καρπός συνολικά του λαού μας. Ασφαλώς θα ήταν πέρα από κάθε επιστημονική θεώρηση ότι η παραγωγή δημοτικών τραγουδιών είναι αποκλειστικός καρπός ομάδας ή ομάδων.

Το διευκρινίζω ευθύς αμέσως ότι το δημοτικό τραγούδι γενικά, και ειδικά το ποντιακό, είναι καρπός αρχικά ενός ατόμου, προικισμένου με το ποιητικό τάλαντο. Και είναι αποδεδειγμένο ότι μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων υπάρχουν άνθρωποι προικισμένοι με το χάρισμα της ποιητικής δημιουργίας.

Σε στιγμές ευχάριστες, όπως ο γάμος, η βάπτιση, η επιτυχία, η απόκρουση εχθρών ή η δυσάρεστη στιγμή όπως ο ξενιτεμός, η απώλεια προσφιλών προσώπων, η στέρηση ελευθερίας, ο προικισμένος με το ποιητικό τάλαντο λαϊκός ποιητής, αρχικά επώνυμος και στη συνέχεια ανώνυμος, επιδίδεται στη σμίλευση σχετικών στίχων, τους οποίους απαγγέλλει στην κατάλληλη στιγμή σε ομήγυρη συνανθρώπων του, κάποιοι από τους οποίους προικισμένοι και αυτοί με το ποιητικό τάλαντο αφομοιώνουν τους στίχους και επεμβαίνουν με την προσθήκη και άλλων στίχων ή την τροποποίηση κάποιων. Έτσι πορεύεται η σύνθεση του δημοτικού τραγουδιού, που γίνεται κτήμα όλου του λαού, ενώ ο πρωτοδημιουργός του, προς δυστυχία του, λησμονείται, αφού πρώτα προσφέρει ως δώρο το δημιούργημά του στο λαό.

Η μελέτη των δημοτικών τραγουδιών μοιραία και αναγκαστικά οδηγεί στη θεματοποίησή τους, η οποία διευκολύνει καλύτερα την προσέγγισή τους.

Έτσι οι μελετητές τους οδηγήθηκαν στην κωδικοποίησή τους κατατάσσοντάς τα σε: Ακριτικά, παραλογές, της αγάπης, της ξενιτιάς, της πίστης, των καλάντων, των σατιρικών, των νανουρισμάτων, του κάτω κόσμου, στα ιστορικά και τέλος σε κάποια με μικτό περιεχόμενο.

Και επειδή από Θεού άρχεσθαι θα ξεκινήσουμε την περιήγησή μας στο χώρο του δημοτικού τραγουδιού του Πόντου από το τραγούδι, που αναφέρεται στο πάρσιμο της βασιλίδος των Πόλεων, στην Κωνσταντινούπολη.

«Ναϊλοί εμάς και βάι εμάς, οι Τούρκ’ την Πόλ’ επέραν, επέραν το βασιλοσκάμ’, ελλάγεν αφεντία.

Μοιρολογούν τα εγκλησιάς, κλαίγ’νε τα μοναστήρα

κι Αε Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει δερνοκοπάται.

-Μη κλαις, μη κλαις, Αε Γιάννε μου, και μη δερνοκοπάσαι.

-Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν.

-Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο»

Η άλωση της βασιλίδος των Πόλεων, το κέντρο της ορθοδοξίας και της αληθινής αγάπης, πλήγωσε βαθύτατα τον χριστιανικό κόσμο του Πόντου και μαζί του πλήγωσε σε αφάνταστο σημείο τον προσφιλέστατο Άγιο των Ποντίων, τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Όμως ο κατάφορτος από αισιοδοξία λαός του Πόντου, μέσα στο χαλασμό και στο θρήνο, γρανιτώνει την ψυχή του και προχωρεί όχι μόνο στο να παρηγορήσει τον Άγιο, αλλά και να προφητεύσει την ανάσταση του Γένους των Ελλήνων. Κάτι ανάλογο με εκείνο που συναντάμε στο πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι της Αγιά Σοφιάς: Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά σας θα ’ναι. Ασφαλώς όχι δικά μας, όπως εσφαλμένα κάποιοι αναφέρουν, αλλά δικά τους, δηλαδή της Παναγιάς και των Αγίων.

Αλλά και οι μεγάλοι ιστορικοί σταθμοί του Γένους των Ελληνοποντίων έδωσαν εύπεπτη τροφή στον λαϊκό τροβαδούρο. Σειρά ολόκληρη δημοτικών τραγουδιών σφυρηλατήθηκε από τον ανώνυμο ποιητή του Πόντου, που ταυτοποιήθηκε με τον τίτλο «Ακριτικά Τραγούδια». Ήρωας ο Διγενής Ακρίτας, ο Ακρίτας απλώς των Ποντίων, ο ακρίτας που φυλάσσει άγρυπνα τα σύνορα και εμποδίζει την επέλαση αλλοφύλων και αλλοθρήσκων.

(συνεχίζεται…)