ΑΡΘΡΟ
Της Μαρίας Καμπάνταη*

Άλλη μία γυναικοκτονία. Και, μάλιστα, στη μικρή μας τοπική κοινωνία. Άλλη μία γυναίκα που έχασε τη ζωή της από τα χέρια του ανθρώπου με τον οποίο μοιράστηκε τη ζωή της. Και αμέσως μετά, η αυτοχειρία του δράστη, αφήνοντας πίσω της ακόμη περισσότερα ερωτήματα, πόνο και κοινωνικό προβληματισμό.
Κάθε γυναικοκτονία δεν είναι απλώς ένα «οικογενειακό δράμα» ή ένα «έγκλημα πάθους». Είναι η ακραία έκφραση της έμφυλης βίας, της ανάγκης ελέγχου και κυριαρχίας πάνω σε μια γυναίκα που θεωρήθηκε από τον θύτη ως κτήμα και όχι ως αυτόνομη προσωπικότητα με δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και στην επιλογή.
Το γεγονός ότι το θύμα ήταν αστυνομικός προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο σοκ στην κοινωνία. Όχι επειδή η ζωή της αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ζωή γυναίκας, αλλά επειδή αναδεικνύει με τον πιο σκληρό τρόπο μια αλήθεια που συχνά αρνούμαστε να δούμε: καμία γυναίκα δεν είναι πραγματικά ασφαλής μόνο και μόνο λόγω του επαγγέλματος, της μόρφωσης, της κοινωνικής της θέσης ή της γνώσης της.
Μια γυναίκα μπορεί να είναι αστυνομικός, δικηγόρος, γιατρός, εκπαιδευτικός ή δημόσιο πρόσωπο και παρ’ όλα αυτά να βρίσκεται παγιδευμένη σε μια κακοποιητική σχέση. Η βία δεν κάνει διακρίσεις. Διεισδύει σιωπηλά σε σπίτια, οικογένειες και σχέσεις, ανεξάρτητα από την κοινωνική ταυτότητα των ανθρώπων.
Ως ψυχολόγος, γνωρίζω πολύ καλά ότι η κακοποίηση δεν ξεκινά συνήθως με χτυπήματα. Ξεκινά με έλεγχο, υποτίμηση, ζήλια, απομόνωση, απειλές, συναισθηματικό εκβιασμό. Πολλές γυναίκες ζουν για χρόνια μέσα σε ένα κλίμα φόβου και ψυχολογικής πίεσης, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι «θα αλλάξει», ότι «δεν είναι τόσο σοβαρό», ότι «πρέπει να κάνουν υπομονή».
Πίσω από την ερώτηση «γιατί δεν έφυγε;» συχνά κρύβεται η άγνοια ενός ισχυρού ψυχολογικού μηχανισμού: της μαθημένης αβοηθησίας (learned helpnesness). Όταν ο φόβος και η κακοποίηση γίνονται καθημερινότητα, η ελπίδα της διαφυγής μπορεί να μοιάζει πιο απίθανη από την ίδια την παραμονή.
Από την άλλη, η αυτοκτονία του δράστη μετά το έγκλημα δεν αναιρεί την ευθύνη του ούτε μειώνει τη βαρύτητα της πράξης. Αντίθετα, συχνά αποτελεί την τελευταία πράξη μιας καταστροφικής δυναμικής, όπου η αδυναμία διαχείρισης της απώλειας ελέγχου μετατρέπεται σε θανατηφόρα βία απέναντι στον άλλον και τελικά στον ίδιο τον εαυτό.
Όμως, δεν χρειάζεται κάθε γυναικοκτονία μια ψυχιατρική διάγνωση για να εξηγηθεί. Κάποιες φορές η κοινωνία αναζητά στην ψυχική ασθένεια μια βολική απάντηση, επειδή δυσκολεύεται να αντικρίσει την πιο άβολη αλήθεια: ότι η βία κατά των γυναικών είναι πρωτίστως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, όχι απλώς ατομική παθολογία.
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί συνέβη. Είναι τι κάνουμε ως κοινωνία για να μη ξανασυμβεί.
Πόσες γυναίκες εξακολουθούν να φοβούνται να μιλήσουν; Πόσες καταγγελίες δεν γίνονται ποτέ; Πόσες φωνές αγνοούνται μέχρι να είναι αργά; Και πόσο αποτελεσματικοί είναι οι μηχανισμοί προστασίας όταν ακόμη και γυναίκες που γνωρίζουν το σύστημα ή εργάζονται μέσα σε αυτό δεν καταφέρνουν να σωθούν;
Η προστασία των γυναικών δεν μπορεί να περιορίζεται σε διακηρύξεις μετά από κάθε τραγωδία. Απαιτεί πρόληψη, εκπαίδευση, ουσιαστική στήριξη των θυμάτων, ταχεία παρέμβαση των αρχών και μια κοινωνία που δεν θα κλείνει τα μάτια στα προειδοποιητικά σημάδια.
Κακά τα ψέματα, κάθε γυναικοκτονία αποτελεί μια συλλογική αποτυχία. Και κάθε φορά που μια γυναίκα χάνει τη ζωή της, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων υπήρχε ένας άνθρωπος με όνειρα, σχέδια και δικαίωμα στο μέλλον.
Το ελάχιστο που της οφείλουμε είναι να μη συνηθίσουμε ποτέ αυτή την είδηση.
* Η Μαρία Καμπάνταη είναι κλινική ψυχολόγος και συγγραφέας τριών βιβλίων που αγγίζουν καίρια ζητήματα της ανθρώπινης ψυχής. Στον «Ανελκυστήρα» εξετάζει την έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας, προσφέροντας σκέψεις και πρακτικά εργαλεία για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής. Στο «Μαμά…» προσεγγίζει με τρυφερότητα και επιστημονική ματιά τη βαθιά και πολύπλοκη σχέση μητέρας και παιδιού. Τέλος, στο «Οι καλές μέρες ξεκινούν με καφέ» αναδεικνύει τη δύναμη των μικρών, καθημερινών στιγμών που φέρνουν ισορροπία, χαρά και ελπίδα στην καθημερινότητά μας. Μπορείς να έρθεις σε επαφή μαζί της στο instagram: maria_kabadai


