Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά
ATPL
AIRLINE PILOT
B737NG AIRBUS 320

(συνέχεια από το προηγούμενο)
Βασική, είναι βέβαια, εν προκειμένω, η προαναφερθείσα διάκριση μεταξύ μείζονος και ελάσσονος διαφθοράς. Άλλη δηλ. είναι η «μείζων διαφθορά», η οποία, κατά τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη («Το Βήμα», 22.9.2006, σελ. 11) αφορά «στους εκβιασμούς επιχειρηματιών, στο μαύρο χρήμα, στο οικονομικό έγκλημα, στις χαριστικές πράξεις της πολιτικής εξουσίας προς επιχειρηματίες, στις δωροδοκίες δικαστών, στις φορολογικές παραβάσεις κ.λπ.», και άλλη η καθημερινή διαφθορά, η ελάσσων διαφθορά, αυτή που πλήττει τον φτωχό κυρίως πολίτη στης συναλλαγές του με το Δημόσιο, με τα νοσοκομεία, τις πολεοδομίες, τις εφορίες, προκειμένου αυτός να έχει πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που ούτως ή άλλως δικαιούται. Βέβαια, κοινός παρονομαστής και στις δύο περιπτώσεις είναι ένα υπερτροφικό κράτος, το οποίο ευνοεί τη διαφθορά με τον γιγαντισμό του, με την υπερβολική διακριτική ευχέρεια υπαλλήλων να ερμηνεύουν κατά το δοκούν ή ενίοτε και κατά το συμφέρον τους τις επικαλυπτόμενες ή αντιφατικές διατάξεις των νόμων, αλλά και με την εν πολλοίς ευνοιοκρατική πρόσληψη και προαγωγή σε διευθυντικές θέσεις ανθρώπων πρόθυμων να εξυπηρετούν τις πελατειακές σχέσεις των πολιτικών.
Συνεπώς, ένα πρώτο γενικό και θεμελιώδες προληπτικό μέτρο αντιμετώπισης του προβλήματος είναι, αντίστοιχα, η μείωση του κρατικού παρεμβατισμού, με την τετραπλή έννοια: (α) του περιορισμού των περιττών γραφειοκρατικών διαδικασιών (π.χ. λιγότερα προαπαιτούμενα έγγραφα, μείωση υπογραφών, περισσότερο ξεκάθαρες αρμοδιότητες για τον κάθε υπάλληλο και μικρότερα περιθώρια στη διακριτική του ευχέρεια), (β) της απλοποίησης, «αντικειμενικοποίησης» και νομικής αποσαφήνισης –με νομοθετικές ρυθμίσεις ή και εγκυκλίους– του αντικειμένου των συναλλαγών που διενεργούν οι πολίτες με το Δημόσιο (όπως συνέβη, π.χ., με τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων: ά. 41 ν. 1249/1982 και ά. 14 ν. 1473/1984), (γ) της δημιουργίας διαδικασιών μέσω των οποίων να αποφεύγεται η απευθείας επαφή υπαλλήλου και εξυπηρετούμενου πολίτη σε υπηρεσίες όπου φαίνεται να επιπολάζει η διαφθορά (π.χ. μέσω περαιτέρω επέκτασης του θεσμού των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών στις Εφορίες και τις Πολεοδομίες), και (δ) της τήρησης ή και ενίσχυσης αντικειμενικών κριτηρίων για αξιοκρατικές προσλήψεις και προαγωγές στο Δημόσιο (τα σχετικά θέματα ρυθμίζονται από τη νομοθεσία περί ΑΣΕΠ, που θεσπίσθηκε με τον ν. 2190/1994, καθώς επίσης από τους νόμους 3812/2009 για τις προσλήψεις και 3839/2010 για τις προαγωγές δημοσίων υπαλλήλων). Εξάλλου, σ’ ένα γενικότερο επίπεδο ενδείκνυται να υπάρξει κοινή δημόσια δέσμευση των κομμάτων για ουσιαστικό περιορισμό του Κράτους ως φορέα μη κοινωφελών υπηρεσιών, για ρητή αποδοκιμασία των πελατειακών σχέσεων, του κυβερνητικού κομματισμού και της ευνοιοκρατίας, καθώς και για προώθηση της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση (με στενή και ευρεία έννοια).
Περαιτέρω, όσον αφορά ειδικότερα τη μείζονα ή υψηλή διαφθορά, απαιτείται βεβαίως να κλείσουν τα νομικά «παραθυράκια» που επιτρέπουν τη διεξαγωγή κλειστών ή περιορισμένης έκτασης διαγωνισμών για προμήθειες ή έργα με ασαφείς όρους και προϋποθέσεις, καθώς και τα κενά εκείνα δικαίου που αφήνουν έξω από την τιμωρούμενη δωροδοκία περιπτώσεις επενδυτικής διαφθοράς (π.χ. προσφορά ακριβών δώρων επ’ ευκαιρία κάποιας ονομαστικής εορτής του υπαλλήλου ή εντολοδόχου, με σκοπό την οικοδόμηση με αυτόν καλών σχέσεων) ή άλλων αντίστοιχων μορφών έμμεσης διαφθοράς με μελλοντική στόχευση.
Όμως, γίνεται αντιληπτό ότι τα ζητήματα αυτά αποτελούν απλώς την «κορυφή του παγόβουνου» ενός βαθύτερου προβλήματος που σχετίζεται με τη σύγχρονη λειτουργία των κομμάτων και τις τεράστιες, πλέον, ανάγκες για χρηματοδότηση των δράσεών τους. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε από τον Michael Walter (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 6.7.2008, σελ.26), «εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά, θα έλεγα και σε όλο το δυτικό κόσμο, οι πολιτικοί και εκλογικοί μηχανισμοί έχουν γίνει πολύ δαπανηροί. Αυτή είναι μια μάλλον προβλέψιμη συνέπεια της σημασίας που έχει η τηλεόραση στις εκλογικές εκστρατείες και της παρακμής της πολιτικής στράτευσης σε τοπικό επίπεδο (…). Υπάρχει [ακόμη] ανάγκη για τις εκλογικές διαφημίσεις, για τις δημοσκοπήσεις, για τις τηλεοπτικές εμφανίσεις των υποψηφίων (…). Είναι μια στρατηγική που επαναλαμβάνεται σε όλη τη διάρκεια της εκλογικής εκστρατείας».
Ευνόητο είναι, σύμφωνα και με όσα προέκυψαν από την υπόθεση Siemens, ότι τα κόμματα είναι κατ’ ουσίαν αναγκασμένα εκ των πραγμάτων να αναζητούν και να διασφαλίζουν μίζες (μέσω όχι πάντοτε αναγκαίων παραγγελιών για οπλικά συστήματα κ.λπ.), ώστε να συντηρούν έτσι τις κομματικές τους στρατιές και να μπορούν να διατηρούνται ως παίκτες στο πολιτικό σύστημα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί και στη χώρα μας, δηλ. με χρήση της διαπλοκής και της διαφθοράς.
Χαρακτηριστικό, άλλωστε, αυτών των αυξημένων εξόδων των κομμάτων κατά τα τελευταία έτη είναι και το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα ελληνικά κόμματα (κυρίως όμως τα δύο μεγαλύτερα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) έχουν προεισπράξει την κομματική τους επιχορήγηση έως το 2017 και έχουν υποθηκεύσει την εν λόγω επιχορήγηση για δάνεια που έχουν συνάψει με τις τράπεζες, ύψους 233.800.000 ευρώ (το ήμισυ του ποσού αυτού πηγαίνει σε τόκους!) –βλ. σχτ. δημοσίευμα της 1.3.2011 στο http://antikatoxiko.blogspot.com/2011/03/blog-post_7647.html, με τίτλο: «Υπερχρεωμένα τα δύο μεγάλα κόμματα, παρά την κρατική επιχορήγηση εκατομμυρίων».
(συνεχίζεται…)
Πηγή
Κείμενο του Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νέστορα Κουράκη
«Καταπολεμώντας τη διαφθορά στην Ελλάδα»
Από το περιοδικό «ΤΗΕ ART OF CRIME» (τεύχος 19 – Ιούλιος 2011)
theartofcrime.gr


