ΑΡΘΡΟ

Του Δημήτρη Μαυρόπουλου

Δάσκαλου

Διευθυντή στο 15ο Δημοτικό Σχολειό Δράμας «Γεώργιος Βιζυηνός»

Το αδίκημα που προβλέπει την θανατική ποινή, κάποτε και σήμερα, εστιάζεται στον νόμο, δηλαδή σε έναν επιβεβλημένο κανόνα, κοινωνικά αναγνωρισμένο, πολιτικά διαπραγματευμένο και πολιτειακά εκτελεσμένο.

Όμως, ο νόμος, που προέβλεπε και την θανατική ποινή, άλλοτε λάμβανε εξολοκλήρου θεολογικά χαρακτηριστικά, όπως συνέβαινε στους Εβραίους, εξού και Νόμος, με κεφαλαίο γράμμα, ή και Μωσαϊκός Νόμος, άλλοτε κοινωνικοπολιτικά γνωρίσματα, καίτοι η νομιμοποίηση της παράβασής του επικαλούνταν, εν τέλει, τους θεούς, όπως συνέβαινε στους Αρχαίους Έλληνες.

Όσον αφορά στο τελευταίο, αρκεί ο λόγος της Αντιγόνης, στον διάλογο με τον Κρέοντα, από την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή: «Δεν ήταν ο Δίας που το πρόσταξε, ούτε η Δίκη που συγκατοικεί με τους Θεούς στον Άδη όρισε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους, ούτε στοχάστηκα ποτέ πως έχουν κύρος οι δικές σου προσταγές, για να μπορείς, θνητός, να πατάς των Θεών τους αλάθευτους άγραφους νόμους…».

Βέβαια, υφίστατο αδυσώπητη τιμωρία, κατά την διελκυστίνδα της ύβρεως και νεμέσεως, όταν η παραβίαση του «νόμου» αποσφράγιζε προνομιακό μυστικό, σαν την πράξη του Προμηθέα, που δώρισε στους ανθρώπους «την έντεχνον σοφίαν συν πυρί».

Σε καμιά περίπτωση η τιμωρία δεν είχε χαρακτήρα διαπαιδαγωγητικό, φρονηματιστικό, δεν αποσκοπούσε στην αναπλαισίωση, στην επανένταξη, άρα δεν λαμβάνονταν υπόψιν είτε η άσκηση «αυτοκριτικής», όπως θα συμβαίνει στα σοσιαλιστικά κόμματα, είτε η μεταμέλεια ή και η μετάνοια, όπως γίνεται στον χριστιανισμό.

Ωστόσο, ο νόμος, γενικά, στις πρωταρχές του και στην αρχεγονικότητά του, όμνυε στο θεϊκό στοιχείο, επικαλούνταν τους θεούς ή τον Θεό, πριν αυτό αντικατασταθεί, αρχικά, με το «έδοξε τη βουλή και τω δήμω», σήμερα, το «εν ονόματι του, εν προκειμένω για την Ελληνική Δημοκρατία, ελληνικού λαού», στην απονομή της δικαιοσύνης.

Μολονότι, το τι θεωρούνταν θανάσιμο αμάρτημα προσεγγιζόταν διαφορετικά στους διάφορους λαούς και στις εκάστοτε ιστορικές περιόδους.

Ο Νίτσε αναφέρει, ότι οι Ρωμαίοι φρονούσαν ως θανάσιμο αμάρτημα την μοιχεία και την κρασοκατάνυξη, ενώ αντίθετα, θανάσιμο αμάρτημα, π.χ. στους Ιοχαμπί θεωρούνταν η πίστη σε άλλον Θεό και το κάπνισμα.

Ο Βολτέρος στον «Μικρομέγα» ειρωνεύεται, ανάμεσα στα άλλα, όλα αυτά τα συμβιωτικά αμαρτήματα, προϊόντα του πολιτισμού, άρα της ανάγκης, των συμβάσεων, των συμφωνιών και αλίμονο της επιβολής του ισχυρότερου.

Έτσι, η θανατική ποινή εκτελούνταν με αλλιώτικο τρόπο στους διάφορους λαούς και τάξεις.

Στους Ρωμαίους πατρικίους δίνονταν η δυνατότητα να αυτοκτονήσουν, όταν συλλαμβάνονταν να συνωμοτούν, πρακτική που ακολουθήθηκε και στην ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ.

Στους αρχαίους Αθηναίους, οι πολίτες θανατώνονταν με την κατάποση του κωνείου, όπως μας το παραδίδει και ο Πλάτων στον Φαίδωνα.

Τοιουτοτρόπως, στους Εβραίους η θανατική ποινή εκτελούνταν με τον λιθοβολισμό.

Στην Καινή Διαθήκη παραδίδεται, η συμμετοχή του νεαρού Σαούλ, του μετέπειτα Αποστόλου των Εθνών, του Παύλου, στον λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στεφάνου.

Οι Ρωμαίοι θανάτωναν με σταυρικό θάνατο, εννοείται τους πληβείους και τους δούλους, ο οποίος και θεωρούνταν ατιμωτικός.

Μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης των σκλάβων του Σπάρτακου στη Ρώμη, τους δυστυχείς εξεγερμένους τους σταύρωσαν ανά πενήντα μέτρα στην Αππία Οδό, σε μια απόσταση Αθήνας – Λάρισας περίπου, τους αλείψανε με πίσσα και τους έβαλαν φωτιά, ώστε να φεγγοβολούν τη νύκτα τα σώματά τους.

Σταυρικό θάνατο βρήκε και ο Κύριός μας.

Ο σταυρός του Κυρίου μας συμβολίζει την ευθύνη του ελεύθερου ανθρώπου, ο οποίος διαχειρίζεται τη βούλησή του.

Εν αντιθέσει, με όλους εκείνους, που στον σταυρικό θάνατο έβλεπαν την ανάγκη ή και την σκοπιμότητα.

Επί παραδείγματι, ο Καϊάφας θα πει, για την καταδίκη του Χριστού: «συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού», ανάγοντας, έτσι, έμμεσα τον Κύριο, σε «εχθρό του λαού».

Παραπέρα, η πρόταση του Αρχιερέα αφενός είναι μια ανθρωποθυσία ανήθικη και απάνθρωπη και αφετέρου ατελέσφορη, αν αναλογιστεί κανείς την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτο και τη διασπορά των Εβραίων.

Ταυτοχρόνως, η στάση του Πιλάτου τού προσέφερε μία θέση στην Ιστορία, «σταυρωθέντα υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου», αναφωνούμε κατά την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως, mutandis mutatis, όπως αυτή που η Magistra vitae επιφύλαξε στον Ηρόστρατο ή και στον Έλγιν, αλλά συναινώντας σε αυτό που διακήρυσσε ο εβραϊκός όχλος, «οι δε εκραύγασαν· άρον άρον, σταύρωσον αυτόν», έδειχνε τα όρια της δημοκρατικής αρχής της πλειοψηφίας και φυσικά έμμεσα αναιρούσε το απροϋπόθετο νεωτερικό σύνθημα «νόμος είναι το δίκαιο του εργάτη».

Ευεξήγητο είναι, το πώς οι επευφημίες με τα «ωσαννά» και το «μετά βαΐων και κλάδων», μεταβλήθηκε στην φρενήρη και ιταμή ιαχή «σταύρωσον αυτόν».

Αρχικά, η ευεργεσία είναι πολιτιστική αξία, εμπεριέχει εντός της τη θυσία, την ανιδιοτέλεια, αντιθέτως το δούναι και λαβείν, η ανταποδοτικότητα είναι φυσική κατάσταση.

Ο άνθρωπος επιδιώκει το «θαύμα», θέλει την εξαίρεση να την μεταβάλλει σε κανόνα, το σπάνιο να το βιώνει ως συχνό, το μοναδικό να τον ακολουθεί ως επαναλαμβανόμενο.

Οι σκλάβοι δεν μπορούν να ανεχθούν κάποιος να είναι ελεύθερος, διότι έτσι η δουλεία τους γίνεται έτι περισσότερο ανυπόφορη και δυσβάστακτη.

Επιπροσθέτως, η ουδετερότητα που επέδειξε ο Πιλάτος, «λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας» θα είχε καταδικαστεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρχαίου νομοθέτη Σόλωνα, «Άτιμον είναι τον εν στάσει μηδετέρας μερίδας γενόμενον».

Την ίδια στιγμή η σταύρωσή του Κυρίου συνιστά παράδειγμα προς μίμηση.

Άλλωστε σε αυτό παραπέμπουν και τα λόγια του: «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι», πράξη γενναία, ιδεαλιστική, αφού θέτει προϋποθέσεις που αίρουν αφενός τον υλισμό αφετέρου προάγουν την ελευθερία, την βούληση, πέρα από ανάγκες και επιθυμίες, και βελτιώνουν τον πολιτισμό, ο οποίος αποδεσμεύεται από την στενωπό της φύσης.

Ο θάνατος, άρα και η σταύρωση, είναι ο όρος της, στο πλαίσιο της ιερότητας, ανάστασης, κοσμικά θα λέγαμε της επανάστασης, της εξέγερσης, ενάντια στην πανταχού παρούσα αδικία, την εμφωλευμένη ανελευθερία, στο παραλλαγμένο κατεστημένο, εν γένει στην διαπεραστική αλλοτρίωση.

Ο μακαριστός μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος έλεγε εμφατικά, ότι «ανάσταση δεν γίνεται χωρίς θάνατο».

Ο Όσκαρ Ουάιλντ θα δώσει ποιητικά αυτήν την ενδόμυχη και εναγώνια αναζήτηση του ανθρώπου προς την σταύρωση, δηλαδή στον επωμισμό της ευθύνης.

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθείας κατεβαίνοντας από μιαν βουνοπλαγιά, με ένα αναμμένο πυρσό, κάπου στην Κοιλάδα του Κλαυθμώνος θα συναπαντηθεί με έναν νεαρό που πενθεί. Το μέτωπό του νέου ήταν ματωμένο από ένα ακάνθινο στεφάνι, ενώ τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα με στάχτη.

Ας ειπωθεί, ότι και ο Αχιλλέας στο άκουσμα του θανάτου του επιστήθιου φίλου του Πάτροκλου θα ανακατέψει με μαύρη στάχτη τα μαλλιά του.

Ο άνθρωπος που αποκαθήλωσε το σώμα του Κυρίου μας, επιχειρεί να παρηγορήσει τον νεαρό, επικαλούμενος ότι επρόκειτο για δίκαιο άνθρωπο, άρα που αδίκως θανατώθηκε.

Μολονότι, θα λέγαμε, έχοντας υπόψιν και την οικεία διαπραγμάτευση του Πλάτωνα στην «Πολιτεία», με το δαχτυλίδι του Γύγη, η άποψή του προσκρούει στο γεγονός ότι η δικαιοσύνη είναι αναγκαιότητα, ενώ η ελευθερία βούληση, εντούτοις ο νεαρός θα απαριθμήσει, όσα έπραξε, τα οποία ήταν επανάληψη όσων έκανε κι Εκείνος.

Έτσι, έκανε το νερό κρασί, όπως στον γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας, θεράπευσε λεπρούς, και ας τον ευχαρίστησε μόνον ένας απ’ όλους, παράλυτους, τυφλούς, παίρνοντας λάσπη και τοποθετώντας την στα μάτια τους και ας τον κατηγόρησαν γι’ αυτό ότι «ηργάστη» το Σάββατο, βάδισε επάνω στο νερό και ζήτησε να δείξουν θάρρος και οι μαθητές του, «θαρσείν χρη τάχ’ αύριον έσσετ’ άμεινον» κατά τον Όμηρο, «εξέβαλλε» δαιμόνια στέλνοντάς τα στους χοίρους, τάισε με πέντε άρτους και δύο ιχθύς, χιλιάδες πεινασμένους στην έρημο και τέλος έκανε μια συκιά να ξεραθεί, για την ακαρπία της.

Μόνον ένα πράγμα του υπολειπόταν: η σταύρωση!

Η σταύρωση εκφράζεται ως πράξη, αλλά είναι διαδικασία.

Αφορά στην ευθύνη, για τους λόγους και τις πράξεις ενός εκάστου.

Επίσης, αφορά και στους λόγους και στις πράξεις των άλλων, κατά τις αποστρόφους των λόγων του Ντοστογιέφσκι, «όλοι φταίμε για όλα» και «Όλοι οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι και εγώ πιο πολύ απ’ τους άλλους».

Ας ειπωθεί, ότι οι διεισδυτικές και συνάμα ριζοσπαστικές σκέψεις του Ντοστογιέφσκι εστιάζονται στην παραδοχή, ότι αφενός όλοι είμαστε υπεύθυνοι για ότι συμβαίνει γύρω μας, άρα καλούμαστε ηθικά εν ευθέτω χρόνω να απολογηθούμε για τις πράξεις μας, αφετέρου μόνον μερικοί είναι αρμόδιοι, εντεταλμένοι, άρα και νομικά επικαλούμενοι να υπερασπίσουν ή και να δικαιολογήσουν την «εντολή» που έλαβαν.

Βέβαια, ο άνθρωπος ευθύνεται, όχι μόνον για όσα πράττει, αλλά, εξίσου, για όσα παραλείπει να πράξει.

Εν τέλει, η σταύρωση είναι η συνέπεια, η επίπτωση της ελευθερίας και καθιστά το επέκεινα, το εν πολλοίς απροσδιόριστο μέλλον, σε ενθάδε, στο βιωμένο απτό, σε διακηρυγμένη μαρτυρία, μέσω του επιλεγμένου μαρτυρίου.

Καλή Ανάσταση