ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

Τ. Λυκειάρχη

 

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Ο Χρυσόστομος λοιπόν Καλαφάτης μαζί με τον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό είναι οι Διγενήδες της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, που μάχονται απτόητα εναντίον του ιδίου εχθρού στις επάλξεις της Μακεδονίας (Ανατολικής και Δυτικής), είναι η πηγή απ’ όπου αντλεί δύναμη ψυχική ακατάβλητη και απαράμιλλη η δοκιμασθείσα συχνά επάνω στον άκμονα της ατέγκτου ιστορίας Ελληνική φυλή.

Θα του δώσει λοιπόν την ευκαιρία ή Δράμα να αποκτήσει ένα σταυρό μεγάλο, επάνω στο οποίον καθηλούμενος θα δοκιμάσει τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Θα τον αξιώσει να γίνει ένας δεύτερος Γρηγόριος Ε’, ένας ακόμη μάρτυς της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.

Αυτήν λοιπόν τη σημασία έχουν οι λέξεις «αίσιαι ώραι» που χρησιμοποιεί ο Χρυσόστομος στο πρακτικό της 28ης Ιουλίου 1902 που μας διασώζει με τόση φροντίδα ο κώδικας της Χωριστής.

Αλλά ας δούμε πώς μας περιγράφουν εκείνες τις δύσκολες ώρες για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία τα κείμενα του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου. Γράφει λοιπόν στις 17 Σεπτεμβρίου 1903 στο εκτενές υπόμνημά του περί της ελληνικότητος της Μακεδονίας και περί της εναντίον του Ελληνισμού δράσεως των Βουλγάρων: «Υπολαμβάνομεν ότι δικαιούμεθα επί τέλους αμυνόμενοι και ημείς υπέρ βωμών και εστιών και ρηγνύντες βαθείας οδύνης κραυγήν να ερωτήσωμεν.

Μέχρι τίνος, Παναγιώτατε Δέσποτα, εσμέν υπόχρεοι υβριζόμενοι να ανεχώμεθα, βλασφημούμενοι να υπομένωμεν, σφαζόμενοι, καιόμενοι, απαγόμενοι εις τα όρη και τα σπήλαια και μυρίους καθ’ εκάστην υπομένοντες παρά των ανθρωπομόρφων τούτων τεράτων του βουλγαρικού κομιτάτου θανάτους να ευλογώμεν τους δημίους και τους φονευτάς ημών;».

Και στις 28 Οκτωβρίου 1903 δακρύβρεκτη θα αποστείλει την ακόλουθη επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ’. «…το ποτήριον των πικρών θανάτων, ους καθ’ εκάστην θανατού μεθα, δεν εξηντλήθη και δεν εκενώθη έτι, Παναγιώτατε;

Και επέπρωτο άρα οι ποιμένες του ορθοδόξου λαού ουδέν άλλο να έχωμεν ενταύθα καθήκον, ει μη να θρηνώμεν τα καθ’ εκάστην προ των ποδών μας ασπαίροντα θύματα και να θάπτωμεν τους κατά πάσαν ώραν δολοφονουμένους και κατακρεουργημένους νεκρούς των προκρίτων του Γένους;».

Σε επιστολή του με ημερομηνία 31 Ιουλίου 1905 προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄ εκφράζει τη βαθειά πατρική λύπη του για τη δολοφονία ορθοδόξων κατοίκων του προοδευτικοτάτου χωρίου Εγρί – Δερέ (Καλλιθέα), δηλαδή τού Βασιλείου Κομβόκη, της συζύγου του Αναστασίας, της συζύγου τού μεγαλυτέρου υιού τού Κομβόκη και της κόρης του Προκοπίου Κομβόκη, των οποίων τα σπίτια εν συνεχεία επυρπόλησαν οι εχθροί της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού: «Παναγιώτατε φρικτόν και αποτρόπαιον θέαμα εξετυλίχθη έμπροσθεν των εκθάμβων και δακρυβρέκτων οφθαλμών μας. Έδέησε να σκάψωμεν τα φλογίζοντα ερείπια οδηγούμενοι υπό της οσμής της οπτομένης ανθρωπίνης σαρκός, δια να εύρωμεν πού έκειντο αι κατακαείσαι άμορφοι μάζαι των ανθρωπίνων πτωμάτων και επί τέλους τας εύρομεν περιφλέκτους και εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε μόνον τα έντερα και τα όργανα του στήθους διετήρουν σαρκώδη τινά κατάστασιν εμφαίνουσαν αυτά ότι ήσαν πτώματα ανθρώπινα. Συνελέξαμεν την τέφραν και τα τεμάχια των καέντων κοκκάλων εντός σάκκων και τελέσαντες την νενομισμένην νεκρώσιμον ακολουθίαν τεσσάρων εν ταυτώ νεκρών νεομαρτύρων ορθοδόξων εν μέσω σπαρακτικών λυγμών και ποταμών πικρών δακρύων και λαλήσαντες αυτούς εφ’ όσον ενεχώρει επ’ εκκλησίας τα της παραμυθίας και της χριστιανικής ελπίδος και εγκαρτερήσεις ρήματα, επανήλθομεν εις Δράμαν κλαίοντες ακόμη και οδυρόμενοι δια τα επισκήψαντα κατά του ευσεβούς ημών Γένους εις τα μέρη ταύτα δεινά, τα οποία μέχρι πού θα προβώσι και τίνας συνεπείας θα έχωσι, ουδεμία ανθρωπίνη σκέψις δύναται να προϊδη και ουδεμία κυβερνητική δύναμις ισχύει να εμποδίση».

Σε άλλη επιστολή του με ημερομηνία 7 Αυγούστου 1906 προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ’ θα θρηνήσει τον αλήστου μνήμης και αγαπητότατο ιερέα του χωριού Γρατσάνη Ιωάννη. Ιδού πώς περιγράφει την δολοφονία του παπα-Γιάννη: «Την νύκτα της Παρασκευής 4 προς 5 Αυγούστου σώμα Βουλγάρων κομιτατζήδων εισέβαλαν εις το εν λόγω χωρίον, επί σειράν ετών βαρύν και απεγνωσμένον αγωνιζόμενον αγώνα κατά των επαράτων τούτων υπό της Βουλγαρικής Εξαρχίας οπλιζομένων και απολυομένων ανθρωπομόρφων τεράτων, εισήλθε βία εις την οικίαν του δυστυχούς ιερέως Ιωάννου και αποσπάσαντες αυτόν από των αγκαλών της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων του οικτρώς και ανηλεώς εδολοφόνησαν, δια το ασυγχώρητον έγκλημα ότι γεννηθείς ορθόδοξος, ανατραφείς ορθόδοξος, αξιωθείς της ορθοδόξου ιερωσύνης δεν υπήκουσεν εις τας προτάσεις του κομικάτου της Εξαρχίας ίνα προσέλθη εις το σχίσμα».

(συνεχίζεται…)