ΑΡΘΡΟ

Του Θεόφιλου Ξανθόπουλου

Τομεάρχη Δικαιοσύνης της Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία

Βουλευτή Ν. Δράμας

 

Ο χώρος της Δικαιοσύνης είναι ένας εξαιρετικά ευαίσθητος χώρος, όπου «καθρεφτίζονται» κοινωνικές αλλά και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. έδειξε εξ αρχής την «αλλεργία» στη θεσμική της υποχρέωση για ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και με σειρά παρεμβάσεων επιχείρησε να τιθασεύσει τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της και να ποδηγετήσει αποφάσεις της. Στοχεύοντας φυσικά στην προστασία, ασυλία και φροντίδα των «φίλιων δυνάμεων» σε πολιτικό και κοινωνικό Επίπεδο.

Η επιχείρηση «αμνήστευσης» των τραπεζιτών για το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας με διάταξη που καταργεί την αυτεπάγγελτη δίωξη τους και απαιτεί την κατάθεση έγκλησης εκ μέρους των Τραπεζών ήταν ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας παρέμβασης. Όμως δύο βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών της Αθήνας (2165/2020 και 2147/2020) έκριναν την ρύθμιση αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γιατί παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των πολιτών και εισάγονται απαράδεκτες διακρίσεις υπέρ των τραπεζικών στελεχών. Αυτό βεβαίως είναι ο κορυφή του παγόβουνου και δείχνει με τον πιο ωμό τρόπο την κάλυψη που προσπαθεί να παράσχει η Ν.Δ. σε παράνομες συμπεριφορές τραπεζικών στελεχών.

Χρήσιμο είναι να θυμίσουμε εδώ ότι ανάλογα «μηνύματα» εστάλησαν από τη Δικαιοσύνη στην Κυβέρνηση και κατά τη διαδικασία της λεγόμενης επιτροπής Παπαγγελόπουλου. Αρχικά με την απόπειρα να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των προστατευομένων μαρτύρων, όπου υπήρξε Γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του Α.Π. ότι οι μάρτυρες εξετάζονται με τους όρους του νόμου, ήτοι την τήρηση της ανωνυμίας τους. Στη συνέχεια με την προσπάθεια της πλειοψηφίας για να κληθούν στην επιτροπή και μη πολιτικά πρόσωπα, όπου το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή διερευνά ευθύνες ΜΟΝΟΝ πολιτικών προσώπων. Διαπιστώνεται δηλ. όπου οι αποφάσεις της Κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ελέγχθηκαν από θεσμικά ανεξάρτητα όργανα (Δικαιοσύνη & Επιστημονικό Συμβούλιο), η Ν.Δ. υπέστη ήττα. Αυτό βέβαια δεν την κατέστησε σοφότερη αλλά γι’ αυτό θα κληθεί να πληρώσει τον λογαριασμό.

Την ίδια στιγμή, στελέχη της Κυβέρνησης επεμβαίνουν, παρά τις διακηρύξεις, σε εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις ζητώντας είτε να τεθούν στο αρχείο είτε να ασκηθούν ποινικές διώξεις κατά των Εισαγγελέων!!!

Είναι προφανές λοιπόν ότι στην συντηρητική λογική δεν χωρά η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και γενικά των θεσμών αλλά ο απόλυτος έλεγχός τους. Το Επιτελικό Κράτος αποτελεί κεντρική επιλογή, μέσω της οποίας η Κυβέρνηση προσπαθεί να ελέγξει κάθε φορέα και θεσμό, προκειμένου να επιβάλει με τον πλέον ανέξοδο για την ίδια τρόπο την εφαρμογή της πολιτικής της.

Ειδικά όμως στην περίπτωση της Δικαιοσύνης η προσπάθεια αυτή πρέπει να μείνει ατελέσφορη. Η Δικαιοσύνη δεν αποτελεί «μακρύ χέρι» του Κράτους, αποτελεί τον χώρο διαλεκτικής σύνθεσης των κοινωνικών αντιθέσεων καθώς και των ατομικών αντιπαραθέσεων. Αυτό οφείλουν να το διασφαλίσουν πρώτοι απ’ όλους οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς, στηριζόμενοι στην συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία τους και στην συνείδησή τους. Αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις, στο μέτρο της ευθύνης της η κάθε μία, να συμβάλλουν στην θωράκιση της Δικαιοσύνης, στην ελευθεροφροσύνη των Δικαστών και στην απρόσκοπτη και ασφαλή άσκηση του λειτουργήματός τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, τόσο ως Κυβέρνηση όσο και ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έδωσε δείγμα γραφής και απέδειξε ότι ο σεβασμός στους θεσμούς, και εν προκειμένω στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συστατικό στοιχείο της Ανανεωτικής Αριστεράς και ταυτοτικό τμήμα της Δημοκρατικής Παράταξης. Αλλά και ένα μεγάλο στοίχημα για την Αριστερά της εποχής μας.

 

*Το άρθρο του κ. Ξανθόπουλου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Documento» την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020