ΑΡΘΡΟ

Του Νικόλαου Θ. Γεωργιάδη

Δρ Ιστορίας

Το 1913 πάνω από το 60% των κατοίκων της πόλης της Δράμας ήταν Οθωμανοί-μουσουλμάνοι, 30% περίπου Έλληνες και ελάχιστοι Βούλγαροι και Εβραίοι, αλλά στην ύπαιθρο υπήρχε σημαντικός αριθμός σλαβόφωνων. Δέκα χρόνια αργότερα, μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών στον Νομό Δράμας εγκαταστάθηκαν συνολικά 58.000 αγρότες πρόσφυγες και 35.000 αστοί πρόσφυγες. Από τους αγρότες πρόσφυγες οι 28.732 ήταν Πόντιοι (περίπου το 50%), ενώ και στους αστούς πρόσφυγες η πλειοψηφία ήταν ποντιακής καταγωγής. Μετά την αποχώρηση των μουσουλμάνων ο πληθυσμός του Νομού Δράμας ήταν κατά 70% προσφυγικός, καθιστώντας τον Νομό με το μεγαλύτερο ποσοστό εγκατεστημένων προσφύγων πανελλαδικά. Οι ποντιακής καταγωγής πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Δράμας κατάγονταν από τον Δυτικό Πόντο (Πάφρα, Σαμψούντα, Κερασούντα), τον Ανατολικό Πόντο (Τραπεζούντα, Αργυρούπολη), τη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο.

Δύο ήταν οι κατηγορίες λόγων που οδήγησαν τις ελληνικές κρατικές αρχές να εγκαταστήσουν πλήθη προσφύγων στην περιοχή της Δράμας: εθνικοί και οικονομικοί. Από τη μία πλευρά, οι εθνικοί λόγοι σχετίζονταν με την εθνική συνοχή και ομοιογένεια, τη δημογραφική πύκνωση στην αραιοκατοικημένη περιοχή της Δράμας λόγω της αποχώρησης των Οθωμανών, τη θωράκιση των βόρειων συνόρων με τη Βουλγαρία και την ενίσχυση της ελληνικότητας της περιοχής μας. Η εξυπηρέτηση των στόχων αυτών πραγματοποιήθηκε μέσω της εγκατάστασης Ποντίων ανταρτών και ορεσίβιων σε παραμεθόριες περιοχές του Νομού Δράμας (Κάτω Νευροκοπίου, Παρανεστίου). Από την άλλη πλευρά, οι οικονομικοί λόγοι εγκατάστασης χιλιάδων προσφύγων στην περιοχή της Δράμας οφείλονταν στο γεγονός ότι διέθετε εύφορες πεδινές εκτάσεις, καθώς επίσης και εγκαταλελειμμένα κτήματα, κτίσματα και τσιφλίκια μουσουλμάνων και σλαβόφωνων που κατέφυγαν στην Τουρκία και στη Βουλγαρία αντίστοιχα.

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα ήταν ένα δύσκολο και πολύπλοκο εγχείρημα τόσο για τους ίδιους όσο και για το ελληνικό κράτος. Από την πλευρά των προσφύγων, υπήρχαν ψυχικά τραύματα και δυσβάστακτο ψυχικό άχθος λόγω των βιωμάτων και της απώλειας προσφιλών προσώπων τους, λόγω των διαλυμένων οικογενειών τους, λόγω ορφάνιας ή χηρείας, αλλά και επειδή η φτώχεια και η ανέχεια τούς καθιστούσαν αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, κυρίως τις γυναίκες και τα παιδιά. Ωστόσο, δεν έλειπαν και διαμάχες μεταξύ προσφύγων και γηγενών, αλλά και μεταξύ προσφύγων από διαφορετικές περιοχές (όπως οι συγκρούσεις ποντιακής καταγωγής κατοίκων του Μικροχωρίου και του Μαυροβάτου το 1924 για κτηματικές διαφορές που κατέληξαν σε 2 νεκρούς). Παράλληλα υπήρχε και ψυχικό χάσμα ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους γηγενείς αλλά και μεταξύ Θρακιωτών, Ποντίων και Μικρασιατών, οι οποίοι είχαν διαφορετικά πολιτισμικά, γλωσσικά, κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρχαν ταξικές διαφορές μεταξύ των προσφύγων, καθώς ξεκινούσαν από διαφορετικές οικονομικές αφετηρίες (οι πλούσιοι είχαν καταθέσεις σε διεθνείς τράπεζες αλλά και περισσότερες δυνατότητες και πιθανότητες να βρουν τρόπους διαφυγής σε σχέση με τους φτωχούς), ενώ επίσης και να τονιστεί ότι η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Ανατολική Θράκη μέχρι την αποχώρησή του και στη μικρασιατική ακτή μέχρι τα μέσα του Αυγούστου 1922 εξασφάλισε την προστασία των ελληνικών πληθυσμών, σε αντίθεση με την απουσία του στην περιοχή του Πόντου, όπου το ποντιακό αντάρτικο προσπάθησε να διαφυλάξει το ελληνικό στοιχείο. Από την πλευρά του ελληνικού κράτους, υπήρχε οικονομική κατάρρευση και πολιτική κρίση λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής, ενώ προβλήματα αιχμής για την αποκατάσταση των προσφύγων, που έχρηζαν άμεσης λύσης, ήταν ο επισιτισμός, η στέγαση, η ιατρική βοήθεια, η διανομή αγροτικών κλήρων και η υλοποίηση έργων υποδομής. Συγκεκριμένα, η στέγαση γινόταν με ενοίκιο ή μέσω επίταξης, σε ξενοδοχεία, χάνια, τζαμιά, εκκλησίες και καπναποθήκες. Για τις ανάγκες της εγκατάστασης και διαβίωσης των προσφύγων ιδρύθηκε η ΕΑΠ, η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, ένας αυτόνομος οργανισμός υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών που λειτούργησε από το 1924. Ανάλογα με την επαγγελματική και γεωγραφική καταγωγή τους οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε πεδινές, ορεινές, αγροτικές ή αστικές περιοχές του Νομού Δράμας. Ως αποτέλεσμα, η αποκατάσταση των προσφύγων διακρίθηκε σε αγροτική και σε αστική.

Στην αγροτική αποκατάσταση, απαλλοτριώθηκαν τσιφλίκια Οθωμανών, δόθηκαν σε πρόσφυγες σπόροι, ζώα και εργαλεία, ιδρύθηκαν γεωργικοί συνεταιρισμοί, υλοποιήθηκαν αποξηραντικά έργα και δημιουργήθηκαν 192 προσφυγικά χωριά στον Νομό Δράμας. Θρακιώτες και Μικρασιάτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν κυρίως στην πεδιάδα, Καππαδόκες σε ορεινά, ορεσίβιοι Πόντιοι σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές, ενώ Παφραίοι και Σαμσούντιοι σε καπνοχώραφα. Έτσι, δημιουργήθηκαν κάποιοι ομοιογενείς προσφυγικοί οικισμοί, αμιγώς ποντιακοί με κοινό πολιτισμικό παρελθόν, κοινά ήθη και έθιμα, όπως η Αργυρούπολη (Τσαλί Τσιφλίκ).

Οι Πόντιοι πρόσφυγες στην περιοχή της Δράμας όμως επέδειξαν όχι μόνο επιτυχίες στις επαγγελματικές τους δραστηριότητες αλλά και έντονη πολιτική, κοινοβουλευτική και εκδοτική δράση. Κατά τη δεκαετία του 1920 οι περισσότεροι πρόσφυγες ψήφιζαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ως τον οραματιστή της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, και φυσικά και οι Πόντιοι πρόσφυγες. Ωστόσο, με την υπογραφή το 1930 στην Άγκυρα του ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας, Σταθερότητας, Διαλλαγής και Διαιτησίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Μουσταφά Κεμάλ, διαψεύστηκαν οι ελπίδες των προσφύγων για αποζημιώσεις ή για επιστροφή στις πατρογονικές εστίες τους. Για τον λόγο αυτόν παρατηρήθηκε ριζοσπαστικοποίηση και στροφή των ποντιακής καταγωγής φιλοβενιζελικών προσφύγων προς τα αριστερά στις εκλογές της δεκαετίας του 1930 και αλλαγή στην εκλογική συμπεριφορά τους και στον πολιτικό τους προσανατολισμό πανελλαδικά αλλά και στον Νομό μας. Συγκεκριμένα, ενώ ο Ελευθέριος Βενιζέλος έλαβε στον Νομό Δράμας 65% στις εκλογές του 1928, στις εκλογές του 1932 οι Φιλελεύθεροι έλαβαν μόνον 50% και στις επόμενες εκλογές του 1933 και του 1936 έλαβαν 56%. Επίσης, λόγω της αριθμητικής πλειοψηφίας των Ποντίων στον προσφυγικό κόσμο της περιοχής μας ήταν λογικό να εκλεγούν ποντιακής καταγωγής Βουλευτές Δράμας, όπως ο Λάμπρος Λαμπριανίδης (7 φορές με βενιζελικά κόμματα, Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας το 1952), ο Λάζαρος Θεοδωρίδης (4 φορές με το Κόμμα Φιλελευθέρων) και ο Νικόλαος Λεοντίδης (2 φορές με το Λαϊκό Κόμμα). Τέλος, ο Λάζαρος Θεοδωρίδης ήταν διευθυντής της βενιζελικής και φιλοαγροτικής εφημερίδας Νέος Ορίζων, ιδιοκτησίας του ξαδέλφου του (επίσης ποντιακής καταγωγής) Νικολάου Γεωργιάδη, που κυκλοφορούσε στη Δράμα την περίοδο 1926-1928, αλλά και της εφημερίδας Ο Δημοκράτης που κυκλοφόρησε το 1935.

Πολιτικές διαφορές υπήρχαν επίσης και στους κόλπους των Ποντίων προσφύγων και κατά τη δεκαετία του 1940. Γενικά, οι πρόσφυγες από τον Δυτικό Πόντο (Πάφρα, Σάντα) είχαν κυρίως συντηρητικές πολιτικές επιλογές και εντάχθηκαν σε εθνικιστικές ομάδες ανταρτών κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ αντίθετα οι πρόσφυγες από τον Ανατολικό Πόντο και τη Ρωσία (Τραπεζούντα, Αργυρούπολη, Καρς και Καύκασο) είχαν κατά βάση προοδευτικό προσανατολισμό και εντάχθηκαν σε κομμουνιστικές ομάδες ανταρτών. Ποντιακής καταγωγής, από την περιοχή των μεταλλείων του Ακ Νταγ Μαντέν όπου είχαν μεταναστεύσει πολλοί Αργυρουπολίτες τον 19ο αιώνα, ήταν ο Γραμματέας του ΚΚΕ στην περιοχή της Δράμας Παντελής Χαμαλίδης (Αλέκος), ο οποίος οργάνωσε την Εξέγερση της Δράμας το 1941, ενώ και οι αντάρτες του ΕΛΑΣ Κώστας Παπαδόπουλος (Αετός) και Ηλίας Αναστασιάδης (Κοκκινάκης), οι οποίοι ύψωσαν την ελληνική σημαία στην κεντρική πλατεία της Δράμας την ημέρα της απελευθέρωσής της από τους Βούλγαρους φασίστες, 14 Σεπτεμβρίου 1944, ήταν Πόντιοι πρόσφυγες, κάτοικοι της Αργυρούπολης Δράμας.

Κλείνοντας αυτό το σύντομο ιστορικό σημείωμα να αναφέρω ότι παρά τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν αλλά και τις διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές τους αφετηρίες, χιλιάδες Πόντιοι πρόσφυγες, με το φιλότιμο και την εργατικότητά τους, κατάφεραν να ριζώσουν στη δραμινή γη, στη νέα τους πατρίδα, να καταξιωθούν κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά, να δραστηριοποιηθούν ενεργά στον αθλητικό, στον πολιτικό και στον πολιτιστικό βίο του Νομού μας, να συμβάλουν αποφασιστικά στον εθνικοαπελευθερωτικό και στον αντιφασιστικό αγώνα στην περιοχή μας. Μεταλαμπάδευσαν την αγάπη τους για τη χαμένη πατρίδα στους απογόνους τους και δεν ξέχασαν ποτέ τον Πόντο, καθώς έλεγαν: «Να ξεραίνεται η γούλα μ’, αν ανασπάλω την πατρίδα μ’, τον Πόντον».

 

Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του Νικόλαου Θ. Γεωργιάδη στην εκδήλωση «Αργυρουπολιτών… πορεία», η οποία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 26 Μαΐου 2024