ΑΡΘΡΟ
Του Αναστάσιου Πούλιου
Προέδρου Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας
Οι δικαστές στη χώρα μας απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας1, συνεπώς, κάθε δικαστής οφείλει να κρίνει αποκλειστικά με βάση την κρίση και τη συνείδησή του2, στηριζόμενος στον νόμο, όταν αυτός είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα, χωρίς να υπόκειται σε πιέσεις ή εκφοβισμό, από οπουδήποτε και αν αυτοί προέρχονται. Η λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή τον προστατεύει από παρεμβάσεις που μπορεί να προέρχονται ακόμη και από το εσωτερικό της Δικαιοσύνης3. Ρητά επίσης ορίζεται στη νομοθεσία περί Δικαστικών Λειτουργών4 ότι πειθαρχικός έλεγχος για δικαστική κρίση που ο Δικαστής εκφέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων του είναι ανεπίτρεπτη.
Εδώ και ένα έτος περίπου, με τελευταίο παράδειγμα την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου κατά των δικαστικών λειτουργών στην υπόθεση της Πολεοδομίας Ρόδου, οι οποίοι έκριναν μη προφυλακιστέους τους ελεγχόμενους υπαλλήλους, έχουμε συνεχόμενες προσπάθειες ελέγχου του έργου δικαστών και ευθεία προσβολή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Έχουν προηγηθεί παρόμοιες προσπάθειες στην υπόθεση των Τεμπών, σε υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας, που έτυχε ιδιαίτερης προβολής από τα ΜΜΕ λόγω των επώνυμων εμπλεκομένων (στην οποία μάλιστα ο Άρειος Πάγος απάντησε με δελτίο τύπου σε μεσημεριανή εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας λίγη ώρα μετά την μετάδοσή της!) αλλά και σε άλλες περιπτώσεις που έτυχαν μικρότερης προβολής και δημοσιότητας.
Είναι συνεπώς προφανές ότι επιχειρείται να δημιουργηθεί κλίμα υποταγής και φόβου στους δικαστικούς λειτουργούς, το οποίο, σε συνδυασμό με τη συνεχή αυστηροποίηση των ποινών (εύκολη και «ανέξοδη» πλέον κυβερνητική λύση μόλις προκύψει κάποιο πρόβλημα που διεγείρει αρνητικά την κοινή γνώμη αφού έτσι εκτονώνεται η δυσαρέσκειά της και ταυτόχρονα, η κρατική εξουσία δείχνει «άμεσα αντανακλαστικά» χωρίς να επιχειρεί καν παρεμβάσεις στην ουσία των προβλημάτων), οδηγεί σε ένα κράτος που δεν ανταποκρίνεται στον βασικό του ρόλο δηλαδή στη συγκρότηση κράτους δικαίου, που αποτελεί ύψιστο καθήκον τόσο της Πολιτείας, όσο και της Δικαιοσύνης, αλλά σε ένα κράτος αυταρχικό και αντιδημοκρατικό που επιχειρεί να ποδηγετήσει τους λειτουργούς και τους πολίτες του παρακάμπτοντας βασικές δημοκρατικές αρχές και λειτουργίες, επιχειρώντας ουσιαστικά την κατάργηση του φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματός μας.
Ο πειθαρχικός έλεγχος των δικαστών προβλέπεται και επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας και μόνον στις προβλεπόμενες περιπτώσεις και με τις θεσμοθετημένες διαδικασίες που εγγυώνται την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών. Οδηγίες και υποδείξεις σε δικαστικό λειτουργό και πολύ περισσότερο πειθαρχικές διώξεις για τον χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης από οποιονδήποτε, ακόμη και ανώτερο δικαστικό λειτουργό, είναι επιεικώς απαράδεκτες.
Ο φόβος, η υποταγή και η σιωπή είναι χαρακτηριστικά αντιδημοκρατικών καθεστώτων που τουλάχιστον στη χώρα μας, έπαψαν εδώ και δεκαετίες, η δημοκρατία μας απαιτεί ενεργούς και θαρραλέους πολίτες, η Δικαιοσύνη, ο σημαντικότερος πυλώνας της, απαιτεί ανεξάρτητους και ελευθερόφρονες δικαστές.
- Αρθ. 8 παρ 1 και 87 Συντάγματος
- Σκουρής Β., Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, σε κρίση, Χαριστήριο εις Λουκά Θεοχαρόπουλο και Δήμητρα Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, ΑΠΘ 2009,σελ 775
- Ανδρουλάκης Β. Ζητήματα δικαστικής ανεξαρτησίας, ΘΠΔΔ 2018, σελ. 326
- Αρθ. 109 παρ.4 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών