
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνος Τασούλας, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στο Δοξάτο για να παραστεί στις εκδηλώσεις μνήμης με αφορμή τη συμπλήρωση 113 ετών από το πρώτο Ολοκαύτωμα του 1913, ανακηρύχθηκε Επίτιμος Δημότης Δοξάτου, στο πλαίσιο σχετικής τελετής, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο του Δοξάτου.
Στην αντιφώνησή του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής:
…Είμαστε όλοι Έλληνες της περιόδου μετά τον πόλεμο. Είμαστε όλοι μεγαλωμένοι, σε μία περίοδο μοναδική για την Ελλάδα, η οποία δεν γνώρισε πόλεμο, δεν υπέστη μεγάλες δυστυχίες, ούτε μεγάλες βαρβαρότητες, αλλά, προσπαθούσε να αποτινάξει από πάνω της τη μοίρα της ψωροκώσταινας και τα κατάφερε.
Ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας έγραψε, μεταξύ άλλων, δύο σπουδαία λογοτεχνικά έργα. Το ένα αναφέρεται στην περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, μία περίοδο περίπου μιας δεκαετίας που σημάδευσε βαριά και οδυνηρά την Ελλάδα. Το άλλο λογοτεχνικό έργο αναφέρεται στην περίοδο της ανορθώσεως. Το πρώτο έργο ονομάστηκε «Όταν οι θεοί ξεχνούσαν» και το δεύτερο που αναφέρεται στην ανορθωτική πορεία της Ελλάδας ονομάστηκε «Όταν ευλογούσαν οι θεοί». Είμαστε, λοιπόν, όλοι παιδιά, της δεύτερης περιόδου, του δεύτερου τίτλου. Ωστόσο επειδή δεν έχουμε βιώματα ή εμπειρίες, θέλουμε να γνωρίζουμε. Οφείλουμε να γνωρίζουμε πώς φτάσαμε στην Ελλάδα που ευλογούσαν οι θεοί. Γιατί η ευλογία των θεών και η μοίρα της Ελλάδος που ξεπέρασε την κακουχία της, δεν ήταν αυτοφυής. Κάποιοι την καλλιέργησαν, κάποιοι τη φρόντισαν. Κάποιοι την προετοίμασαν. Και κάποια γεγονότα συνέβαλαν σε αυτή την πορεία.
Μια και είμαστε εδώ στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, αυτά τα γεγονότα έχουν να κάνουν με νίκες, μάχες, αγώνες, θυσίες και αξεπέραστα τιμήματα. Αξεπέραστο τίμημα είναι και η σφαγή εδώ, στο Δοξάτο. Αξεπέραστο τίμημα είναι αυτό που συνέβη όχι μία, αλλά δύο φορές, εδώ, στο Δοξάτο. Η μία πριν 113 ακριβώς χρόνια και η άλλη το φθινόπωρο του 1941 κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής.
Αυτό το αβάσταχτο τίμημα δεν πήγε χαμένο. Γιατί σήμερα, εδώ στο Δοξάτο, όπως απέδειξε η τελετή που οργανώθηκε προηγουμένως, η μνήμη κρατάει γερά. Και αυτή η μνήμη, δεν σχετίζεται με μνησικακία, αλλά με γνώση και απόλυτη επίγνωση του τι συνέβη. Αυτή η βαριά μνήμη μας χαράσσει και μας επηρεάζει. Εν ονόματι αυτής της θυσίας και αυτού του μαρτυρίου, οφείλουμε να κρατήσουμε όρθιο, γόνιμο, παραγωγικό και ευημερούν το Δοξάτο. Και να χαρούμε ένα Δοξάτο που διαθέτει όλα αυτά τα στοιχεία, τα οποία δεν πρόλαβαν να χαρούν οι αναιρεθέντες, όπως λέει η εκκλησιαστική ορολογία, πρόγονοί σας, περισσότεροι από 500, που σφαγιάσθηκαν είτε μέσα στην κωμόπολή σας είτε στον κάμπο…
…Σήμερα, λοιπόν, τιμούμε αυτή τη μνήμη και είναι ιδιαίτερη η συγκίνησή μου και η τιμή που μου επιδαψιλεύετε αναγορεύοντάς με Επίτιμο Δημότη της πόλης που συμβολίζει, για το έθνος μας, τους διαδοχικούς αγώνες του ελληνισμού να κρατηθεί και να αντέξει σε τούτη τη στενή λωρίδα γης της Ανατολικής Μακεδονίας. Σ’ ετούτο τον εύφορο κάμπο, με τις γαλαζωπές πλαγιές του Παγγαίου και του Φαλακρού όρους στον ορίζοντα, με την Ακρόπολη των Φιλίππων στον νότο, όπου άνθισε μια φιλοπρόοδη και εύανδρος κοινότητα διαφυλάσσοντας ως μυριάκριβο στοιχείο ταυτότητας την ελληνικότητά της, κι ας την πλήρωσε με βαρύ και διαδοχικό φόρο αίματος στο διάβα του 20ου αιώνα.
Αυτός ο τόπος που διεκδικήθηκε βίαια και επανειλημμένα από τους γείτονές του, η κοινότητα του Δοξάτου, “κοινότητα ακριτική, αγροτική και πεισματάρα, πεδινή και εκτεθειμένη και ως εκ τούτου εξ ορισμού ειρηνόφιλη”, όπως ελέχθη και από τον εξαίρετο ομιλητή μας, συντοπίτη σας ιστορικό Ευάνθη Χατζηβασιλείου προηγουμένως, αλλά και όπως σημειώνει ο ίδιος στο εξαίρετο βιβλίο του “Βιώματα του Μακεδονικού Ζητήματος”, θα βιώσει τις επιπτώσεις αυτής της βάναυσης διεκδίκησης όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές – στην σφαγή του 1913, στην Κατοχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1916-18, στη μαζική εκτέλεση του 1941. Θα ξεκληριστεί, θα δηωθεί, θα εξανδραποδιστεί κατ’ επανάληψη, αλλά δεν θα εκβουλγαριστεί, δεν θα υποκύψει στις βάρβαρες μεθόδους εθνοκάθαρσης της Βουλγαρίας. Κι αν σήμερα τιμάμε τη μνήμη εκείνων των αμάχων και αθώων που σφαγιάστηκαν άνανδρα στον κάμπο κάνοντας τον μητροπολίτη Αγαθάγγελο στις 30 Ιουνίου 1913 να γράψει στο ημερολόγιό του, αποσβολωμένος από τη φρίκη, “Ο κάλαμός μου αδυνατεί να προχωρήσει”, που μεταφέρθηκαν, στην πιο σκληρή ομηρία, στη Βουλγαρία, που εκτελέστηκαν ομαδικά, δεμένοι με αγκαθωτό σύρμα, και αφέθηκαν άταφοι “τοις κυσί”, είναι για να τιμήσουμε το φρόνημα ανθρώπων καθημερινών, μικροεπαγγελματιών, αγροτών, επιστημόνων, ιερέων, που επέμειναν, με άφατη αξιοπρέπεια, να διατηρήσουν αλώβητη την ελληνική μακεδονική τους ταυτότητα και αντιστάθηκαν, όχι με όπλα αλλά με τη δύναμη της ψυχής τους στην βίαιη απόπειρα αλλοίωσης της εθνικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας τους.
Η ιστορία του Δοξάτου, του οποίου στο εξής έχω την μεγάλη τιμή να είμαι κι εγώ δημότης, είναι μακρά. Το πιστοποιούν τα νεολιθικά ειδώλια, οι κεφαλές του Διόνυσου, ο ρωμαϊκός οικισμός, οι επιγραφές, τα ψηφιδωτά που βρέθηκαν εδώ. “Δόκαλον” στο Βυζάντιο, “Δοξάτο” από το 1600 και εντεύθεν, θα προσελκύσει τον θαυμασμό του Οθωμανού περιηγητή Εβλιά Τσελεμπή ως “κωμόπολις κειμένη εις ωραίαν τοποθεσίαν, περιβαλλόμενη από κήπους και αμπελώνες” και του Γάλλου αρχαιολόγου ιστορικού και επιμελητή αρχαιοτήτων στο Μουσείο του Λούβρου Λεόν Εζέ, ο οποίος θα περπατήσει κάθε σπιθαμή της μακεδονικής γης μεταξύ 1861-62 και θα εντυπωσιαστεί από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, ονομάζοντάς την “un musee rustique” (αγροτικό μουσείο) και αναφέροντας ορισμένες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, όπως τα αρχιτεκτονικά γλυπτά της αρχαιότητας που επαναχρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμησή της. Η πόλη θα ακμάσει, στο γύρισμα του 20ου αιώνα, όταν ιδρύεται η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα Δοξάτου “Φίλιπποι” (1874) με οργανωμένο αναγνωστήριο, Λέσχη Νεότητας, Φιλαρμονική και συγκρότημα Μαντολινάτας, όταν οικοδομείται το Δημοτικό Σχολείο (1909) –το μοναδικό σχολείο, όπως διαβάζουμε, που χτίστηκε σε σχήμα “Ε” από τις λέξεις Ελευθερία και Ελλάδα, από τις ποθητές, το 1909, αυτές τις δύο λέξεις– , όταν χτίζονται τα πανέμορφα νεοκλασικά αρχοντικά της και τα καπνομάγαζα που μαρτυρούν την αλλοτινή ακμή της…
…Γιατί το Δοξάτο, η κωμόπολή σας, η κωμόπολή μου από σήμερα και μετά, παρασημοφορημένο με τον Πολεμικό Σταυρό Α Τάξεως το 1945, τιμημένο με μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών το 1985 και αναγνωρισμένο από το επίσημο κράτος ως μαρτυρική πόλη, είναι σύμβολο. Σύμβολο της ικανότητας ενός λαού να μετατρέπει τη μνήμη σε ευθύνη και την οδύνη σε ανθεκτικότητα και δίψα για πρόοδο. Αυτή την ανθεκτικότητα, λοιπόν, ας τιμήσουμε σήμερα. Και ας προσπαθήσουμε όλοι μαζί, και κάθε δημότης χωριστά, μαζί σας συνεπώς κι εγώ, να στηρίξουμε και να εργαστούμε για την προκοπή και την ευημερία αυτού του δοξασμένου και βασανισμένου, αλλά όχι γονατισμένου, τόπου.
Κλείνω, κύριε Δήμαρχε, λέγοντας πως είναι πολύ ειρωνική η ιστορία μερικές φορές. Κατά τη διάρκεια της σημερινής επιμνημόσυνης δεήσεως μπροστά στο μνημείο των σφαγιασθέντων, πέταξαν στον ουρανό του Δοξάτου, πάνω από τον κάμπο των Φιλίππων δύο πολεμικά αεροσκάφη της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Αυτά τα πολεμικά αεροσκάφη ανήκουν στις Ένοπλες Δυνάμεις μας. Μέχρι πριν λίγες μέρες προστάτευαν χάρη στις θέσεις τους στη Θράκη, τη Βουλγαρία από τυχόν πλήγματα που θα ήρχοντο από την περιοχή της σύγκρουσης στο Ιράν. Αντιαεροπορικές εγκαταστάσεις ελληνικές, το 2026, προστάτευαν τη Βουλγαρία, με την οποία είμαστε σύμμαχοι και μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτά τα αεροπλάνα που πέταξαν πάνω από το Δοξάτο, προστατεύουν τον εναέριο χώρο της Αλβανίας. Η Ελλάδα, η οποία πολλές φορές βγήκε από τις στάχτες της διεκδίκησης της ελευθερίας της, σήμερα είναι όρθια και δεν προστατεύει μόνο τον εαυτό της, από την εξ ανατολών απειλή, αλλά προστατεύει και τους γείτονές της βάσει διεθνών συμβάσεων. Αυτή την Ελλάδα δεν πρόλαβαν να την ζήσουν οι πρόγονοί σας, τη μνήμη των οποίων σήμερα τιμούμε.
Τη ζούμε όμως εμείς και ας εκτιμήσουμε αυτή τη διαφορά με το τότε. Ας εκτιμήσουμε ότι γεννηθήκαμε την περίοδο που οι θεοί ευλογούσαν. Και ας χαρούμε αυτήν την τύχη. Και ας σκεφτούμε πως αυτή η ανεκτίμητη τύχη, δεν ευνοεί μιζέριες, διχασμούς και τοξικότητες. Ευνοεί να προχωρούμε μπροστά, με το βλέμμα καρφωμένο στο μέλλον. Με το βλέμμα στραμμένο στην καλυτέρευση της ζωής μας.


