ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

Τ. Λυκειάρχη

 

  • Πασχαλινές αναδρομές

 

Όσο πλησίαζε η Λαμπρή, τόσο αγωνιούσε ο χότζας Ραζή εφέντης από την Κρώμνη. Είχε χάσει τη διάθεσή του για δουλειά. Πήγαινε στο τσαγκαράδικο του και δεν είχε όρεξη να επισκευάσει τις κουντούρες, που είχαν γεμίσει τα ξύλινα ράφια του μικρού του μαγαζιού.

Το ίδιο αγωνιούσε και η Χατιμέ. Πρώτη φορά ζούσαν τέτοια αγωνία. Και αιτία η απομάκρυνση του παπα – Στάθη από το Ζουραντζάντων. Δεν το σήκωνε η συνείδησή τους να μην εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν.

Την αγωνία τού Ραζή εφέντη είχε και αντιληφθεί και ο μολάς Σαγίπ εφέντης, χρόνια φίλος του και ιδιοκτήτης καφενείου, όπου ο ναργιλές έδινε κι έπαιρνε. Και μια μέρα επισκέφθηκε τον Ραζή εφέντη για να λύσει την απορία του. Στην ερώτησή του, γιατί εδώ και μέρες είναι τόσο ανήσυχος, απέφυγε να του απαντήσει. Ο μολάς Σαγίπ ήταν τόσο φανατικός Τούρκος, που όλο το χωριό τραβούσε γιακά από τη συμπεριφορά του. Με το παραμικρό ξυλοφόρτωνε όποιον τον στραβοκοίταζε ή δεν του έκανε τεμενάδες.

Ο Ραζή Χότζας προέβαλε κάποιες δικαιολογίες, όμως δεν έπεισε τον Σαγίπ. Δεν επέμενε άλλωστε και πολύ. Είχε κι εκείνος τα βάσανά του. Η κόρη, η Αϊσέ είχε ερωτευθεί τόσο τον Αριστοτέλη, το γιο του Χριστιανού Φίλωνα, που έχασε τη διάθεσή της, κλείστηκε στον εαυτό της και ερχόταν κάθε τόσο σε σύγκρουση με τη μάνα της, τη Χατιμέ.

Ο Σαγίπ το θεωρούσε προσβολή του να κάνει γαμπρό του έναν γκιαούρη, μολονότι ήταν δουλευταράς, και όμορφος και είχε και τον καιρό του. Ακούς εκεί να του μαγαρίσει τη θρησκεία του, να προσβάλλει τον Αλλάχ του, που ήταν πιο μεγάλος από το Θεό των γκιαούρηδων.

Δεν μπορούσε όμως να κάνει κι αλλιώς. Εβλάτι του ήταν, να το σκότωνε; Είναι δύσκολο πράμα να χτυπάει η καρδιά ενός νέου. Έτσι το πλάσε η φύση.

Ο καθένας με τον πόνο του και ο Σαγίπ με τον δικό του. Δεν ήταν και λίγο. Πώς θα αντιμετώπιζε το σινάφι του; Και τι θα έλεγε στον πασά, αν το μάθαινε κι εκείνος; Κινδύνευε το κεφάλι του. Ακούς εκεί ο μολάς Σαγίπ να προδώσει την πίστη του!

Ένα βράδυ με φαρμακωμένη την ψυχή του ο Ραζή Χότζας έκλεισε νωρίτερα από τα άλλα βράδια το τσαγκαράδικό του και σέρνοντας σχεδόν τα πόδια του –είχε τα χρονάκια του- τράβηξε για το σπίτι του.

Τύλιξε καλά το σαρίκι γύρω από το κεφάλι του, φόρεσε και τη γούνα του –εκείνη τη χρονιά το Πάσχα ήρθε νωρίς και το κρύο ήταν δυνατό- και σκεφτικός, χωρίς τη διάθεση όχι μόνο να μιλήσει όσους συνάντησε, αλλά ούτε και να τους δει στο πρόσωπο, ξεκλείδωσε τη βαριά ξύλινη πόρτα του κονακιού του και χώθηκε μέσα. Το δυνατό κρύο του έφερε τρέμουλο.

Η Χατιμέ –σαράντα χρόνια μαζί του κάτω από την ίδια στέγη- τον περίμενε πίσω από την πόρτα. Ήταν αλλαγμένη. Ένα απαλό χαμόγελο, που το ζωήρευε το αχνό φως της γκαζόλαμπας, τον έβαλε σε προβληματισμό. Ήταν αλλαγμένη τώρα η όψη τη απ’ ό,τι ήταν το πρωί. Κάπως αναθάρρησε ο Ραζή Χότζας. Δίστασε όμως να ρωτήσει μήπως και δεν ήταν ελπιδοφόρο το χαμόγελο τής Χατιμέ. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια, μήπως και μαντέψει κάτι ευχάριστο.

Δεν τόλμησε όμως να ρωτήσει. Έβαλε το μακρί σαρίκι του και τη γούνα του και τράβηξε για το τζάκι να πυρωθεί. Στο κατόπι του και η Χατιμέ. Το τσάι έβραζε στην πυροστασία! Ήταν ό,τι έπρεπε για την ώρα. Κάθησε δίπλα του η Χατιμέ, του έπιασε τρυφερά το χέρι και του είπε: Νικόλα, μην ανησυχείς. Ο καλός μας ο Χριστούλης, που σε λίγες ημέρες θα γιορτάσουμε την ένδοξη Ανάστασή Του δεν μας ξέχασε και φέτος. Φαίνεται πως μας αγαπάει πολύ και την αγάπη μας δεν την ξεχνάει.

Φωτίστηκε το πρόσωπο του Νικόλα απ’ όσα άκουσε από τη Μαρία και περίμενε τη συνέχεια.

-Άκουσε παπα-Νικόλα, μόλις έφυγες εσύ για το τσαγκαράδικο, ήρθε και σε ζήτησε ο ιμάμης ο Χουσεΐν. Βρήκε τον παπά, που θα μας κάνει την Ανάσταση. Είναι από το Σιαμανάντων. Λίγο μακριά πέφτει. Τι να κάνουμε όμως; Όταν δεν βρέχει, καλό και το χαλάζι!

Αναγάλλιασε η ψυχή του παπα-Νικόλα. Πλησίασε πιο κοντά στο τζάκι κι έβγαλε το μικρό του δάχτυλο στο αυτί, το κούνησε κάνα δυο φορές μήπως δεν άκουσε καλά. Ύστερα έκανε το σταυρό του τρεις φορές και τα χείλη του σάλεψαν με μεγάλη ικανοποίηση: «Δόξα σοι ο Θεός!».

Ήπιε το τσάι του με δυο παξιμάδια κι έπεσε για ύπνο. Μα πού να κοιμηθεί! Στριφογύρισε στο στρώμα αρκετές φορές μέχρι, που τον πήρε ο ύπνος.

Σαν ξύπνησε το πρωί, ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες από τη Μαρία. Κι εκείνη ολοφώτιστη του ανακοίνωσε όλο το σχέδιο, που η αποκάλυψή του ήταν βέβαιο ότι θα τους στερούσε τη ζωή.

Αφού σουρούπωσε για τα καλά το Σάββατο, ο παπα-Νικόλας ε τη Μαρία, ντυμένοι εκείνος με το σαρίκι του κι εκείνη με το φερετζέ της καβάλησαν στα άλογά τους και χάθηκαν μέσα στη νύχτα! Όδευαν για το Σιαμανάντων.

Το ταξίδι κράτησε καμιά ώρα περίπου. Το ξεροβόρι, που θέριζε τα κορμιά τους, ελάχιστα τους απασχολούσε. Η ψυχή τους ήταν ζεστή μόνο με τη σκέψη ότι θα δέχονταν το σώμα και το αίμα του Κυρίου και Θεούς τους.

Έφτασαν στο Σιαμανάντων. Λίγο έξω από το χωριό τους περίμενε ο Χότζας Σαρίκ την ημέρα και παπα-Σταύρος τη νύχτα. Τους οδήγησε στην άλλη άκρη του χωριού, εκεί που βρισκόταν ο αχυρώνας του Μπεκίρ αγά. Μπήκαν με χίλιες δυο προφυλάξεις μέσα μην τους δει κανένα ανεπιθύμητο μάτι. Ο παπα-Σταύρος άνοιξε μια καταπακτή, που την κάλυπταν τα δέματα του αχύρου και κατέβηκαν προσεκτικά τα σκαλιά. Ο χώρος φωτιζόταν με άσπρες λαμπάδες, χωρίς πολυελαίους και με λίγες εικόνες αγίων. Βγάλανε τα σαρίκιά τους, βάλανε τα πετραχήλιά τους και ξεκίνησαν την πολυπόθητη αναστάσιμη λειτουργία.

Στο άκουσμα του «Χριστός Ανέστη» δάκρυα χαράς αυλακώσανε τα σκαμμένα από το χρόνο πρόσωπά τους. ήταν εκεί όλοι τους. Κι ο δικαστής Πελίτ πασάς κι ο Τσαούσης Ντεμίραλης και ο μουχτάρης Ιντζεπέκογλου. Ύστερα ένας ένας προσήλθαν για να κοινωνήσουν, αφού πρώτα αγκαλιάστηκαν ζητώντας ο ένας από τον άλλον συγχώρεση.

Η επιθυμία, που τόσο φλόγιζε μέσα στην ψυχή τους, έγινε για μια ακόμη χρονιά πραγματικότητα. Ο Θεός της αγάπης, που τον τιμούσαν με κίνδυνο της ζωής τους τους αξίωσε για μια ακόμη φορά. Πόσο όμως θα κρατούσε ένα τόσο βασανιστικό μαρτύριο, που το υπομέναν, γιατί είχαν προσφέρει τη ψυχή τους στον μόνο αληθινό Θεό;

Με δάκρυα χαράς, αφού ανταλλάξανε το φιλί της αγάπης, χαθήκαν μέσα στο σκοτάδι κι ας συνέχιζε το ξεροβρόχι να τους δέρνει αλύπητα! Ίσα – ίσα τους δρόσιζε από τη φλόγα της ψυχής τους, φλόγα χαράς και αισιοδοξίας, φλόγα πίστης βαθιάς στον Εσταυρωμένο και Αναστηθέντα Κύριο τους, στο Σωτήρα τους.

Μάταια περίμεναν χρόνια ολόκληρα να έρθει η δική τους ανάσταση. Δεν ήρθε όμως. Και η Ανταλλαγή, που πίστεψαν ότι θα έδινε τέλος στο μαρτύριό τους, δεν τους έφερε τη λύτρωση. Ο κατακτητής τους θεώρησε δικούς του, αφού πίστευαν, όπως νόμιζε, στον δικό του Αλλάχ, και τους κράτησε να ζουν το μαρτύριό τους. Βρέθηκε άραγε κανένας άλλος παπα-Νικόλας να κάνει τρισάγιο στον τάφο τους και ας τους είχαν θάψει στα μεζαρλίκια;

Δεν έλειψαν όμως και αρκετοί, που προδόθηκαν. Πλήρωσαν με τη ζωή τους το τόλμημά τους οι ντινσίζηδες και χαΐνηδες (=άπιστοι και προδότες).

 

(Το γ’ μέρος του άρθρου του κ. Γ.Κ. Χατζόπουλου «Σκέψεις και εντυπώσεις Χατζηκυριάκου εκ περιοδείας [ανά την Μακεδονίαν]» θα δημοσιευτεί την επόμενη Πέμπτη)