ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

Τ. Λυκειάρχη

 

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

 

  • Το κείμενο, που ακολουθεί, αφιερώνεται στην αποφράδα συμπλήρωση 565 χρόνων από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

 

Οι λαοί έχουν χρέος να μη λησμονούν το παρελθόν τους. Όχι βέβαια από μνησικακία ή φθόνο ή σωβινισμό, αλλά για να μην υποχρεωθούν να το ξαναζήσουν και μάλιστα κατά τρόπο οδυνηρό, αφού το πολλάκις εξαμαρτείν ουκ ανδρών σοφών.

 

Επέλεξα ως προμετωπίδα της λεκτικής μας επικοινωνίας τον αποφθεγματικό λόγο του φιλοσόφου Σανταγιάνα για να δοθεί απάντηση σ’ όλους εκείνους, οι οποίοι με κακεντρέχεια μας κακολογούν ότι κυριαρχημένοι από μεγαλοϊδεατισμό ανακαλούμε στη μνήμη μας κορυφαίες στιγμές της ιστορικής μας πορείας, οι οποίες προκάλεσαν πόνο βαθύ, όχι μόνο στο γένος των Ελλήνων, αλλά και ευρύτερα στην πολιτισμένη ανθρωπότητα. Και ως τέτοια αναμφίλεκτα θεωρείται η άλωση της Βασιλίδος των πόλεων, της πόλης των πόλεων, του τηλαυγούς κοσμήματος του ανατολικού κόσμου. Ήδη πέρασαν πεντέμισι ολάκεροι αιώνες από τότε που το κέντρο του ελληνικού και χριστιανικού κόσμου, το οποίο, κατά τον ανώνυμο λαϊκό μας ποιητή θεμελιώθηκε από αγγέλους με τ’ Αγίου Όρους το νερό απού της Χίος το χώμα και από της Αντριανόπολης τα φλογερά τα κεραμίδια. Κι απής την αποχτίσανε οι γιαγγέλοι την Πόλη στέκουν και συντηρούντηνε κι αποθαμάζουντάν την.

Χίλιους ολάκερους χρόνους κράτησε ο αποθαμασμός της, ώσπου μια μέρα σαν και τούτηνε, πριν από 565 χρόνους ο Τούρκος τη μαγάρισε, την έντυσε στα μαύρα.

Τι έφταιξε όμως και χάσαμε την Πόλη, τη ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι; Ώρες ατελείωτες θα χρειάζονταν, τους λόγους να απαριθμήσει κανείς. Η ανελέητη όμως κλεψύδρα του χρόνου τη λακωνικότητα επιβάλλει στην απαρίθμησή τους.

Από το 1071 ξεκινάει το κακό. Τότε που ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ρωμανός ο Δ’ χάνει τη μάχη με τον αρχηγό των Σελτζούκων Τούρκων Αλή Αρπ Ασλάν. Ριζώνουν οι Τούρκοι στον κορμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας και τα δυσοίωνα σημάδια διαγράφονται πια αδρά.

Ύστερα, συμμετοχή στη συμφορά παίρνει η Χριστιανική δύση. Οι σταυροφόροι της Δ’ Σταυροφορίας σταλμένοι σκόπιμα από τον ηγέτη της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ταρακουνούν συθέμελα τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1204 και προκαλούν ρήγματα ανεπανόρθωτα.

Αλλά και οι υπηρέτες του μερκαντιλισμού της δύσης φθονούν την ευτυχία της Αυτοκρατορίας των Βυζαντινών. Εποφθαλμιούν την οικονομική της άνθιση και επιχειρούν να την αναστείλουν με τις κατακτητικές τους επεμβάσεις.

Μα η συμφορά δεν θα ‘ρθει μόνο από τους ξένους. Ειλικρινής ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής του Πόντου θα τη σμιλέψει με τους ακόλουθους εύστοχους στίχους του: Την Πόλην όντας όριζεν ο ζάρπη Κωνσταντίνον είχεν πορτάρους δίκλωπους, αφέντας φοβετζάρους, εκείνος είχεν σύνοδον Ρωμαίους δωδεκάραν. Εκείν’ κ’ έκριναν δίκαια, εδέκαν τ’ ανοιγάρα, εκλείδωσαν τα εκκλησιάς κι όλα τα μοναστήρια, εκλείδωσαν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι = Την πόλη όταν κυβερνούσε ο άξιος Κωνσταντίνος είχε πορτάρους δίβουλους αφέντες που δειλιάζουν, εκείνος είχε συντροφιά Ρωμαίους αφεντάδες. Σωστά δεν κρίνανε αυτί και τα κλειδιά της Πόλης στον Τούρκο παραδώσανε. Κλειδώσανε τις εκκλησιές κι όλα τα μοναστήρια, μαζί και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι.

Αλλά και η αλλαγή νοοτροπίας στον τρόπο υπεράσπισης της αυτοκρατορίας από τις ατέλειωτες ποικιλώνυμες ορδές Τούρκων, Σλάβων και Χριστιανών της Δύσης και του Βορρά μοιραία είχε και τις δυσμενείς της επιπτώσεις. Ο κλοιός των αρπάγων ολοένα και σφίγγει και κάθε λογική έξαρση της πίστης πως η δύναμη της ψυχής είναι υπέρτερη εκείνης του σώματος ελάχιστα μπορεί να θεωρηθεί πειστική. Πώς τάχα, όσο κι αν είναι αξεπέραστα τα αποθέματα της ψυχής, θα μπορούσαν οι επτά χιλιάδες υπερασπιστές της Πόλης να αποτελέσουν ασφαλές πρόφραγμα στο αντίπαλο τουρκικό στράτευμα των 150.000, που ήταν εξοπλισμένο με υπερσύγχρονες για την εποχή πολεμικές μηχανές;

Αλλά και πόσο θα μπορούσε να γρανιτώσει τις ψυχές των 7.000 υπερασπιστών του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας η ιδανική και ανεπανάληπτη παλληκαρίστικη απάντηση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στον πολιορκητή Μωάμεθ: «το δε την Πόλιν σοι δούναι, ούτε εμού εστιν ουτ’ άλλου των κατοικούντων ενταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Μάταιη πρακτικά η μετεμψύχωση του Λακεδαιμόνιου Βασιλιά Λεωνίδα. Μάταιο το πολυλεκτικό Μολών Λαβε. Όμως αυτό και μόνο επέτασσε η αδούλωτη ελληνική ψυχή. Ήταν σίγουρο πως και τούτη τη φορά οι νέοι Μήδοι θα περνούσαν. Το όχι όμως των Ρωμιών ριζωμένο στο κύτταρο τους αξίωνε για μια ακόμη φορά την εκφώνησή του. Τούτα τα όχι είναι το αλάτι που προστατεύουν από τη σήψη την ανθρώπινη λευτεριά και την ανασύρουν με τρόπο θαυμαστό από τα Τάρταρα, όπου προσωρινά κατοικοεδρεύει.

Και συντελέστηκε ο χαλασμός κατά πώς μας τον περιγράφει ο Ίμβριος ιστορικός Κριτόβουλος παρά την έκκληση του ανώνυμου λαϊκού ποιητή στη χριστιανική Δύση να φτάσει λόγος στη Φραγκιά για να ‘ρθουν τρία καράβια, το να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το βαγγέλιο, το τρίτο και καλύτερο την άγια τράπεζά μας. Μα τα καράβια δεν ήρθανε, γιατί τα εμπόδισε στο Σχίσμα των Εκκλησιών και μαγαρίστηκαν τα όσια και τα ιερά και κοντά σ’ εκείνα ο κατακτητής ερήμωσε την πόλη, αφού την πέρασε μέσα από φωτιά και σίδερο, αφού την έπνιξε στο αίμα, αφού οικειοποιήθηκε ό,τι δεν του ανήκε, αφού ξεθεμελίωσε πορεία ζωής μιας χιλιετηρίδας.

(συνεχίζεται…)