ΑΡΘΡΟ
του Παναγιώτη Χατζηγεωργίου
Δικηγόρου Δράμας

Πολλοί δηλώνουν έκπληκτοι, με όσα βιώνουμε τελευταία. Μετακινήσεις στελεχών. Μεταγραφές Βουλευτών. Πολλοί θλίβονται. Αρκετοί μιλούν για κατάπτωση. Ανεπίτρεπτες μετακινήσεις. Ανέντιμες και ανήθικες μεταγραφές. Με αντάλλαγμα οφίτσια, θέσεις και αξιώματα. Δεν γίνεται βέβαια λόγος για άμεσο χρηματισμό. Όπως κάποτε στο παρελθόν. Κάτι είναι και αυτό.
Είναι όμως έτσι; Συμβαίνει για πρώτη φορά; Δεν είναι σύνηθες στην πολιτική ζωή; Και όχι μόνο της χώρας μας. Αλλά ακόμη και σε άλλες χώρες της Ευρώπης; Σε περισσότερο ώριμες δημοκρατίες από τη δική μας; Με κόμματα που έχουν ζωή εκατό και διακοσίων ετών;
Πράγματι σε ήρεμες και σταθερές πολιτικές περιόδους αυτά είναι μεμονωμένα φαινόμενα. Αλλά σε εποχές αστάθειας, κρίσης, ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού. Τότε μπορούν να γίνουν τσουνάμι. Σε πρώτη φάση διαφαίνεται ότι συνιστούν φαινόμενα σήψης. Θα έλεγε όμως κανείς ότι είναι ενίοτε και δείγματα υγιούς αντίδρασης. Το ζήτημα δεν είναι αν γίνονται ανακατατάξεις, μετακινήσεις, μεταγραφές. Όταν σείεται το πολιτικό σύστημα, αλίμονο αν δεν γίνουν ανακατατάξεις. Η στασιμότητα θα ήταν πρόβλημα. Το ζήτημα είναι αν αυτό εν τέλει οδηγεί σε κάτι καλύτερο. Αν έτσι ανανεώνεται το πολιτικό σύστημα. Σε ιδέες, πρόσωπα, εφαρμοσμένες πολιτικές. Αν θα καλυτερεύσει η ζωή των πολλών. Αν ενισχύεται η Δημοκρατία. Και η θέση της χώρας.
Γιατί προφανώς και οι πολίτες/εκλογείς δικαιούνται και υποχρεούνται, να αλλάζουν προτιμήσεις. Γιατί και τα στελέχη των κομμάτων έχουν δικαίωμα και υποχρέωση, αν το κρίνουν αναγκαίο, να αλλάζουν ιδέες, θέσεις και άποψη και να προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Γιατί και οι Βουλευτές έχουν και κατά το Σύνταγμα πλήρη ελευθερία συνείδησης και άποψης. Να κρίνουν κάθε φορά ελεύθερα τι πρέπει να πούνε και τι να ψηφίσουν.
Προφανώς αν αυτό γίνεται μεταξύ όμορων πολιτικών χώρων δεν ξενίζει και τόσο. Αν όμως μεταπηδούν κάποιοι στο άλλο «στρατόπεδο» για να γίνουν Υπουργοί; Και γίνονται επιπλέον και Γενίτσαροι; Ε τότε και δικαίως πρέπει να κριθούν πολύ αυστηρά. Και αν τυχόν γίνεται λόγω χρηματισμού είναι καταδικαστέο. Προφανώς είναι καταδικαστέο και αν γίνεται με αποκλειστικό σκοπό ανταλλάγματα, θέσεις και οφίτσια.
Δεν θα έλεγα το ίδιο, ότι δηλαδή είναι καταδικαστέο στον ίδιο βαθμό μάλιστα, αν γίνεται από λόγους συνέπειας. Γιατί ο μεταπηδήσας σε άλλο άρμα, αυτά έλεγε και πρέσβευε και στο έως χθες κόμμα του, αλλά δεν εισακούονταν. Ούτε ακόμη κι αν αυτό γίνεται για την πολιτική επιβίωση ενός στελέχους ή ενός Βουλευτή. Όταν κρίνει ότι ο πολιτικός του χώρος προσέφερε ότι μπορούσε και δεν «τραβάει» πλέον. Γιατί τότε λειτουργεί ανθρώπινα και ορθά και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Γιατί δεν θεωρώ ότι κάθε φορά που αποτυγχάνει ένα κόμμα, θα έπρεπε τα στελέχη και οι Βουλευτές που το στήριξαν, να αποσυρθούν από την πολιτική ζωή και να πάνε σπίτια τους. Γιατί μπορεί να έχουν ακόμη να προσφέρουν στην παράταξη, στο χώρο, στη χώρα. Και έτσι κι αλλιώς θα κριθούν και πάλι για τις επιλογές τους από τον λαό. Το να εξυβρίζεις και να λοιδορείς κάποιον, γιατί αποφάσισε να κάνει μια άλλη επιλογή, που εσένα δεν σου αρέσει, μου φαίνεται ανεπίτρεπτο. Είναι αναρίθμητες τέτοιες περιπτώσεις. Και όλα τα κόμματα έχουν αποδεχθεί τέτοιες μετακινήσεις και προσχωρήσεις.
Μια μικρή αναδρομή στην πρόσφατη πολιτική μας ιστορία, ίσως μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι πράγματι δεν ζούμε πρωτόγνωρες καταστάσεις. Εν μέσω κρίσης και μνημονίων δεκάδες Βουλευτές ανεξαρτητοποιήθηκαν, παραιτήθηκαν ή μεταπήδησαν σε άλλα κόμματα. Η ΝΔ έχασε και δικαίως τις εκλογές το 2009. Κέρδισε το ΠΑΣΟΚ στα χέρια του οποίου έσκασε η χρεωκοπία, πλήρωσε βαρύτατο τίμημα και καταποντίστηκε. Πλήθος στελεχών και πρώην Βουλευτών και Υπουργών μετακινήθηκαν. Μετά τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στο ρεαλισμό το καλοκαίρι του 15 αποχώρησε το 1/3 των Βουλευτών του. Μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 15 δεκαοκτώ Βουλευτές διαφοροποιήθηκαν από την αρχική βούληση των εκλογέων.
Για να μη κουράζουμε με δεκάδες ονόματα και χρονολογίες, ο γράφων θα αναφερθώ μόνο στον Στάθη Παναγούλη. Ο οποίος είχε μια πολυτάραχη πολιτική διαδρομή. Και βεβαίως ποτέ δεν κατηγορήθηκε ότι έκανε επιλογές λόγω χρηματισμού ή επιδιώκοντας οφίτσια, θέσεις και αξιώματα.
Υπήρξε Βουλευτής και Υπουργός του ΠΑΣΟΚ επί Ανδρέα. Το 1984 ίδρυσε την Ενιαία Σοσιαλιστική Παράταξη Ελλάδας. Το 1985 συνεργάστηκε με το ΚΚΕ. Το 1989 ήταν υποψήφιος με τον Συνασπισμό. Το 1993 ήταν υποψήφιος με την Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά. Το 2012 ήταν υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ και εκλέχθηκε Βουλευτής. Το Νοέμβριο του 2015 διαγράφηκε, γιατί απείχε από την ψηφοφορία αρνούμενος να ψηφίσει το 3ο πακέτο με προαπαιτούμενα. Το 2019 ήταν υποψήφιος με το ΚΙΝΑΛ.
Προφανώς εγείρεται ζήτημα ηθικής τάξης όταν κάποιο στέλεχος/Βουλευτής όχι απλά αλλάζει κόμμα, αλλά και παράταξη. Όταν αυτό γίνεται αιφνίδια από τη μια μέρα στην άλλη, δίχως μέχρι τότε να έχει δώσει ανάλογα δείγματα γραφής. Και αυτό είναι κάτι που οφείλουν να αξιολογούν οι πολίτες. Πριν την κάλπη. Γιατί έχει και ο πολίτης ευθύνη για τις επιλογές του.
Σήμερα στη Βουλή υπάρχουν 40 ανεξάρτητοι Βουλευτές. Αν σχημάτιζαν Κοινοβουλευτική Ομάδα θα ήταν αξιωματική αντιπολίτευση. Εκείνο που αποδεικνύεται είναι η ρευστότητα που επικρατεί στο πολιτικό μας σύστημα. Το οποίο αποδεικνύεται ανώριμο να αποδεχθεί πως μας τελείωσαν πλέον οι αυτοδύναμες Κυβερνήσεις. Τα κόμματα του 35% και 40%. Και πως πρέπει να πορευτούμε με συνεργατικά σχήματα. Όπως συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη.
Δυστυχώς οι υπάρχοντες κομματικοί σχηματισμοί στο χώρο της κατακερματισμένης προοδευτικής αντιπολίτευσης απέτυχαν να εκφράσουν τη διογκούμενη κοινωνική αντιπολίτευση. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τη δημιουργία νέων κομμάτων. Όπως και η συζήτηση για έναν νέο δικομματισμό. Που θα μας βγάλει από το αδιέξοδο. Για να ηττηθεί το καθεστώς Μητσοτάκη. Να μην υπάρχει πολυδιάσπαση στο χώρο της Προοδευτικής Αντιπολίτευσης. Να επέλθει η πολυπόθητη πολιτική αλλαγή και αλλαγή πολιτικής.
Από τη στιγμή που ξεκίνησε όμως άτυπα μεν, ουσιαστικά δε η προεκλογική περίοδος βλέπουμε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων. Και από εκεί που δεν μπορούσαμε να έχουμε μια αξιόπιστη εναλλακτική προοδευτική πρόταση. Έχουμε τόσες σκιώδεις κυβερνήσεις, τόσους νικητές και τόσες αυτοδύναμες κυβερνήσεις, που δεν μπορεί να καταναλώσει η χώρα.
Το κυρίαρχο και ζητούμενο λοιπόν δεν είναι αν γίνονται μετακινήσεις. Αλλά αν γίνονται για καλό σκοπό. Και έχουν θετικό αποτέλεσμα. Αν θα είναι εν τέλει επωφελείς για την κοινωνία και τη χώρα.


