ΑΡΘΡΟ
Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά
ATPL
AIRLINE PILOT
B737NG AIRBUS 320

Η αρχαιότητα είναι γεμάτη με παραδείγματα ανάμειξης και συγχώνευσης Εκκλησίας και Κράτους. Κατά κανόνα ένας επιτυχημένος ηγεμόνας ή βασιλιάς αναλάμβανε διάφορους «ιερατικούς» τίτλους, εκτός από τους «κοσμικούς» τίτλους που συνήθως παρείχε μια τέτοια θέση. Μερικά παραδείγματα αυτής της συγκεκριμένης ανάμειξης και συγχώνευσης Εκκλησίας-Κράτους είναι: η εκτέλεση του Σωκράτη ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο από το Αθηναϊκό κράτος για, μεταξύ άλλων, «την ασέβειά του προς τους θεούς», ο ισχυρισμός πολλών από τους αρχαίους Ιουδαίους βασιλείς για ηγεμονία με εντολή από τον Ουρανό, ή το Έδικτο της Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο Χριστιανισμός που προέκυψε από τη Σύνοδο της Νίκαιας έγινε η επίσημη κρατική θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Για αιώνες, οι μονάρχες βασίλευαν υπό την ιδέα της ελέω Θεού βασιλείας. Μερικές φορές αυτό άρχιζε να χρησιμοποιείται από ένα μονάρχη για να υποστηρίξει τη θεωρία ότι ο βασιλιάς διοικούσε και το βασίλειο του και την Εκκλησία εντός των συνόρων του βασιλείου του, μια θεωρία γνωστή ως «καισαροπαπισμός». Από την άλλη πλευρά ήταν το καθολικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο Πάπας, ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης, θα πρέπει να έχει την απόλυτη εξουσία πάνω στην Εκκλησία, και έμμεσα πάνω στο κράτος.
Επιπλέον, καθ’ όλο τον Μεσαίωνα ο Πάπας επικαλείτο το δικαίωμα να καθαιρεί τους καθολικούς βασιλιάδες της Δυτικής Ευρώπης και προσπάθησε να το ασκήσει, μερικές φορές με επιτυχία (δείτε τη διαμάχη εξουσίας διορισμού εκκλησιαστικών αξιωματούχων παρακάτω), μερικές φορές όχι, όπως με τον Ερρίκο τον Η’ της Αγγλίας και τον Ερρίκο τον Γ’ της Ναβάρας.
Στη Δύση το ζήτημα του χωρισμού εκκλησίας και κράτους κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου επικεντρώθηκε σε μονάρχες που κυβερνούσαν στην κοσμική σφαίρα, αλλά καταπατούσαν την εξουσία της Εκκλησίας στην πνευματική σφαίρα. Αυτή η χωρίς λύση αντιλογία στον απόλυτο έλεγχο της Εκκλησίας οδήγησε σε διαμάχες για την εξουσία και σε κρίσεις ηγεσίας, ιδίως στη διαμάχη εξουσίας διορισμού εκκλησιαστικών αξιωματούχων, που επιλύθηκε με το Κονκορδάτο της Γουόρμς το 1122.
Με αυτό, ο αυτοκράτορας παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ορίζει τους ιερωμένους με δακτυλίδι και ποιμαντική ράβδο, τα σύμβολα της πνευματικής δύναμής τους, και εγγυήθηκε την εκλογή τους από τους κληρικούς του καθεδρικού ναού ή μοναστηρίου και ελεύθερη χειροτονία.
Στο σήμερα.
Υποτίθεται πως ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος τήρησε σχετικά ήπια στάση στο θέμα του γάμου ομόφυλων ζευγαριών. Θεωρείται, εξάλλου, οπαδός της «ρεαλπολιτίκ» και ισορροπιστής, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του Χριστόδουλο, ο οποίος το 2001 είχε επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση με την πολιτεία για το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες.
Αν ακολουθούσε τα χνάρια του, ο Ιερώνυμος θα μπορούσε να συγκαλέσει λαοσυνάξεις, να οργανώσει συγκέντρωση υπογραφών και να αιτηθεί ανάκληση του νομοσχεδίου. Προς τιμήν του δεν το έκανε, κράτησε χαμηλούς τόνους.
Στις δύο από τις τρεις μεγάλες και κρίσιμες παρεμβάσεις του, όμως, απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι ουδείς Αρχιεπίσκοπος είναι διατεθειμένος να περιοριστεί στα του οίκου του, της Εκκλησίας. Όλοι τους αισθάνονται ότι έχουν υποχρέωση να παρεμβαίνουν στην πολιτική σκηνή, και αυτό είναι πρόβλημα. Την πρώτη φορά άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για το ζήτημα, λες και είναι στις αρμοδιότητές του να προτείνει προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Τη δεύτερη φορά έθεσε ζήτημα άρνησης βάφτισης για τα παιδιά των ομόφυλων ζευγαριών, κάτι που είναι μάλλον δύσκολο να εφαρμοστεί σύμφωνα με την άποψη θεολόγων.
Είναι καιρός να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για το επίμαχο θέμα.
Το εξήγησε ωραία ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος: «Το εκκλησιαστικό κομμάτι είναι να υπάρχει ανάδοχος που είναι ορθόδοξος και αποτελεί την εγγύηση για την ορθόδοξη ανατροφή του παιδιού», μόνο αυτή είναι η προϋπόθεση για να προχωρήσει μια βάφτιση. Πάντως, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ήταν μάλλον ανώδυνη, αφού δεν θα δημιουργούσε ούτως ή άλλως νομικά προβλήματα στις οικογένειες, καθώς υπάρχει η διαδικασία της ονοματοδοσίας που δεν εξαρτάται από θρησκευτικές λειτουργίες.
Η τρίτη παρέμβαση ήταν η πιο ανησυχητική. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος ζήτησε τη διενέργεια ονομαστικής ψηφοφορίας στη Βουλή, επικαλούμενος «τη δημοκρατία και τα συμφέροντα του ελληνικού λαού». Τι μπορεί να εξυπηρετεί αυτή η πρόταση; Προφανώς τον εκφοβισμό των συντηρητικών βουλευτών που σκέφτονται να ψηφίσουν υπέρ του νομοσχεδίου και η απειλή ότι δεν θα μπορούν να σταθούν στις εκλογικές τους περιφέρειες, γιατί θα έχουν συμπεριληφθεί σε χριστιανική λίστα προγραφών.
Είναι πάγια τακτική της Εκκλησίας να κραδαίνει την επιρροή της για να εξασφαλίσει υποχωρήσεις από την πολιτεία: από το μάθημα των θρησκευτικών έως την ψήφο των βουλευτών, αλλά και την ανάδειξή τους. Σταδιακά, όμως, τα περιθώριά της να συνδιαμορφώνει τις πολιτικές αποφάσεις περιορίζονται. Είναι καιρός να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για τον χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας.
(συνεχίζεται…)
Πηγές
Καθημερινή
Βικιπαιδεια
Dikaiosyni.com

