ΑΡΘΡΟ

Του Γιάννη Παπουτσή

Υποψήφιου Βουλευτή του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών στη Δράμα

 

 

Οργανώνουμε ως Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών την 3η μας Πανελλαδική Συνδιάσκεψη στην οποία θα αποφασίσουμε το προγραμματικό πλαίσιο και θα αναδείξουμε τα όργανα του Κινήματός μας.

Στις 2 – 4 του Ιούνη, πριν αλλά και ενόψει του Συνέδριου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, τα μέλη και οι φίλοι μας θα δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό για μία Συνδιάσκεψη βάσης.

Οφείλουμε να δώσουμε θετική απάντηση στα σημερινά πολιτικά και οικονομικά αδιέξοδα της καθημερινότητας που διαβιούμε, για την Ελλάδα των αξιών που ευαγγελιζόμαστε – απελευθερωμένη από δουλείες, παραγωγική, δημιουργική, στοργική και περήφανη.

Θα πρέπει να μας είναι αδιάφορο το παιχνίδι της εξουσίας μόνο για την εξουσία, που κυρίως αυτό αφορά κι ενδιαφέρει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και η οποία παριστάνει ότι διαπραγματεύτηκε σκληρά, ενώ φαίνεται πως είναι υποταγμένη στους δανειστές.

Αφού επέμεινε σε περαιτέρω καθυστερήσεις και υποσχόταν εκ νέου «λαγούς με πετραχήλια», έφερε νέα μέτρα και τέταρτο μνημόνιο.

Το τέταρτο μνημόνιο που έφεραν στη Βουλή, και μάλιστα χωρίς χρήματα, είναι ο ακλόνητος μάρτυρας του πολιτικού κυνισμού τους.

Το μόνο που πέτυχαν, αφού παραβίασαν όλες τις υποτιθέμενες κόκκινες γραμμές, που οι ίδιοι έθεταν, είναι πως όταν τελικά κλείσει η συμφωνία, να φέρει νέα μέτρα ύψους 4,5 δισ., χωρίς αλλαγές στους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα, χωρίς ανακοινώσεις για το χρέος.

Συντήρησαν για πολλούς μήνες την αβεβαιότητα και στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικονομία με τα capital controls, τη διαρροή των καταθέσεων, την αύξηση των κόκκινων δανείων, την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, συνέβαλαν στην παράταση της ύφεσης.

Από την άλλη μεριά η Ν.Δ. -η δεξιά αντιπολίτευση- επιχειρεί να διαμορφώσει μιαν εικόνα φορέα σοβαρότητας.

Δεν έχει κι αυτή ουσιαστικά πρόταση εξόδου από την κρίση. Περιορίζεται σταδιακά σε μια προσπάθεια να εμφανίζεται καλύτερος διαχειριστής των πραγμάτων, αξιοποιώντας την κατάσταση που επικρατεί στην πραγματική οικονομία και την ανικανότητα της κυβέρνησης να παράξει κάποιο αξιοσημείωτο έργο για να βοηθήσει την οικονομία να πάρει μπροστά.

Και οι δύο δυνάμεις παραμένουν συντηρητικές γιατί έχουν μια πολύ κακή σχέση με την αλήθεια.

Οι δικαιολογίες τους εξαντλήθηκαν.

Αν και όλοι αναγνωρίζουν – πέρα από τις άλλες διαπιστώσεις – πως η χώρα μας διαθέτει πολλά πλεονεκτήματα, έχει δυνατότητες, δεν στερείται ανθρώπινου δυναμικού, ούτε πλουτοπαραγωγικών πόρων, εάν και εφόσον όμως αξιοποιηθούν σωστά οι δυνατότητές μας αυτές.

Γιατί λεηλατούνται όμως οι εθνικοί μας πόροι στο βωμό των ελλειμμάτων και χωρίς να μειώνεται το χρέος;

Γιατί ενισχύεται ο παρασιτισμός αντί της παραγωγής;

Γιατί αφελληνίζονται, οι όποιες παραγωγικές επιχειρήσεις που ακόμη προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους σε ένα εχθρικό γι’ αυτές οικονομικό περιβάλλον;

Ποιοί είναι αυτοί και με ποιο δικαίωμα, φέρνουν και επιτείνουν την εξάρτηση και την περιθωριοποίηση της χώρας;

Τι μας συμφέρει; Τι χρειάζεται να κάνουμε ως χώρα;

Τι απαιτείται ώστε να ξεπεράσουμε την κρίση που χρονίζει;

Τι απαιτείται ώστε να κινηθούμε σωστά και με θετικό πρόσημο για την πορεία της χώρας στη νέα αυτή εποχή που διανύουμε διεθνώς;

Ποιο λοιπόν είναι το διακύβευμα για τις δημιουργικές πολιτικές δυνάμεις του τόπου σήμερα;

Εμείς είμαστε πεπεισμένοι πως απαιτείται, πολύ μεγάλη προσοχή και αφοσίωση στη μεγάλη εικόνα της Ελλάδας, αλλά και στην προώθηση των εθνικών συμφερόντων, αντί για την τροφοδότηση πολώσεων με γνώμονα τα εσωτερικά ακροατήρια.

Μια εθνική ισχυρή διαπραγματευτική στρατηγική, αντί του ετεροπροσδιορισμού και των αποσπασματικών κινήσεων.

Ένα εθνικό σχέδιο για τη σημερινή και μελλοντική πορεία της χώρας, αντί των εντυπώσεων.

Εμείς προτάσσουμε την αλλαγή των πραγμάτων, έναντι της διαχείρισής τους.

Εμείς απαλλαγμένοι από το κακώς εννοούμενο πολιτικό συμφέρον, κινούμενοι έξω από τον μικροπολιτικό μικρόκοσμο, μπορούμε να μιλήσουμε με όρους αλήθειας, και να καταστήσουμε ορατή τη διαφορά μας από τη ΝΔ αλλά και από το ΣΥΡΙΖΑ.

Εμείς οφείλουμε στο μεταβαλλόμενο καθημερινά περιβάλλον και που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται όχι μόνο από τις εσωτερικές εξελίξεις, αλλά από όσα συμβαίνουν στην ευρύτερη γειτονιά μας, την Ε.Ε., και διεθνώς, να επανατοποθετήσουμε την πολιτική στο επίκεντρο.

Έχουμε χρέος, λοιπόν, να θέτουμε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, την αναγκαιότητα της συνεννόησης των πολιτικών και παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Πρέπει -ως πολιτικός φορέας με την αυτόνομη ακόμη παρουσία του- στη Συνδιάσκεψή μας να διαμορφώσουμε ένα σύγχρονο, προοδευτικό και αποτελεσματικό πολιτικό λόγο, και να δράσουμε με πολιτικό πρόσημο για να καταφέρουμε την προώθηση της στρατηγική μας στόχευσης.

Παράλληλα, θα πρέπει να δούμε και τη δουλειά μας στο πλαίσιο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.

Αυτή θα είναι η προσφορά μας στον τόπο – και στις προοδευτικές δυνάμεις.

Να συμβάλλουμε δηλαδή ενεργά στη διαμόρφωση της συλλογικής προσδοκίας για την ανάταξη της χώρας και να νιώσουμε μέρος της.

Ας το τολμήσουμε!