ΑΡΘΡΟ

Του Βασίλειου Μελαδίνη

Αρχιτέκτονα Χωροτάκτη

Από τα μέσα της μεταπολίτευσης και μετά το φαινόμενο των καταλήψεων των κτιρίων που στεγάζουν τη μέση εκπαίδευση έγινε μόδα. Τα κόμματα της αριστεράς από ιδεολογική θέση και η εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση από συνειδητό λαϊκισμό, στήριζαν πάντοτε τις καταλήψεις. Τις στήριξαν ακόμα και όταν γνώριζαν ότι η απόφαση της κατάληψης, πολλές φορές, ήταν το αποτέλεσμα συνάθροισης και ψηφοφορίας του 3 με 5% των μαθητών του σχολείου, ή ακόμα χειρότερα, μόνο κάποιου δεκαπενταμελούς που ηγείτο ο εκάστοτε πεφωτισμένος Alexis.

Απορώ γιατί η συντεταγμένη πολιτεία, από τη κεντρική κυβέρνηση μέχρι την «ανεξάρτητη» δικαιοσύνη, δεν έδρασε ποτέ αυτεπάγγελτα στη παράνομη πράξη της οποιαδήποτε κατάληψης, ούτως ώστε εάν έστω και ένας μαθητής ήθελε να κάνει μάθημα, να μπορεί να το κάνει απρόσκοπτα και αυτό απλά και μόνο γιατί είναι κατοχυρωμένο συνταγματικό του δικαίωμα!

Το ίδιο θα έπρεπε να συμβαίνει ακόμα και εάν η πλειοψηφία των μαθητών ήθελε τη κατάληψη (κάτι που ποτέ δεν συνέβη), καθώς το δικαίωμα της μειοψηφίας έστω του ενός προστατεύεται, σε μια υποτιθέμενη δημοκρατία!

Επιπλέον υπάρχει συνταγματική απαγόρευση κατάληψης δημοσίου κτιρίου γενικά και τα γυμνάσια και τα λύκεια είναι δημόσια κτίρια.

Πότε κάποιος δικαστής, πιστός στο σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, συνέλαβε, ενεργών αυτεπαγγέλτως, όπως προείπα, γονείς καταληψιών ζητώντας τα χρήματα για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν τα ανήλικα βλαστάρια τους στο κτίριο που κατέλαβαν;

Πότε αφαιρέθηκε η επιμέλεια από γονείς που τα ανήλικα παιδιά τους, που κατά το νόμο είναι υπό την απόλυτη επίβλεψη και κηδεμονία τους, διέπραξαν αξιόποινες πράξεις κατ’ εξακολούθηση;

Πότε στάλθηκαν οι παράνομοι ανήλικοι καταληψίες σε υποχρεωτική κοινωνική εργασία, οποιασδήποτε μορφής, για παράδειγμα της αποκατάστασης των ζημιών του σχολείου τους;

Πότε το συμβούλιο των διδασκόντων, αν υπάρχει ακόμη και δεν το έχουν καταργήσει διάφοροι «ιδεοληπτικά προοδευτικοί», αποφάσισε την αποβολή από το σχολείο καταληψιών ή μεταφορά τους σε άλλα σχολεία;

Μην κουράζεστε, η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι μία: Ποτέ! Και αυτό γιατί για δεκαετίες, καμάρωνε κρυφά και τους στήριζε ανοήτως όλο το «προοδευτικό» πολιτικό φάσμα του τόπου καθώς πίστευε πως με τις «αγωνιστικές» καταλήψεις, εκπαίδευε τις νέες γενιές στην επαναστατικότητα των παιδικών τους ονείρων. Ήλπιζαν πως θα τους μετέτρεπαν στους κομσομόλους της αστικής κοινωνίας που θα ηγούντο της επανάστασης. Όμως το μόνο που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν είτε τις μελλοντικές στρατιές των κουκουλοφόρων, είτε τους υποστηρικτές τους που ξεπήδησαν από τις καταλήψεις.

Η εικόνα από την Αλαμπάμα, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, με τους πέντε μαύρους μαθητές ή φοιτητές, να κάνουν μάθημα και τους πεντακόσιους λευκούς με πλακάτ από έξω να διαμαρτύρονται χωρίς να καταλαμβάνουν το κτίριο, χωρίς να εμποδίζουν το μάθημα, παρά του ότι τους «έπνιγαν» τα ταπεινότερα και πιο ακραία ρατσιστικά αισθήματα, δίνει στο καθένα μας το δικαίωμα να μελαγχολεί, συγκρίνοντας την προηγούμενη εικόνα με την εικόνα κλειστών και κατεστραμμένων σχολείων μετά το πέρασμα «αγανακτισμένων επαναστατών». Το τραγικότερο από όλα στην περίπτωσή μας είναι πως η πλειοψηφία τους πιστεύει πως έδρασε δημοκρατικά και αγωνίσθηκε για τη διαφύλαξη του δικαιώματος στη μόρφωση, εμποδίζοντας τη μόρφωση!

Φυσικό επακόλουθο είναι, αφού η μόρφωση στη χώρα παραμένει ακόμα στη διαχείριση ιδεοληπτικών ομάδων που διακατέχονται από ένα μείγμα «προοδευτικότητας», θρησκοληψίας και απόκρυψης της ιστορικής αλήθειας. Εφευρίσκουν δε νέα ξύλινα συνθήματα και αντιμαχίες, χωρίς περιεχόμενο, προκειμένου μέσα από στημένους κομματικούς καβγάδες να οδηγούν την παιδεία στη καθημερινή απαξίωση ώστε να μπερδέψουν και να συσκοτίσουν τους πραγματικούς στόχους που πρέπει να έχει για αυτούς. Να παραμείνει δηλαδή ένα σύστημα παραγωγής μορφωτικού λούμπεν, χωρίς κριτικό πνεύμα με μια αυτοπεποίθηση ημιμάθειας που να μπορούν να την ποδηγετούν!

Δεν ήταν πάντα έτσι απελπιστικά τα πράγματα. Την εποχή που έδινες προαγωγικές εξετάσεις τον Φεβρουάριο και απολυτήριες τον Ιούνιο στη πέμπτη και έκτη τάξη του δημοτικού, την εποχή που έδινες εισαγωγικές εξετάσεις για να περάσεις στο γυμνάσιο, την εποχή, που έδινες εξετάσεις σε κάθε μία από τις σχολές που επέλεγες και δεν σε εξέταζαν καθηγητές μέσης παιδείας αλλά οι καθηγητές που θα είχες στο πανεπιστήμιο, δεν υπήρχαν καταλήψεις. Υπήρχε όμως ένας χείμαρρος από όνειρα και ελπίδα για όλα τα καλούδια που μπορούσαμε να φέρουμε στη ζωή και τη χώρα μας βελτιώνοντας πρώτα τον εαυτό μας μέσα από τη γνώση και την ενσυνείδηση της ισονομίας και της λογικής που θα φέρναμε, με φιλότιμο και ευγνωμοσύνη για την ευκαιρία που μας έδιναν από το υστέρημά τους οι γονείς μας για να σπουδάσουμε.

Μπήκα στην Αρχιτεκτονική σχολή του ΑΠΘ με υποτροφία. Τη τελευταία χρονιά που δίναμε εξετάσεις στη σχολή, πριν τη λαίλαπα των ισοπεδωτικών «Πανελληνίων». Την τελευταία χρονιά που έδινες εξετάσεις στο ελεύθερο και το γραμμικό σχέδιο και σε εξέταζαν ζωγράφος καθηγητής του πολυτεχνείου και καθηγητές αρχιτεκτονικής και όχι καθηγητές τεχνικών του λυκείου!

Τότε αν περνούσες όλα τα μαθήματα, αλλά δεν είχες μέσο όρο πάνω από 5,5 βαθμούς, έμενες στο ίδιο έτος και ξαναέκανες όλα τα μαθήματα!

Τότε αν δεν πέρναγες ένα μάθημα έμενες στο ίδιο έτος και ξαναέκανες όλα τα μαθήματα!

Τότε, αν έμενες πάνω από τρεις φορές στο ίδιο έτος σε απέβαλαν από τη σχολή ακόμα και αν ήσουν στο πέμπτο έτος!

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που σπούδασα τότε. Ένας μαθητής της επαρχίας που βούτηξε μέσα σε μια μήτρα γνώσης που γεννούσε συνεχώς ιδέες, οπτική και θέσεις ζωής.

Δεν είμαι τόσο φίλος σας ή τόσο καλός άνθρωπος που να θέλω οι σπουδές να γίνουν όπως τότε, να φθάσουν σε εκείνο το επίπεδο. Όχι αυτό πρέπει να το κερδίζετε μόνοι σας, για τον εαυτό σας και τα παιδιά σας!

Δείτε τι συνέβη από το 1964 και μετά. Σκεφθείτε τη διολίσθηση προς τη μετριότητα και την παρακμή που χαρακτηρίζει πλέον όλο το φάσμα της ανώτατης παιδείας. Οι Πανελλήνιες ή Πανελλαδικές ή Γενικές εξετάσεις ήταν μια τρομακτική ισοπέδωση της έννοιας της επιλογής των ικανών μέσω εξετάσεων, ανά σχολή ενδιαφέροντος, μετατρέποντας την πανεπιστημιακή μόρφωση σε υπολογισμούς μορίων, βάσεων και άλλων αποπροσανατολιστικών παιχνιδιών για τις αγωνιούσες (στα πρόθυρα υστερίας) μαμάδες που περίμεναν κρεμασμένες στα κάγκελα των εξεταστικών κέντρων. Αν αυτό δεν είναι τριτοκοσμική εικόνα τότε τι είναι;

Μετά ας θυμηθούμε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν όποιος ήταν αντίθετος με τη, χωρίς όρια, αύξηση των μεταφερομένων μαθημάτων στις σχολές των πανεπιστημίων και των πολυτεχνείων, χαρακτηριζόταν από το «φοιτητικό κίνημα» ως φασίστας ή χουντικός. Επικράτησε η «επανάσταση των μεταφερομένων». Όλος ο «προοδευτικός» και «δημοκρατικός» κόσμος της χώρας αγαλλίασε! Μπράβο!

Ποια είναι όμως η εικόνα σήμερα;

Φοιτητής Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ να εξετάζεται στη διπλωματική του εργασία χρωστώντας μάθημα του δεύτερου έτους, δηλαδή μάθημα που διδάχθηκε πριν πέντε σχεδόν χρόνια!

Ή, ακόμα χειρότερα, φοιτητής ιατρικής στο πτυχίο που χρωστά ανατομία του πρώτου έτους!

Λαμπρά!

Να θυμηθούμε, με τι αλαλαγμούς χαράς υποδέχθηκαν οι «δημοκρατικές δυνάμεις» τη συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση των πανεπιστημίων, παραβλέποντας ότι δημιουργούν το απόλυτα παράδοξο.

Ο φοιτητής, που ακόμα δεν είναι κάτοχος του μελλοντικού γνωστικού του αντικειμένου, να είναι αυτός που ορίζει πως θα το αποκτήσει, χωρίς να έχει τη γνώση, τη μέθοδο, την πείρα ή άλλο προσόν, πλην της θαυματουργής κομματικής του ταυτότητας. Έτσι κατάφεραν τα Ελληνικά πανεπιστήμια να υποβιβαστούν στη διεθνή αξιολόγηση, και να παράγουν απλά φουρνιές από υποψήφιους δημόσιους υπάλληλους.

Αυτό θα πει ανώτατες σπουδές! Αν μάλιστα τις γαρνίρουμε με ομηρίες καθηγητών, bullying πρυτάνεων, καταλήψεις που διαρκούν ακόμη και για δεκαετίες και αφορούν σχολές, πανεπιστημιακούς κοιτώνες, βιβλιοθήκες, και μετατροπή τους σε τεκέδες και στέκια ανομίας έχουμε το λαμπρό παράδειγμα του που οδηγήθηκε η ανώτατη παιδεία υπό τη φωτεινή καθοδήγηση των προοδευτικών γκρουπούσκουλων με την ανοχή των αδιάφορων και κακομαθημένων στην τεμπελιά της πληροφορίας και όχι της γνώσης, μεταπολιτευτικών ονειροπολούντων γενεών.

Οι εξαιρέσεις των παιδιών, που μετά τις βασικές πανεπιστημιακές τους σπουδές, δραπέτευσαν στο εξωτερικό και διαπρέπουν, ή τμήματα σχολών πανεπιστημίων, όπως αυτό της Κρήτης, που παράγουν πρωτογενή γνώση, είναι απλά οι εξαιρέσεις που ενισχύουν τον κανόνα.

Λιγοστεύουμε λοιπόν όσοι μένουμε πίσω και παρακολουθούμε με λύπη και απόγνωση ένα απολύτως ανίκανο κράτος που αφού επέτρεψε τις καταλήψεις των δημοσίων κτιρίων να επιτρέπει να επεκτείνονται σταδιακά και σε μακροχρόνιες καταλήψεις ιδιωτικών κτιρίων που μετατρέπονται σε γιάφκες ανώτατων επαναστατικών ιδεών της αερολογίας του τίποτα.

Όμως δεν έφτανε ο πάτος του πηγαδιού για το επίπεδο των πανεπιστημίων, ήρθε να τα «εκδικηθεί» ο ανεπανάληπτος πρόεδρος του δεκαπενταμελούς Alexis. Τα εξομοίωσε με τα ΤΕΙ που είναι σχολές ανώτερου και όχι ανώτατου επιπέδου και λιγότερων χρόνων σπουδών. Μπράβο μας, να τον χαιρόμαστε!

Εάν ο κάθε πολίτης συνειδητοποιούσε σε ποια τάρταρα ημιμάθειας οδήγησαν το μέλλον του, πιστεύω πως θα αναζητούσε άλλες διεξόδους από το μονότονο και άχρωμο ρόλο του μέλους της κουστωδίας των κομμάτων που από καιρό έχουν πετάξει στα σκουπίδια τα όνειρα, τις ελπίδες και τις προσδοκίες του.

Όμως εδώ δεν είναι παίξε – γέλασε, εδώ είναι Ελλάδα!

Αυτή η μαυριδερή γλίτσα της μετριότητας, του πρόχειρου, της εισβολής των ταπεινότερων μυαλών παντού, έχει στέψει με επιτυχία την προσπάθεια λοβοτόμησης, χωρίς εγχείρηση, ενός λαού, που είναι αλήθεια, ρέπει στην αναρχία, την ανυπακοή και την εξέγερση άκριτα. Άκριτα γιατί δεν ξέρει ιστορία, γεωγραφία, γεωμετρία και δεν φαίνεται πιθανό να του διδάξουν ποτέ αισθητική και Ελληνική Γραμματεία γιατί αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα γιατί είναι πραγματικά επαναστατικά!

Δεν είναι αυτός ο ορισμός της απελπισίας;