ΑΡΘΡΟ
Του Δημήτρη Μαυρόπουλου
Δάσκαλου
Διευθυντή στο 15ο Δημοτικό Σχολειό Δράμας «Γεώργιος Βιζυηνός»

Τα παραγγέλματα, είτε πρόκειται περί προσταγών είτε περί παραινέσεων στόχος τους είναι αφενός η ευταξία, επίκεντρό της το «ζην», και αφετέρου η ευμορφία, εστία της το «ευ ζην».
Εάν χρησιμοποιούσαμε μεταφορικούς γραμματικούς όρους θα λέγαμε ότι στοχεύουν στην ορθοέπεια και στην ορθογραφία, διαφορετικά στην καλλιγραφία και στην καλλιέπεια, και αν αξιοποιούσαμε όρους των κοινωνικών επιστημών θα υποστηρίζαμε ότι αποσκοπούν στην πολιτική ικανότητα, «ζώον πολιτικόν» ο άνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη, και στην κοινωνική δυνατότητα, ο δαρβίνειος «νόμος της ανάπτυξης της οργανικής φύσης».
Το βέβαιον είναι, ότι τα παραγγέλματα πριν αποκτήσουν την ιδιότητα του «εν θέσει», δηλαδή γίνουν κανονιστικά, συμβατικά, νομικά, επιλέξιμα, κατασκευαστικά, κάποτε επιλεκτικά, ουσιαστικά αξιακά, είχαν το χαρακτηριστικό του «εν φύσει», δηλαδή επρόκειτο περί αυθόρμητης, απροϋπόθετης, εμπειρικής από τον άνθρωπο διεργασίας και ανάγκης.
Μολονότι, το παράγγελμα εκφράζεται προστακτικά, εντούτοις εγκιβωτίζεται στην «γενική βούληση».
Στην αρχαιότητα οι Έλληνες γνώριζαν και αναγνώριζαν τα παραγγέλματα των επτά σοφών, π.χ. μηδέν άγαν, γνώθι σαυτόν, χρόνου φείδου, κ.ά., τα οποία διακινούσε η Πυθία στο μαντείο των Δελφών.
Κάποτε τα παραγγέλματα είχαν, άμεσα αποφατικό χαρακτήρα, στοχεύοντας στους αμύητους, και έμμεσα παροτρυντικό, για τους φερέλπιδες να συμμετάσχουν στο πολιτικοκοινωνικό και πνευματικό γίγνεσθαι.
Τέτοια παραγγέλματα συνιστούσαν το «Αγεωμέτρητος μηδείς εισίτω» στην πυθαγόρεια σχολή στον Κρότωνα της Magna Grecia, μέχρι το «Μηδείς αφιλοσόφητος εισίτω» στον Συκουτρή.
Τυχαίνει τα παραγγέλματα να προέρχονταν από ανθρώπους «αγράμματους», κατά τη δική τους ομολογία, οι οποίοι κατά τα αλλά συνετά έλεγαν και φρόνημα έπρατταν, όταν ο ρόλος τους στο πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι ήταν καθοριστικός και λυτρωτικός.
Έτσι, στο «Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα», ο γέρος του Μοριά απευθυνόμενος στους Γυμνασιόπαιδες θα συνοψίσει ως εξής το «χρυσό παράγγελμά» του: «Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματά σας» και «Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μη γίνει σκεπάρνι μόνο δια το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της Κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας».
Στα «Ψηλά βουνά», ο συγγραφέας του Αναγνωστικού, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, κατά αυτόν τον τρόπο θα αποδώσει τη σκέψη του επαναστάτη του ’21: «Καθένας εργάστηκε για τον εαυτό του, αλλά και για όλους, όλοι πάλι δούλεψαν για τον ένα. Έτσι, έκαμαν εκείνο που λέμε κοινότητα».
Άλλοτε τα παραγγέλματα, εννοείται καταξιωμένα και διαιωνισμένα, έχουν φρονηματιστικό χαρακτήρα και γι’ αυτό βρίσκονται σε δημόσια, περίοπτη θέα, υπενθυμίζοντας και προτρέποντας σε άμιλλα, επιβεβαίωση και εφαρμογή.
Έτσι, ο Καζαντζάκης στο «Δίπλωμα ανθρώπου» σε μια πλατεία της πόλης Ήτον και κάτω από το όνομα κάποιου, προφανώς επιφανούς, Εγγλέζου, θα διαβάσει την επιγραφή «καλός καγαθός».
Σημειωτέον, η «καλοκαγαθία» ως ιδανικό της αρχαιότητας εμφανιζόταν ως συνισταμένη εν σχέση από την «αριστεία», η οποία συναποτελούσε συνιστώσα, αν λάβουμε υπόψη και τα δύο αποφθέγματα του Ηράκλειτου, «οι πολλοί κακοί, ολίγοι, δε αγαθοί» και «Εις εμοί μύριοι εάν άριστος η».
Με τη δεύτερη, την «αριστεία» συνδέονται κάποιες αποφθεγματικές, παροιμιώδεις φράσεις, «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης» του Έκτορα ή και η διατύπωση διαταγμάτων, όπως αυτό των Μεδιολάνων, όταν «με καλούς οιωνούς» συνήλθαν και αποφάσισαν οι συναυτοκράτορες Κωνσταντίνος και Λικίνιος.
Άλλοτε το παράγγελμα έχει έναν παρεμβατικό χαρακτήρα, όταν πρόκειται να διορθώσει μια κατάσταση πραγμάτων ή και να οδηγήσει προς μία κατεύθυνση, με την προϋπόθεση ότι αυτός που το διατυπώνει έχει κύρος και η πρότασή του χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα και δημιουργικότητα.
Επ’ αυτού, ο ιερός Αυγουστίνος συνιστούσε, όσον αφορά στην σαφήνεια και καταληπτότητα του θεολογικού και εκκλησιαστικού λόγου, «καλύτερα να μας κατηγορήσουν οι γραμματικοί παρά να μη μας καταλάβει ο λαός», καίτοι πρόθεση του πατέρα της Εκκλησίας δεν ήταν ο υποβιβασμός του εκφερόμενου λόγου, η χυδαιοποίησή του, του οποίου δεινός εραστής υπήρξε ο ίδιος, αλλά ο προβιβασμός του με την ηθική ανέλιξη των υποκειμένων.
Και οι φιλόσοφοι διατύπωσαν προσταγές, δηλαδή αφαιρετικές, συμπυκνωμένες, ανακεφαλαιωτικές προτάσεις, οι οποίες στόχευαν, υποτίθεται, στην αλλαγή του κόσμου, μολονότι δεν ήταν παρά ερμηνείες της πραγματικότητας, σύμφωνα με την 11η θέση για τον Φόιερμπαχ του Μαρξ.
Έτσι, ο Καντ μιλάει για κατηγορηματική προσταγή και την εκφράζει με το παράγγελμα «Να ενεργείς έτσι που τα αξιώματα της θέλησής σου να μπορούν κάθε φορά να ισχύουν μαζί σαν αρχή μιας γενικής νομοθεσίας».
Καίτοι, η υλοποίηση του παραπάνω προστάγματος, εν τέλει, στην ακραία απόληξή του εισάγει την επιβολή, μοναδική, αποκλειστική και γενική, θέλησή του ενός, ας υποθέσουμε του πρόεδρου των ΗΠΑ ή και του Γενικού Γραμματέα κάποιου Κομμουνιστικού Κόμματος στο παρελθόν, ως ερμηνεία της παράστασης του κόσμου, ο οποίος για να εξέλθει του χάους ή και για να συντηρηθεί ως ολότητα και ενιαιότητα, είναι αναγκεμένος, που οι άλλοι, σχεδόν όλοι, αποδέχονται και συναινούν να ενεργήσουν, είτε τυφλά είτε προσποιητά, σύμφωνα με αυτήν.
Υπάρχουν και παραγγέλματα που λειτουργούν ως συνθήματα, στα οποία ο συντάκτης τους, συμβαίνει, να τα επικαλείται, όταν η έκβαση της υλοποίησής τους ήταν επιτυχής και υφίσταται ανάγκη επανάληψης του ανδραγαθήματος.
Ο Παύλος Κουντουριώτης, πριν την ναυμαχία της Λήμνου το 1912, που η νικηφόρα κατάληξή της αδρανοποίησε τον οθωμανικό τουρκικό στόλο αποκλείοντάς τον στα στενά του Ελλησπόντου, θα υπενθυμίσει στα πληρώματα του ελληνικού στόλου το παράγγελμα της 3η Δεκεμβρίου 1912, πριν την ναυμαχία της Έλλης, «Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης κατά του εχθρού του Γένους».
Υφίστανται παραγγέλματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους στρατιώτες κατά την εφόρμησή τους στις πολεμικές επιχειρήσεις και καταγράφηκαν στις δέλτους της Ιστορίας. Τέτοιο παράγγελμα ήταν το «εμπρός» κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 – 1913, του οποίου η πατρότητα χρεώνεται στον τότε Διάδοχο και μετέπειτα στρατηλάτη Κωνσταντίνο, όπως και το παράγγελμα «αέρα», που χρησιμοποιήθηκε στο βορειοηπειρωτικό μέτωπο το 1940.
Τα παραγγέλματα αφ’ εαυτού τους έχουν διδακτικό χαρακτήρα, παρότι και για τον δημιουργό τους ισχύει το ευαγγελικό «μη πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε», στοχεύοντας γνωστικά στην αφύπνιση και βιωματικά μέσω της σύγκρισης καταστάσεων.
Ο Διογένης με ωμότητα είχε παροτρύνει «Μπες σε πορνείο νεαρέ, για να μάθεις ότι το φτηνό και το ακριβό δεν διαφέρουν σε τίποτε!», συνεκδοχικό με το επίσης δικό του «Λυχνίας σβεσθείσης, πάσα γυνή Λαΐς», που όμως εγκλωβίζεται, περιορίζεται μόνον στο ένστικτο, τη βιολογική ανάγκη, δεν λαμβάνει υπόψη το συναίσθημα, θα λέγαμε τον έρωτα, που, εν προκειμένω, κάνει την κάθε γυναίκα ιδιαίτερη, μοναδική και ανεπανάληπτη.
Όταν η εμπιστοσύνη επέλθει στις σχέσεις, η θυσία έχει αντικαταστήσει κάθε σκέψη συναλλαγής και ανταλλαγμάτων, η άμιλλα υποκατέστησε τον ανταγωνισμό και ο αλτρουισμός κυριάρχησε έναντι του εγωισμού, τότε θα ισχύει η διαυγής αυγουστίνεια ρήση, που ταυτίζει δημιουργό και δημιούργημα, και λειτουργεί ως αναπαλλοτρίωτο παράγγελμα, «Κύριε δος μοι ό, τι θέλεις και διάταξέ με, ό, τι επιθυμείς», το οποίο θα το ακούς, ως ανταπόκριση στο κέλευσμα, στο Άγιο Όρος με την πρόταση, «Να ‘ναι ευλογημένο!».
Βέβαια, υφίστανται παραγγέλματα, κυρίως μονολεκτικά ή και περιφραστικά, που βασίζονται στην οικονομία της γλώσσας, άρα τείνουν στην αφαίρεση και στο μονοσήμαντο σημαίνον, τα οποία χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά συνκειμενικά περιβάλλοντα, πρωτίστως στον στρατό και στην εκπαίδευση, κ. ο. κ., και με σκοπό την παράταξη, επικέντρωση, ενεργοποίηση των μελών της ομάδας αναφοράς.
Παρόλο, που οι θεσμοί ως συγκοινωνούντα δοχεία αλληλοπλέκονται μεταξύ τους, οπότε και ο ενδεχόμενα μνησίκακος και κακότροπος, συνάμα και ο ιδεολογικά τυφλός, άρα ιδεοληπτικός και προκατειλημμένος, θα μπορούσε να τους συκοφαντήσει και να τους διασύρει κι αυτούς και τους λειτουργούς τους, την ίδια στιγμή διατηρούν την αυτονομία τους, ας έχουμε υπόψιν τη διάκριση του Γκράμσι σε «ιδιωτική κοινωνία» και «πολιτική κοινωνία ή κράτος».
Άλλωστε, η πρόθεση και το αποτέλεσμα αποτελούν κριτήρια ενός διαυγούς και υγιούς κοινωνικοπολιτικού και πνευματικού βίου.
Ας υπομνησθεί, ότι η λέξη «πολίτης», «Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο / πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι / πολίτης εις των ιδεών την πόλη», κατά τον Καβάφη, προέρχεται από τον αναγραμματισμό της λέξης «οπλίτης», όπως επίσης ότι οι «σχολές» της αρχαιότητας, από την πλατωνική, η φημισμένη «Ακαδημία», μέχρι την επικούρεια, γνωστή ως «Κήπος», ήταν πρόδρομοι, κατ’ αναλογία, των χριστιανικών μοναστηριών.
Ενίοτε, τα παραπάνω παραγγέλματα αποβλέπουν και δρομολογούν τον ευνοϊκό συνδυασμό νου, σώματος, συναισθήματος και ενέργειας προς ένα σκοπό.
Έτσι, στο μάθημα της Φυσικής Αγωγής, οι γυμναστές θα χρησιμοποιούν παραγγέλματα, ανάμεσα στα άλλα, όπως «προσοχή», «ανάπαυση», «εγέρθητι», «τα χέρια στη μεσολαβή», «κλίνατε επί δεξιά», κ.ο.κ.
Τέτοια και άλλα παραγγέλματα χρησιμοποιούνται γενικότερα κατά την εκπαιδευτική δραστηριότητα, όταν πρόκειται να ψαλλεί ο Εθνικός Ύμνος και ο Ακάθιστος Ύμνος, να γίνει έπαρση της σημαίας, κατά την πρωινή προσευχή, κτλ.
Άλλωστε και το «ενός λεπτού σιγή», για να τιμηθούν νεκροί, πεσόντες, εντάσσεται σε αυτή την σκοποθεσία.
Εδώ, δεν κρίνεται αναγκαίο να ερμηνευτεί το γεγονός, γιατί οι παραπάνω γραμματικοί και λεξικογραφικοί τύποι επιβλήθηκαν και στη νέα ελληνική, άλλωστε αυτή, η Δημοτική, αποτελεί ζώσα συνέχεια και μορφή της μιας και ενιαίας γλώσσας.


