ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ «ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΛΩΣΣΑ ΜΕ ΤΟ CHATGPT» ΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ ΖΩΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ

  • «Δημιουργούμε το κριτικό πνεύμα και κυρίως βάζουμε όρια στο πως χρησιμοποιούμε την τεχνητή νοημοσύνη, διαφορετικά θα μας ξεπεράσει και δεν το θέλουμε»
  • «Πρέπει πρώτα να εκπαιδευτούν οι εκπαιδευτικοί για να μάθουν να χρησιμοποιούν σωστά το ChatGPT και δευτερευόντως να βοηθήσουν τα παιδιά να το χρησιμοποιήσουν οριοθετημένα, με κριτικό και ηθικό τρόπο»

Οι προκλήσεις, οι ευκαιρίες, καθώς και τα προβλήματα που επιφέρει η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε καθημερινό επίπεδο και ειδικότερα στην εκπαίδευση, αναδείχθηκαν στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου «Διδάσκοντας και μαθαίνοντας γλώσσα με το ChatGPT» της κ. Ζωής Γαβριηλίδου, καθηγήτριας γλωσσολογίας στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ και επισκέπτριας καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 14 Ιουνίου στον αίθριο χώρο του Ιδρύματος «Αιμίλιος Θ. Καλαϊτζίδης» στην Καλλίφυτο. Χαιρετισμό απεύθυναν ο κ. Αναστάσιος Πούλιος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας, ο κ. Δημήτρης Κωνσταντινίδης, εκπαιδευτικός και Πρόεδρος της Εταιρείας Επιστημών Αγωγής Δράμας και ο κ. Φώτης Σαββαΐδης, Πρόεδρος της Κοινότητας Καλλιφύτου. Για το βιβλίο μίλησαν η κ. Ζωή Μαρκοπούλου, υποψήφια διδάκτωρ Γλωσσολογίας στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ, ο κ. Γρηγόρης Μιχαηλίδης επίκουρος καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας, η κ. Πολύνα Μπανά, δικηγόρος, συγγραφέας και Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Ιδρύματος «Αιμίλιος Θ. Καλαϊτζίδης», καθώς και η συγγραφέας του βιβλίου. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο κ. Ηλίας Σαραφίδης, φιλόλογος και συγγραφέας.

Η εκδήλωση διοργανώθηκε από τις Εκδόσεις Κριτικής, το Ίδρυμα «Αιμίλιος Θ. Καλαϊτζίδης», τον Δικηγορικό Σύλλογο Δράμας και την Εταιρεία Επιστημών Αγωγής Δράμας, με την υποστήριξη ου βιβλιοπωλείου Βιβλιογνώση.

Σε δηλώσεις της για το βιβλίο, η κ. Ζωή Γαβριηλίδου σημείωσε: «Το βιβλίο λέγεται “Διδάσκοντας και μαθαίνοντας γλώσσα με το ChatGPT”, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κριτική και εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2024. Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε όταν ήμουν στην Αμερική, ακριβώς γιατί είδα το ChatGPT και τι μεγάλο σάλο προκαλούσε και σκέφτηκα ότι αυτό θα είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο. Επίσης σκέφτηκα ότι θα πάρει χρόνο στην Ελλάδα μέχρι οι εκπαιδευτικοί να μπορέσουν να έχουν μια συστηματική επιμόρφωση για αυτό το εργαλείο και για άλλα αντίστοιχα. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο απλό, σε δέκα μαθήματα να εξηγώ στους εκπαιδευτικούς πώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν το εργαλείο αυτό για να βελτιώσουν τη διδακτική πράξη, να την κάνουν πιο προσβάσιμη, να την κάνουν πιο εξατομικευμένη, πιο ενδιαφέρουσα για τα παιδιά. Αλλά όχι μόνο αυτό. Να βοηθήσω και άτομα που δεν έχουν την οικονομική ικανότητα να μάθουν μια γλώσσα, πληρώνοντας στο φροντιστήριο, να μπορέσουν να μάθουν μια γλώσσα, με τη βοήθεια του ChatGPT και γονείς που θέλουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους που μαθαίνουν μια γλώσσα, να βοηθηθούν. Άρα αυτή είναι η λογική του βιβλίου. Είναι γραμμένο σε πολύ απλή γλώσσα. Έχει από τη μια πλευρά θεωρία, αλλά από την άλλη πολύ πράξη, για να μπορέσουν να εξοικειωθούν οι εκπαιδευτικοί και κυρίως να καταπολεμήσουν τον αρχικό τους φόβο».

Όσον αφορά τη κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα με τη χρήση του ChatGPT, η κ. Γαβριηλίδου είπε: «Κατ’ αρχάς το χρησιμοποιούν οι περισσότεροι μαθητές. Το χρησιμοποιούν οι περισσότεροι φοιτητές και μάλιστα και για καλό σκοπό, όχι μόνο για να κάνουν εργασίες. Δηλαδή το χρησιμοποιούν για παράδειγμα για να βοηθηθούν όταν δεν έχουν τον καθηγητή να τον ρωτήσουν κάτι. Ρωτούν το ChatGPT να πάρουν μια πληροφορία άμεση και μετά μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Οι μαθητές το χρησιμοποιούν για να κάνουν τις εργασίες τους και αυτό – κάθε φορά που λέω στα σεμινάρια που κάνω στους εκπαιδευτικούς, γιατί έχω κάνει πάρα πολλά- σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουμε το τι ζητάμε από τους μαθητές. Αν τους ζητάμε κάτι, όπως αυτά που κάναμε έως τώρα, οι μαθητές απλά θα αντιγράφουν τις απαντήσεις από το ChatGPT. Πρέπει εμείς να βάλουμε τα παιδιά να το χρησιμοποιήσουν με τους δικούς μας όρους, λέγοντάς τους για παράδειγμα να συγκρίνουν ένα κείμενο που έκαναν οι ίδιοι με ένα κείμενο που έκανε το ChatGPT ή να κάνει ένα κείμενο το ChatGPT και να το αξιολογήσουν οι μαθητές. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούμε το κριτικό πνεύμα, αυτό που θέλουμε, την κριτική σκέψη και κυρίως βάζουμε όρια στο πως χρησιμοποιούμε την τεχνητή νοημοσύνη, διαφορετικά θα μας ξεπεράσει και δεν το θέλουμε».

Για το πόσο ασφαλής είναι η χρήση του ChatGPT από τα παιδιά, η κ. Γαβριηλίδου δήλωσε: «Για αυτό λέω ότι πρέπει να μάθουμε να το χρησιμοποιούμε με τους δικούς μας όρους, γιατί αν το αφήσουμε ανεξέλεγκτα, είναι σαν να δίνουμε μια ατομική βόμβα στα παιδιά και δεν ξέρουμε πότε θα απασφαλίσει. Άρα, λοιπόν, για αυτό πρέπει πρώτα να εκπαιδευτούν οι εκπαιδευτικοί για να μάθουν πως το χρησιμοποιούν σωστά και δευτερευόντως να βοηθήσουν τα παιδιά να το χρησιμοποιήσουν οριοθετημένα, με κριτικό και ηθικό τρόπο. Γιατί η χρήση του έχει και πάρα πολλά ηθικά ζητήματα. Δεν λέω μόνο τα περιβαλλοντικά, ότι κάθε φορά που πατάμε το κουμπάκι, είναι σαν να χύνουμε ένα μπουκάλι νερό. Είναι πολύ ενεργοβόρο. Είναι και άλλα ζητήματα, όπως αυτά που λέμε οι θάλαμοι αντήχησης. Όταν διαβάζουμε κάτι γενικά στο διαδίκτυο, οι αλγόριθμοι, η τεχνητή νοημοσύνη, μας δίνει στη συνέχεια να διαβάζουμε μόνο τέτοια πράγματα, σαν αυτά που διαβάσαμε πριν. Άρα, λοιπόν, νομίζουμε ότι ζούμε σε μια φούσκα και ότι όλοι σκέφτονται το ίδιο με εμάς. Σκεφτείτε πόσο απόλυτους μας κάνει αυτό, σκεφτείτε πως θα βρεθούμε σε ένα πάνελ να λύσουμε προβλήματα, που έχουμε να λύσουμε σύνθετα προβλήματα στην κοινωνία έξω. Επίσης, με τι δεδομένα έχει εκπαιδευτεί; Υπάρχει προκατάληψη στα δεδομένα που έχει εκπαιδευτεί; Είναι πάρα πολλά».

Μιλώντας σε τοπικά Μ.Μ.Ε., η κ. Ζωή Μαρκοπούλου επεσήμανε: «Το βιβλίο της κ. Γαβριηλίδου είναι μια απολύτως επίκαιρη πρόταση. Στηρίζει τη διδασκαλία και την εκμάθηση της γλώσσας πάνω σε ένα σύγχρονο εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης, το ChatGPT, το οποίο πολλοί ακόμα αντιμετωπίζουν με δισταγμό. Και όμως, η κ. Γαβριηλίδου μας δείχνει πως, αντί να φοβόμαστε, μπορούμε να το γνωρίσουμε, να το κατανοήσουμε και να το αξιοποιήσουμε με στόχο τη βαθύτερη καλλιέργεια της γλώσσας. Να γίνει σύμμαχος στη μάθηση. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσοι επικοινωνίας. Είναι φορέας ταυτότητας, δημιουργικότητας και μνήμης.

Το ChatGPT, όπως ξέρουμε, είναι ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης που βασίζεται στη γλώσσα. Και ακριβώς επειδή βασίζεται στη γλώσσα, μας καλεί να το χρησιμοποιήσουμε με ευθύνη, φαντασία και κριτική σκέψη. Όχι για να αντικαταστήσουμε τον εκπαιδευτικό, τον συγγραφέα ή τον δημιουργό, αλλά για να ενισχύσουμε τη δουλειά τους. Να δώσουμε νέα πνοή στη διδασκαλία, στη δημιουργική γραφή, στην πολιτιστική έκφραση».

Ακόμη, υπογράμμισε: «Η συγγραφέας μάς καλεί μέσα από αυτό το βιβλίο να στοχαστούμε πάνω στον ρόλο μας ως εκπαιδευτικοί, ως δημιουργοί, ως πολίτες. Να μη φοβηθούμε την τεχνολογία, αλλά να τη γνωρίσουμε. Να τη θέσουμε στην υπηρεσία της παιδείας και του πολιτισμού, όχι ως απειλή, αλλά ως εργαλείο δημιουργίας».

Η κ. Πολύνα Μπανά δήλωσε: «Είμαστε πάρα πολύ χαρούμενοι και μιλώ εκ μέρους του Προέδρου και του Δ.Σ. του Ιδρύματος που συμπράττουμε με τον Δικηγορικό Σύλλογο Δράμας, που δεν είναι η πρώτη φορά, έχουμε μια καθιερωμένη σειρά συνεργασιών, και με την Εταιρεία Επιστήμων Αγωγής Δράμας, που είναι πρώτη φορά που το Ίδρυμα συνεργάζεται και διοργανώνει από κοινού μια εκδήλωση».

Σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και τη συμμετοχή της στο πάνελ της εκδήλωσης, με την ιδιότητα της συγγραφέως, η κ. Μπανά είπε: «Από τη λογοτεχνική πλευρά, η τεχνητή νοημοσύνη έχει παρεισφρήσει στον χώρο της λογοτεχνίας και στον χώρο της λογοτεχνικής μετάφρασης. Φυσικά και είμαι κάθετα ενάντια όσον αφορά τη λογοτεχνική συγγραφή, γιατί πιστεύω ότι καταργείται, όχι υποκαθίσταται απλώς, ο ρόλος του συγγραφέα όπως τον γνωρίζουμε και όπως έχει νόημα και σημασία. Καταργείται δηλαδή η φαντασία, η σκέψη, που όλα αυτά συνηγορούν στη σύνθεση ενός λογοτεχνικού έργου. Όσον αφορά στη λογοτεχνική μετάφραση, δεν το λένε ανοιχτά όσοι κάνουν χρήση τεχνητής νοημοσύνης, για ευνόητους λόγους, γιατί αυτοϋπονομεύονται έως αυτοκαταργούνται».

Όπως εξήγησε, «το 1/3 των μεταφραστών έχει χάσει τη δουλειά του. Επίσης το 1/3 των εικονογράφων. Νομίζω ότι καλπάζει με μεγαλύτερους ρυθμούς, γιατί είναι πιο εύκολη η αναπαραγωγή σκίτσων, η εικονογράφηση. Όσον αφορά για τη λογοτεχνική μετάφραση, στερείται βάθους. Είναι αυτονόητο, αλλά έρχονται και το λένε ανοιχτά και επίσημα, ότι δεν είναι το μέλλον, είναι το παρόν των εκδόσεων».