ΑΡΘΡΟ

Του Αστέριου Γρατσωνίδη

Χειρουργού – Οφθαλμίατρου

Διαθλαστικές επεμβάσεις διόρθωσης μυωπίας, καταρράκτη

Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν θεοποιήσει το φως σε συνδυασμό με την όραση και τόση σημασία απέδιδαν σ ’αυτή τη σχέση, ώστε θεωρούσαν ότι «η ζωή είναι ισότιμη με την όραση» (το ζην είναι ισότιμον του οράν).

Παράλληλα απέδωσαν στον ωραιότερο Θεό του Ολύμπου τον Φοίβον Απόλλωνα την προστασία της ανθρώπινης όρασης και ανήγαγαν σε θαυμάσιους μύθους όλα τα φυσικά φαινόμενα! Ο Θεοποιούμενος Ήλιος, η αιώνια πηγή του φωτός βλέπει τα πάντα (πανδερκής) και ως εκ τούτου ταυτίζεται με τη γνώση. Οι Θεοί του Ολύμπου ζουν μέσα στο φως και η όραση ταυτίζεται με τη γνώση και την αλήθεια, διότι ο άνθρωπος που βλέπει καλά, γνωρίζει καλύτερα!

Η θαυμάσια ελληνική φαντασία θεοποίησε την αυγή στο πρόσωπο της Ηούς και το ουράνιο τόξο στο πρόσωπο της Ίριδος, η οποία συνδέει τον ουρανό με τη γη, δηλαδή τους Θεούς με τους ανθρώπους.

Η λαμπρότητα των χρωμάτων της ελληνικής φύσης ήταν τα κίνητρα της δημιουργίας της ελληνικής ποίησης και φιλοσοφίας, αλλά και οι πηγές της έμπνευσης της κλασσικής ελληνικής τέχνης την οποία χαρακτηρίζει η «οπτική συμμετρία»!

Ο «οφθαλμός» και η «όρασις» κυριαρχούν στην αρχαία ελληνική σκέψη! Στα ομηρικά έπη, το πρώτο γραπτό κείμενο στην ελληνική ιστορία, γίνεται η πρώτη αναφορά της λέξεως «οφθαλμός» όρος ο οποίος παρέμεινε δια μέσου των αιώνων αμετάβλητος. Στην Ιλιάδα, γίνεται μνεία για τα πολεμικά τραύματα των οφθαλμών των ηρώων του Τρωικού πολέμου. Ο Όμηρος επίκτητα τυφλός ο ίδιος σε μεγάλη ηλικία, υποστήριζε ότι η όρασις επιτελείται δι’ ακτίνων «λεπτοφυούς πυρός» το οποίο εκπέμπεται από το εσωτερικό του οφθαλμού προς τα έξω. Η συχνότερα αναφερόμενη αναπηρία του ανθρώπου στην αρχαία ελληνική τραγωδία είναι η τυφλότης! Στην τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη οι ήρωες που πεθαίνουν αποχαιρετούν τον ήλιο και το φως της ημέρας διότι «το φως είναι το γλυκύτερο πράγμα που βλέπουν οι άνθρωποι». Η τυφλότης ήταν προσφιλής ποινή τιμωρίας των Θεών του Ολύμπου στους θνητούς. Παράδειγμα ο τυφλός μάντης Τειρεσίας, τον οποίον οι Θεοί σε αντιστάθμισμα της θεϊκής τιμωρίας, το προίκισαν με το θείο χάρισμα το λόγου. Ο αυτοτυφλωθείς Οιδίπους οδηγείται από την κόρη του Αντιγόνη και ο Θεός Ποσειδών εκδικούμενος τον Οσυσσέα για την τύφλωση του υιού του Κύκλωπα Πολύφημου μακραίνει το ταξίδι επιστροφής του ήρωα στην Ιθάκη.

Το αστείρευτο όμως ελληνικό πνεύμα δεν παρέμεινε μόνο στη σφαίρα της μυθολογίας, όσον αφορά στην ερμηνεία του φαινόμενου της ανθρώπινης όρασης! Μεταξύ των πυθαγορείων, προσωκρατικών και κλασσικών Ελλήνων φιλοσόφων που διατύπωσαν θεωρίες για την ερμηνεία της δημιουργίας της όρασης ξεχωρίζουν οι θεωρίες των εξής φιλοσόφων και ερευνητών:

  1. Ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης (570 – 500π.Χ.) Πυθαγόρειος φιλόσοφος, θεμελιωτής της Ελληνικής ιατρικής, ο πρώτος που έκανε ανατομικές μελέτες του οφθαλμού σε ζώα και περίγραψε το οπτικό νεύρο και συσχέτισε τα αισθητήρια όργανα με τον εγκέφαλο. Για την «ερμηνεία της όρασης» υπέθεσε την ύπαρξη «εσωτερικού πυρός» εντός του οφθαλμού, το οποίο εκβάλλεται προς τα έξω.
  2. Ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (494 – 434 π.Χ.) πίστευε ότι ο οφθαλμός αποτελείται από «ύδωρ» και «πυρ» και ότι η οπτική αίσθηση δημιουργείται από την αλληλοεπίδραση μεταξύ του εξωτερικού πυρός και του εσωτερικού πυρός (θεωρία «του διφυούς της οράσεως»).
  3. Ο Δημόκριτος από τα Άβδηρα (460 – 370 π.Χ.) μαζί με το διδάσκαλο του τον Λεύκιππο, πρώτος υποστήριξε ότι το φως είναι μια ενέργεια αποκλειστικός εξωτερικής προελεύσεως. Πίστευε ότι η οπτική αίσθηση δημιουργείται από την αλληλοεπίδραση λεπτών «Υλικών εικονίων» (φωσφαινίων ή ειδωλίων) που συνίσταται από «άτομα» ευρισκόμενα στον αέρα τα οποία ταξιδεύουν και αντιδρούν με το «εσωτερικό φως» του οφθαλμού.
  4. Ο Πλάτων (427 – 347 π.Χ.) στο έργο του «Τιμαιός» αναφέρει ότι «οι ακτίνες του φωτός» εκπέμπονται από τον οφθαλμό (το οπτικό πυρ) και σχηματίζουν με το εξωτερικό φως (το ρευστό πυρ) «το σώμα της οράσεως» τον οπτικό κώνο) το οποίο ανακλώμενο ξανά στον οφθαλμό μεταφέρεται στον εγκέφαλο, θέτοντας έτσι τις βάσεις της αισθητηριακής υποδοχής (sensory perception) του φωτός. Ανάλογα με την αναλογία της μίξεως των σωματιδίων του «οπτικού πυρός» και του «ρευστού πυρός», δημιουργείται η αίσθηση των χρωμάτων.
  5. Ο Αριστοτέλης (384 – 322π.Χ.) απέρριπτε, όπως και ο Δημόκριτος «το οπτικό πυρ» ως αιτία δημιουργίας της οράσεως ενώ παραδέχεται την διείσδυση των φωτεινών ακτινών από τον εξωτερικό κόσμο εντός των οφθαλμών, όπου δημιουργείται το φαινόμενο του «μετασχηματισμού» των φωτεινών ακτινών με την εξήγηση της «αυτοαναλαμπής» εντός του οφθαλμού.
  6. Ο Ηρόφιλος (1ο ήμισυ του 3ου π.Χ. αιώνα) είναι ο πρώτος ο οποίος ανέταμε το ανθρώπινο σώμα και θεωρείται θεμελιωτής της περιγραφικής ανατομικής. Στο έργο του «Περί Οφθαλμών» περιγράφει πρώτος τον αμφιβληστροειδή, το υαλοειδές, το ακτινωτό σώμα και το κεντρικό νευρικό σύστημα και τη σχέση του με τους οφθαλμούς.
  7. Ο Ερασίστρατος (1ο ήμισυ του 3ου π.Χ. αιώνα) περιγράφει τη σύζευξη των οπτικών νεύρων και αναφέρει στις ανατομικές μελέτες του για πρώτη φορά τον αγγειοναριθή χιτώνα του οφθαλμού τον χοριοειδή.
  8. Ο Ευκλείδης (306 – 283 π.χ.) έθεσε πρώτος μέσω των μαθηματικών τα θεμέλια της «Γεωμετρικής Οπτικής» και το έργο του «Οπτικά» είναι το πρώτο βιβλίο που αναφέρεται στο φως και στη σχέση του με την όραση. Δεν είναι υπερβολή να θεωρήσουμε ότι: η «Αρχαία Ελληνική σκέψις» όπως αυτή εκφράσθηκε στην ποίηση στις τραγωδίες στην τέχνη και στις θεωρίες των φιλισόφων της «περί Οράσεως» αποτέλεσε τη βάση της οπτικής επιστήμης η οποία θεμελιώθηκε αιώνες μετά!

Κοινώς αποδεκτό λοιπόν ότι η όραση είναι η ευγενέστερη απ’ όλες τις αισθήσεις η βασίλισσα των αισθήσεων. Είναι το σπουδαιότερο μέσο για την πνευματική μας μόρφωση και την απόλαυση της ζωής.