ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

τ. Λυκειάρχη

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Προφανώς μια τέτοια άποψη θα προκαλέσει την αντίδραση των ασχολουμένων με την ανθρώπινη ιστορία. Και εύλογα. Γιατί πώς είναι δυνατόν ένα κομμάτι του Ελληνισμού, που έζησε ειρηνικά για τρεις περίπου χιλιετηρίδες στον μικρασιατικό χώρο να εγκαταλείψει τη γη όπου δημιούργησε υψηλό πολιτισμό, έχτισε κέντρα πνεύματος, ύψωσε ιερά παλλάδια, ανήγειρε ιερά προσκυνήματα, καλλιέργησε τα Ελληνικά Γράμματα σε περιώνυμα τεμένη, ανήγειρε μνημεία, τα οποία κινούν και σήμερα ακόμη τον παγκόσμιο θαυμασμό και γίνονται καθημερινά χώροι μνημειακού προσκυνήματος, θαυμασμού και πίστεως;

Ξεδιπλώνοντας τις σελίδες της μακρόχρονης πορείας του ανθρώπινου Γένους θα συναντήσουμε κι άλλους λαούς, που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Όμως αυτό που συνέβη με τον Ελληνισμό της Ανατολής ήταν πρωτόγνωρο. Επιχειρήθηκε όχι μόνο η συρρίκνωσή του, αλλά σχεδόν ο αφανισμός του. Γιατί έτσι το ήθελαν οι Δυνατοί της γης.

Είναι επομένως αφανισμός βίαιος του Ελληνισμού της Ανατολής, αφού από τα 24 εκατομμύρια Ελλήνων, που κατοικούσαν σ’ αυτήν, πριν από την εγκατάσταση των Τούρκων, επιστρέψανε κατά τρόπο απάνθρωπο στη μητέρα πατρίδα μόνον 1,5 εκατομμύριο.

Θλιβερή ιστορία ο βίαιος εκπατρισμός του Ελληνισμού της Ανατολής. Μια ιστορία που βαρύνει ανεπιφύλακτα τον πολιτισμό της Δύσης. Κι όλα αυτά στον βωμό της εξυπηρέτησης των οικονομικών τους συμφερόντων, τα οποία και σήμερα ανθίζουν στα ανατολικά εδάφη χωρίς ίχνος αιδούς.

Δυστυχώς ο νόμος τους ισχυρού δεν θα παύσει να κυριαρχεί στο διάβα των αιώνων για χάρη της ύλης, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το αθάνατο πνεύμα, όμως συχνότατα κακοποιημένο και περιφρονημένο.

Επιχείρησε η ταπεινότητά μου να δώσει σε αδρές γραμμές το εγκληματικό φαινόμενο του βίαιου εκπατρισμού του Ελληνισμού της Ανατολής. Είναι αναμφίλεκτο ότι δεν άξιζε ένα τόσο οδυνηρό τέλος στη μερίδα εκείνη του Ελληνισμού, που με ιδρώτα, σύνεση, θέληση και εργατικότητα αγωνίσθηκε να χτίσει μια νέα Ελλάδα στις άξενες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, τις Ιωνικές και Αιολικές καθώς και στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας, ένα λαμπρό πολιτισμό, που τον συνέθεσαν η ζηλευτή οικονομία, η πρωτόγνωρη φιλοσοφία, οι νέες κοινωνικές αντιλήψεις και η θεμελίωση της νέας θρησκείας, της θρησκείας της αγάπης και της καλλιέργειας υψηλών συναισθημάτων, που άλλαξαν την πορεία της ανθρώπινης ζωής.

Τριάντα αδιάλειπτους αιώνες πάσχιζε ο Ελληνισμός της Ανατολής να μεταβάλει τον βάρβαρο τρόπο σκέψης σε μια νέα αντίληψη ζωής διασαλπίζοντας την ανάγκη για διαμόρφωση ενός πολιτισμού, ο οποίος φώτισε την πορεία των λαών, διδάσκοντας πως το τελειότερο ον του Θείου Δημιουργού δεν πρέπει να προσδίδει προτεραιότητα στις ανάγκες του σαρκίου του, αλλά πρώτιστα το ενδιαφέρον του πρέπει να εστιάζεται στην καλλιέργεια του ψυχικού του κόσμου αναδεικνύοντας τα υψηλά συναισθήματα, με τα οποία είναι προικισμένο, ώστε να οδηγήσει τον πατέρα της νέας αττικής κωμωδίας, τον Μένανδρο, να διατυπώσει επιγραμματικά τον πραγματικό λόγο ύπαρξης του ανθρώπου: «Ως χαρίεν άνθρωπος, όταν άνθρωπος η!».

Ο ειρηνικός εκπατρισμός, ο οποίος έπρεπε να είχε συντελεσθεί πριν από την εκμεταλλευτική βουλιμία των Ευρωπαίων και τη γενοκτονία του Ελληνισμού, που σκόπιμα συντελέστηκε θα συνέβαλε, ώστε η μητέρα Ελλάδα, η οποία είχε αφυδατωθεί πληθυσμιακά και διήρχετο τη ρακένδυτη οικονομία της, να καταστεί κράτος εύρωστο από άποψη ανθρώπινου δυναμικού και επομένως υπολογίσιμο με γεωγραφικά σύνορα θωρακισμένα, με οικονομία ζηλευτή, με αξιοπρόσεκτη πολιτιστική, παιδευτική και κοινωνική οντότητα.

Με τέτοιες προϋποθέσεις θα είχε σοβαρό, υπολογίσιμο και σεβαστό λόγο σε αποφάσεις, που λαμβάνονταν σε συνέδρια διεθνούς επιπέδου, γεγονός που θα της προσέδιδε κύρος, αποφεύγοντας τα ραπίσματα, τα οποία δέχονται οι πληθυσμιακά μικροί και οικονομικά αδύνατοι λαοί.

Και είχε όλες τις προϋποθέσεις με τον ειρηνικό τον εκπατρισμό ο Ελληνισμός της Ανατολής, αφού διέθετε στα σπλάχνα του κορυφαίες μορφές των Γραμμάτων, ρωμαλέες οικονομικές οντότητες, στελέχη με υψηλή κοινωνική ευαισθησία, προικισμένα με φιλοπονία και οξυδέρκεια Μέλη και πάνω από όλα με έντονη φιλοπατρία να κάνει μεγάλη την Ελλάδα.

Η ειρηνική νόστος στη μητέρα Ελλάδα θα επιβεβαίωνε τη διαχρονική αλήθεια του αιώνιου ομηρικού Οδυσσέα να δει καπνό να ανεβαίνει από τα τζάκια, τα οποία χωρίς τη θέλησή του πριν από τρεις χιλιετηρίδες άφησε πίσω του.

Ίσως μια τέτοια σκέψη, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κινείται στον χώρο της φαντασίας και του ευσεβούς πόθου. Ίσως θωρηθεί αιθεροβαμωνική. Με λίγο προβληματισμό ίσως και να έχει κάποιο μέρος της αλήθειας.