ΑΡΘΡΟ

Του Δημήτρη Μαυρόπουλου

Δάσκαλου

Διευθυντή στο 15ο Δημοτικό Σχολειό Δράμας «Γεώργιος Βιζυηνός»

Ο τρόπος της αντιμετώπισης, του συσχετισμού και της επικοινωνίας τόσο με τους άλλους, οικείους, ξένους ή και αλλότριους όσο και με τα πράγματα, φυσικά, τεχνικά ή και τεχνητά, εδώ γίνεται ευδιάκριτη έως και κατανοητή η διάκριση πνευματικού πολιτισμού (die Kultur) από τον τεχνικό πολιτισμό (die Zivilisation), η οποία αντανακλάται στις λατινογενείς, δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, που μας περιβάλλουν, συνιστά και το μέτρο της πνευματικότητας.

Ως εκ τούτου, το ζήτημα της «προόδου» μπορεί να ιδωθεί από τη σχέση των δύο προσεγγίσεων, της υποταγής της μιας στην άλλη ή και της εξισορρόπησής τους, και είναι αυτό που έκανε τον Νίτσε να θεωρεί την Αναγέννηση ως κατεξοχήν ιστορική περίοδο ακμής.

Άλλωστε, δεν υπήρξε ιστορική εποχή, δίχως την τεχνική παρουσία, ακόμη κι όταν ο Αριστοτέλης υπέθετε, ότι για να υπάρξει προϊστάμενος δίχως υφιστάμενο και αφεντικό δίχως δούλο, θα έπρεπε το κάθε όργανο να μπορεί να κάνει τη δουλειά αποκλειστικά μόνο του, όπως ακριβώς μια σαΐτα που θα ύφαινε μόνη της, εν ολίγοις η κατάργηση της δουλείας θα προϋπόθετε την κατασκευή αυτό – κινούμενων μηχανών, καίτοι η θεώρησή του δεν λάμβανε υπόψη το κομβικό στοιχείο της ιδιοκτησίας, κατ’ επέκταση της κοινοκτημοσύνης, άρα και της εκούσιας ακτημοσύνης.

Μας παραδίδεται, ότι ο βασιλιάς Φίλιππος της Μακεδονίας υπερηφανευόταν για τις νίκες που είχε καταγάγει κατά τη διάρκεια των πολέμων. Κάποια στιγμή έλαβε μια επιστολή, από τον βασιλιά της Σπάρτης, που τον συμβούλευε να κοιτάξει την σκιά του στον ήλιο, ώστε να διαπιστώσει ότι αυτή, η σκιά, δεν έγινε μεγαλύτερη μετά από αυτές.

Συνακόλουθα, με έμμεσο τρόπο ο Σπαρτιάτης καταδείκνυε, ότι η ταπεινότητα είναι αρετή, που αφενός εξασφαλίζει τον άνθρωπο από τον κίνδυνο της απανθρωπιάς, στην οποία εμφιλοχωρεί ο δικαιωματισμός και εξοβελίζεται το καθήκον, εν γένει η υποχρέωση, και αφετέρου τον προφυλάσσει να μην προβεί στη θυσία της αιωνιότητας στο βωμό της θνητότητας, υπό την έννοια του ευαγγελικού « […], φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», δηλαδή ενός χυδαίου υλισμού και μιας άμετρης ηδονικότητας.

Ίσως, και να του υπενθύμιζε να προσέξει το ζήτημα της ύβρεως, ώστε να αποφύγει την επακολουθήσασα νέμεση, η οποία θα μπορούσε να επέλθει ακόμη κι αν η παρακοή αφορούσε τον Προμηθέα, έναν από αυτούς που εξέφρασαν τους υπέρτατους πόθους της ανθρωπότητας, κατά τον Γκόργκι, που διακήρυσσε διαπρυσίως και αταλάντευτα ότι «Καλύτερα δεμένος πάνω σ’ αυτό το βράχο, παρά υπάκουος δούλος των Θεών».

Εδώ θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι η ταπεινότητα, ως αυθεντικότητα και αυθορμησία, εκθειάζεται κι όχι η ταπεινοφροσύνη, της οποίας τα κίνητρα, εν πολλοίς, μπορεί να είναι αμφίβολα, αμφίσημα, έως και ύποπτα.

Κατά αναλογία με την ταπεινοφροσύνη θα πρέπει να προσεχθεί και το ζήτημα της μετριοφροσύνης, η οποία εμπίπτει στο «μέσο δρόμο», μεταξύ υπερηφάνειας και ταπεινότητας, επιβλαβής και ακατάλληλη υιοθέτηση από το υποκείμενο αφού, σύμφωνα με τον Νίτσε, θα μετέτρεπε την υπεράσπιση ενός μείζονος πράγματος σε «υποθεσούλα».

Κάποτε η επίκληση της «σκιάς» συνδυαστικά με κάτι άλλο, μπορεί να μεταβληθεί σε ικανό διδακτικό μέσο, προβολή του κινήτρου για την επίτευξη κάποιου ανώτερου και ευρύτερου, συλλογικού σκοπού, όταν η ασημαντότητα, η αδιαφορία και το στενό παρόν έχουν αντικαταστήσει το ενδιαφέρον, την αξιοσύνη και το ευρύ μέλλον.

Στους απαθείς και απρόθυμους Αθηναίους, ο Δημοσθένης, που ανέπτυσσε, στην Εκκλησία του Δήμου, κρίσιμους προβληματισμούς για τα ζητήματα της πόλης, για να τους αφυπνίσει από την χαύνωση και την αδιαφορία τούς διηγήθηκε, αιφνιδίως, την φιλονικία μεταξύ ιδιοκτήτη γαϊδουριού και ενοικιαστή, εν σχέση με τη σκιά του αγαθού τετράποδου, την οποία επιθυμούσαν να κάνουν χρήση και οι δύο κατά το θερινό μεσουράνημα του ήλιου, εξού και η «περί όνου σκιάς» λόγια φράση.

Μολονότι, ίσχυε και για τους αρχαίους Έλληνες, αυτό που καταγράφει ο Καζαντζάκης για τους Γερμανούς. Στη θέα δύο θυρών, που μία φέρει την επιγραφή «Παράδεισος» και η άλλη «Διάλεξη περί Παραδείσου» αυτοί θα διάλεγαν αναφανδόν τη δεύτερη.

Βέβαια, η ιδανική κατάσταση θα ήταν η ταυτοτική σύμπλεξη του θεωρητικού βίου (vis contemplativa) με τον πρακτικό, δραστηριοποιημένο βίο (vis activa), η οποία κατεξοχήν συναντάται στους αυτοδίδακτους, που συνάμα είναι και πολύπαθοι.

Φαίνεται, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη σκιά του, ειδικά όταν αυτή, εν πρώτοις, είναι πραγματική, εξωτερική, δηλαδή σκίαση, κι όχι συμβολική, μεταφορική, εσωτερική παράσταση, και δεύτερον έχει επίγνωση της ύπαρξής της, αφού το «ξέρω» δεν συνιστά και «γνωρίζω».

Ο Γεώργιος Σουρής στο σατυρικό του ποίημα, «Στην σκιά μου», αφενός θα μυκτηρίσει τον ίσκιο του, που τον ακολουθεί και τον μιμείται, «Βρε ίσκιε μου, δε πας να μου χαθείς», γράφει, αλλά και θα εκφράσει την ανησυχία του, προάγγελο μύχιων σκέψεων και αισθημάτων, «Σε απαντώ στο σπίτι και στο δρόμο / και μου γεννάς πολλές φορές τον τρόμο».

Ετούτος ο τρόμος είναι μεταφυσικός, ταλαντικός του είναι, και δεν συνάδει με τα υλιστικά φληναφήματα της νεοτερικής «ισορροπίας του τρόμου», κατά τη διάρκεια και εντεύθεν του ψυχρού πολέμου.

Θα ισχυριζόμουν, ότι ο φόβος που προμηνύει η σκιά, πλέον αλληγορικά, συσχετίζεται με την νήφουσα και γρηγορούσα συνείδηση που τύπτει, ελέγχει και καθοδηγεί οδοδεικτικά το υποκείμενο.

Σκιές, απεικάσματα φυσικών και τεχνητών αντικειμένων και ανθρώπων, είναι αυτά που βλέπουν και οι δεσμώτες στον πλατωνικό αλληγορικό μύθο του σπηλαίου, όπου παγιδευμένοι από τις αισθήσεις τους, εντός του αισθητού κόσμου, άρα αλλοτριωμένοι ή και χειραγωγημένοι, αδυνατούν να αρθούν στον αληθινό κόσμο των ιδεών, κατ’ επέκταση των προτύπων, των παραδειγμάτων, των υποδειγμάτων.

Άρα, μόνον οι φιλόσοφοι, κατά τον Πλάτωνα, συνεπώς στο πλαίσιο του χριστιανικού πολιτισμού οι Άγιοι και στον σύγχρονο κόσμο, οι κοινωνικοί επαναστάτες, θα χειραφετηθούν, θα λυτρωθούν είτε ενδοσκοπώντας είτε και συνειδητά εξεγειρόμενοι.

Η σκιά ως κίνδυνος για την ζωή δύναται να μεταβληθεί σε όχημα διαιώνισής της, π.χ. να εισέρθει κάποιος στις δέλτους της Ιστορίας, εννοείται όταν τούτη προσεγγίζεται με γενναιότητα, περίσκεψη και αγχίνοια.

Ο Σπαρτιάτης Διηνέκης, μας παραδίδει ο Ηρόδοτος, όταν του είπαν, πριν τη μάχη στις Θερμοπύλες το 480 π.Χ., ότι τα βέλη των τοξοτών του εχθρού θα ήταν τόσα πολλά που θα σκέπαζαν τον ήλιο, περιπαίζοντας την απελπιστική κατάσταση και αναθαρρεύοντας εαυτόν και αλλήλους θα πει, ότι «ευχάριστα νέα. Αν κρυφτεί έτσι ο ήλιος, εμείς θα χαρούμε, γιατί θα πολεμάμε στη σκιά».

Η ιστορική απάντηση του συμπολεμιστή του Λεωνίδα, μου φέρνει στο νου, μια φράση ενός σύγχρονου ηγέτη που έγραφε: «Χάος κυριαρχεί στον κόσμο, η κατάσταση είναι υπέροχη».

Κι αν το σκοτάδι παρομοιαστεί ως σκιά της ημέρας, οπότε, μεταφορικά, η δυσκολία, η αποτυχία, το αδιέξοδο, που απολήγουν ενίοτε σε απελπισία και απόγνωση, δεν πρέπει να αιχμαλωτίζουν, να αδρανοποιούν, να αφοπλίζουν, γιατί όπως σημειώνει ο ποιητής λαός: «Μη σκιάζεσθε στα σκότη! Η Ελευθεριά / σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι / της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει».

Κι αν η σκιά ως σκιάχτρο δεν κατορθώνει, εν τέλει, να απωθήσει τα πτηνά από τις καλλιέργειες των δημητριακών, θα πρόσθετα εκεί όπου τοποθετείται και τα άλλα άγρια ζώα από τις στάνες, εντούτοις, όπως πολύ απέριττα και βραχύλογα το διηγείται ο Βιζυηνός, ο γεωργός δεν ανησυχεί, διότι έχει υπόψη του την υπενθύμιση του Κυρίου, η οποία συνιστά και υπόσχεση, ότι αφού τα πτηνά του ουρανού που δεν σπέρνουν και δεν θερίζουν ούτε αποθηκεύουν, τα φροντίζει Αυτός και τα τρέφει, τούτο, έτι περισσότερο συμβαίνει με τα έλλογα δημιουργήματά του.