ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

τ. Λυκειάρχη

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Η ευρεία διάδοση της λατρείας του Θράκα Ιππέα σε Ανατολική Μακεδονία και Θράκη τον κατέστησε αυτόνομη θεότητα και τον τοποθέτησε δίπλα σε άλλους επώνυμους θεούς, που λατρεύτηκαν για αιώνες στον ελλαδικό χώρο.

Ήταν επόμενο να συνεχισθεί η λατρεία του μέχρι και την εποχή του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β’ (408-450)1.

Στην περιοχή του Παγγαίου και ιδιαίτερα στο σημερινό χωριό Κηπιά, λατρεύεται ως Αυλωνίτης με την ιδιότητα της προστασίας της μεταξύ Συμβόλου και Παγγαίου κοιλάδας – αυλώνα, την οποία διέσχιζε και η γνωστή από τον Ηρόδοτο «βασιλική οδός» του Ξέρξη2.

Στα Κηπιά ιδρύεται σημαντικό ιερό του Θράκα Ιππέα, όπου και διενεργήθηκαν ανασκαφικές έρευνες το 1968 και αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία χρονολογούνται στους ρωμαϊκούς χρόνους. Οι συστηματικές όμως έρευνες αρχίζουν το 1983 και συνεχίζονται κατά διαστήματα μέχρι το 19903.

Στο ιερό τελούνταν αιματηρές θυσίες, που διαπιστώνονται από τον εντοπισμό βωμών και μεγάλων ποσοτήτων οστών ζώων και τέφρας. Στον ήρωα προσφέρονταν αναθήματα και ανευρέθησαν αποθηκευτικά αγγεία για τις τελετουργικές ανάγκες4.

Τελούνταν επίσης προς τιμήν του ήρωος λατρευτικά συμπόσια πλουσιοπάροχα, στα οποία μετείχαν ως επισκέπτες – λάτρεις του ήρωα και από άλλα μέρη της χώρας, οι οποίοι προσκόμιζαν προς θυσία βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίρους και ελάφια. Κάτι ανάλογο που γίνεται και σήμερα κατά την τέλεση μεγάλων εορτών – πανηγυριών (προσφορά κυρίως αιγοπροβάτων)5.

Οι ανασκαφές έφεραν στο φως μεγάλο αριθμό νομισμάτων, προερχομένων και από άλλα μέρη της Ελλάδος (Πέλλα), καθώς και θησαυρών, τα οποία καθιστούσαν εύρωστο το ταμείο του ιερού.

Στο ιερό συλλατρεύονταν με τον Θράκα Ήρωα ο Διόνυσος, ο Ηρακλής ή ο Ασκληπιός6, ενώ αφείδωλη εμφανίζεται η ανεύρεση αγαλμάτων κατά τις επίσημες ανασκαφικές έρευνες.

Δυστυχώς το ιερό του Θράκα Ήρωα Ιππέα, του επονομαζόμενου Αυλωνίτη, με την πανελλήνια φήμη θα μπορούσε να συνδεθεί με τις καταστροφές των ειδωλολατρικών ιερών7, που συντελέστηκαν μετά την παγίωση της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού, στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ., παρά τις προσπάθειες του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουλιανού, του αποκληθέντος Παραβάτη, προς επαναφορά της παγανιστικής θρησκείας.

Την καταστροφή του ιερού, όπως και πολλών άλλων παγανιστικών ιερών, οι οπαδοί της νέας θρησκείας, καλυπτόμενοι από την επίσημη νομική ανοχή της πολιτείας χρησιμοποίησαν τα ερείπια ως εύκολο οικοδομικό υλικό είτε ρίπτοντας αυτά σε ασβεστοκαμίνους είτε χρησιμοποιώντας τα στην κατασκευή τοίχων είτε σε δεύτερη χρήση8 για οικιακές ανάγκες (ιγδία, στόμια πηγαδιών, στήριξη αγίων τραπεζών και κιόνων χριστιανικών ναών) είτε τέλος κατέστησαν άνανδρη λεία των ευρωπαίων βασιλέων για διακόσμηση των ανακτόρων των και την ίδρυση μουσείων (Γλυπτά του Παρθενώνα, εκθέματα, μουσείων Λούβρου, Σόφιας κ.ά).

(συνεχίζεται…)

 

  1. Δημ. Μαλαμίδου – Χάιδω Κουκούλη, Το Ιερό του Ήρωα Αυλωνείτη στο Παγγαίο, σ. 287.
  2. Herodot VII,110-115 και Δ. Σαμσάρη, Το οδικό δίκτυο της Ανατολικής Μακεδονίας από τα αρχαϊκά χρόνια ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, Μακεδονικά 14 (1974), σσ. 123-138.
  3. Δ. Μαλαμίδου – Χάιδω Κουκούλη, ό.π., σ. 281.
  4. Των Ιδίων, ό.π., σ. 282.
  5. Δ. Μαλαμίδου – Χ. Κουκούλη, ό.π., σ. 284.
  6. Δ. Μαλαμίδου – Χ. Κουκούλη, ό.π., σ. 285.
  7. Χάιδω Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, 3. 1989, σ.560.
  8. Γ. Κ. Χατζοπούλου, Η δεύτερη χρήση αρχαιοτήτων, εφ. Πρωινός Τύπος και Εργασία – συν Δράμας.