ΑΡΘΡΟ

Της Δήμητρας Ευθυμιάδου

Πτυχιούχου του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ.

 

 

 

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, έπειτα από την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από το Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν έχουν καταλάβει εκ νέου την εξουσία στην χώρα προκαλώντας μεγάλη σύγχυση και αναταραχή τόσο στο εσωτερικό του Αφγανικού κράτους όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Για μια πληρέστερη κατανόηση της κατάστασης κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά της εθνοτικής καταγωγής των Ταλιμπάν, του ιστορικού της δράσης τους αλλά και των επιδιώξεών τους. Οι Ταλιμπάν προέρχονται από την φυλή Παστούν, μέρος της οποίας βρίσκεται διαμοιρασμένο μεταξύ του Αφγανιστάν και του Πακιστάν. Οι σχέσεις μεταξύ της συγκεκριμένης φυλής και των υπολοίπων φυλών που ενυπάρχουν στα δύο κράτη έχουν περάσει δια πυρός και σιδήρου, ενώ εξακολουθούν να βρίσκονται σε μια ατέρμονη διελκυστίνδα για τον έλεγχο της εξουσίας.

Συγκεκριμένα, οι Ταλιμπάν, ως πολιτικο-θρησκευτικό κίνημα, ανήλθαν στην εξουσία το 1996, έπειτα από έναν πολυετή και αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Η κυριαρχία τους επί των Αφγανικών εδαφών διήρκησε έως το 2001, οπότε έλαβε χώρα η εισβολή των Αμερικανών στο Αφγανιστάν με την επιχείρηση «Διαρκής Ελευθερία» που είχε στόχο να πλήξει την παραστρατιωτική ισλαμική οργάνωση των Ταλιμπάν. Μέσα σε λίγες ημέρες από την άφιξη των Αμερικανών, οι δυνάμεις των Ταλιμπάν είχαν συρρικνωθεί, με αποτέλεσμα να χάσουν τον έλεγχο της εξουσίας και να βρεθούν αντιμέτωποι αφενός με το Αφγανικό κράτος και αφετέρου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους διεθνείς και υπερεθνικούς οργανισμούς.

Ως βασική επιδίωξη των Ταλιμπάν έχει οριστεί από τους ίδιους η πλήρης αφοσίωση στο ισλαμικό κράτος, η αυστηρή εφαρμογή του ισλαμικού νόμου και η επιβολή της Σαρία. Λόγω της βαθιάς τους επιθυμίας να δημιουργήσουν ένα γνήσιο ισλαμικό κράτος επιβάλλουν στους πολίτες ανορθολογικούς περιορισμούς οι οποίοι λειτουργούν ως τροχοπέδη τόσο στην ατομική εξέλιξή τους, όσο και στην ανάδειξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της καθημερινότητας του Αφγανικού κράτους. Επιπλέον, η κυριαρχία των Ταλιμπάν και η εφαρμογή του ισλαμικού νόμου λειτουργούν ως δαμόκλειος σπάθη για τα δικαιώματα των γυναικών, για την ανάπτυξη της ελεύθερης βούλησής τους, ακόμα και για την ίδια τους την ζωή.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις τραγικές διαστάσεις που έχει λάβει ήδη το «γυναικείο ζήτημα», καθώς, από την στιγμή που ανήλθαν στην εξουσία εκ νέου οι Ταλιμπάν, οι γυναίκες άρχισαν να εκτοπίζονται πάλι από την δημόσια ζωή. Η υποχρεωτική ενδυμασία της μαντίλας (χιτζάμπ) ήρθε πάλι στην επιφάνεια σε συνδυασμό με την απαγόρευση κυκλοφορίας γυναικών χωρίς την παρουσία κι ενός άνδρα. Όλα αυτά θυμίζουν τις σκοτεινές εποχές της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης των Ταλιμπάν, όταν απαγορευόταν η εργασία και η εκπαίδευση για τις γυναίκες, η πρόσβασή τους στο σύστημα υγείας ήταν περιορισμένη, ήταν υποχρεωμένες να μην αφήνουν ακάλυπτο κανένα μέρος του σώματός τους κ.ά.

Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου διακυβέρνησης των Ταλιμπάν απαγορεύονταν για όλους τα δυτικά βιβλία, η δυτική τέχνη και ο κινηματογράφος. Δυστυχώς, δεν έλειπαν οι δημόσιες εκτελέσεις και οι βασανισμοί ως τιμωρίες για τους «ανυπάκουους», με τις γυναίκες να ήταν υποχρεωμένες να υφίστανται καθημερινά βιασμούς, ξυλοδαρμούς και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και θάνατο δια λιθοβολισμού.

Έτσι και τώρα, τα πρώτα δείγματα γραφής που δίνουν οι Ταλιμπάν το 2021 δεν διαφέρουν πολύ από τις μεθόδους που ακολουθούσαν στο παρελθόν, καθώς οι γυναίκες ήδη «εξαφανίστηκαν», πολιτικοί αντίπαλοι ήδη εκτελούνται και κάθε ίχνος δημοκρατίας στο Αφγανιστάν δείχνει να έχει εκπνεύσει.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω είναι αρκετά για να βοηθήσουν κάποιον να κατανοήσει την απελπισία των Αφγανών πολιτών και να αντιληφθεί τα όσα τραγικά διαδραματίζονται το τελευταίο δεκαήμερο στο αεροδρόμιο της Καμπούλ, όπου δεκάδες χιλιάδες πανικόβλητοι πολίτες προσπαθούν να διαφύγουν από την χώρα. Οι μέθοδοι που πιθανόν θα ακολουθήσουν οι Ταλιμπάν απέναντι σε όσους δεν τους στήριξαν και συνέδραμαν στις Αμερικανικές επιχειρήσεις, έχοντας μια ελπίδα για τον εκδημοκρατισμό του Αφγανιστάν, θα είναι ιδιαζόντως ειδεχθείς και ακριβώς για αυτόν τον λόγο έχει επικρατήσει συλλήβδην χάος και τρόμος. Παρ’ όλα αυτά οι Ταλιμπάν προσπαθούν να δείξουν ένα άλλο πρόσωπο, αυτό της σχετικής μετριοπάθειας, αλλά, δυστυχώς, δεν φαίνεται να έχουν πείσει κανέναν.

Έτσι, παράλληλα με την όξυνση του κλίματος βίας και αβεβαιότητας, έχει ήδη πραγματοποιηθεί και η οργανωμένη εκκένωση των πρεσβειών, ενώ ταυτόχρονα έχει δρομολογηθεί επιτυχώς και η ασφαλής μεταφορά των διπλωματών και των αξιωματούχων δεκάδων Ευρωπαϊκών και μη χωρών, που βρίσκονταν ακόμη στο Αφγανιστάν.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι την ώρα που οι Ταλιμπάν εισέβαλαν στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, την Καμπούλ, ο πρόεδρος Ασράφ Γάνι, εγκατέλειψε την χώρα υπό πλήρη προστασία, έχοντας μαζί του μεγάλης αξίας μετρητά και μεταφέρθηκε σε κάποιο γειτονικό κράτος. Αυτή η αμφιλεγόμενη κίνηση σε συνδυασμό με τη λανθασμένη στρατηγική που ακολουθήθηκε, προκάλεσαν ένα ισχυρό κύμα σφοδρής κριτικής προς την αφγανική κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, διαπιστώθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε η αφγανική ηγεσία και ο στρατός την κρίση με τους Ταλιμπάν ήταν φανερά αποτυχημένος, αφού ουσιαστικά παρέδωσαν τη χώρα στα χέρια των ισλαμιστών σε διάστημα περίπου δέκα ημερών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εκτροχιασμός της κατάστασης στο Αφγανιστάν αφορά σε μεγάλο βαθμό τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και την Ελλάδα συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Τα δύο καίρια και μείζονα ζητήματα που ανακύπτουν και απασχολούν ιδιαίτερα τους διπλωματικούς κύκλους της Αθήνας είναι αφενός το προσφυγικό ζήτημα και αφετέρου ο κρίσιμος ρόλος της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, αντίπαλοι των Ταλιμπάν, γυναίκες και αξιωματούχοι θα σπεύσουν να εγκαταλείψουν την χώρα, ώστε να βρουν ένα ασφαλές καταφύγιο για να εξασφαλίσουν την ακεραιότητά τους. Άρα, θα επιχειρήσουν να περάσουν σε γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία, ενώ πολλοί δεν θα αισθανθούν ασφαλείς μέχρι να περάσουν στην Ευρώπη.

Επιπλέον, εκτός του εν δυνάμει νέου προσφυγικού κύματος, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει για ακόμα μια φορά και τον αμφιλεγόμενο ρόλο της Τουρκίας στις προσφυγικές κρίσεις. Οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν αποσταθεροποιούν την περιοχή και δίνουν τα περιθώρια στον Ερντογάν να αναλάβει έναν διαμεσολαβητικό ρόλο.

Όπως, άλλωστε, ανέφερε και ο ίδιος ο Τούρκος Πρόεδρος υπάρχει περίπτωση να συναντηθεί με τον ηγέτη των Ταλιμπάν στο πλαίσιο των προσπαθειών για να τεθεί τέλος στις μάχες στο Αφγανιστάν, ενώ μάλιστα έχει σημειώσει ότι η τουρκική ηγεσία θεωρεί «αδέλφια» τους Ταλιμπάν, γεγονός που φανερώνει ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να αποκτήσει δύο ισχυρά μέσα πίεσης προς την Ε.Ε.

Εν κατακλείδι, ούτε ένα μήνα μετά την επάνοδο των Ταλιμπάν αποδεικνύεται ότι η δήλωσή τους για ομαλή μετάβαση εξουσίας και προστασία των γυναικών ήταν φενάκη. Με αυτή την στρατηγική κίνηση προσπάθησαν να καθυστερήσουν τις οποιεσδήποτε άμεσες διεθνείς αντιδράσεις, ώστε να κερδίσουν χρόνο για να εδραιώσουν τα κέρδη τους από την ταχεία σάρωση των πρωτευουσών των αφγανικών επαρχιών. Με άλλα λόγια, οι Ταλιμπάν κατάφεραν να εξαπατήσουν την διεθνή κοινότητα η οποία λαθεμένα πίστεψε, έστω και για λίγο, σε μια noblesse oblige κίνηση από την πλευρά των φανατικών αυτών ισλαμιστών.

 

*Το άρθρο της κ. Ευθυμιάδου δημοσιεύτηκε στο blog PoliticsToday.news.blog