ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

Αρχιμ. Γεράσιμος Βλατίτσης – Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2023, σσ. 190

 

Γράφει ο Δημήτριος Ι. Τσιανικλίδης

Δρ. Θεολογίας-Νομικός

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Εἰδικότερα, ὁ σ. μέσα ἀπό τά βιογραφικά στοιχεῖα πού παραθέτει γιά τόν κ. Βαρθολομαῖο θέλει νά γνωστοποιήσει στό εὐρύ κοινό σημαντικές πλευρές ἀπό τήν ποιμαντορική δράση τοῦ ὡς ἄνω Πατριάρχου, ἡ ὁποία συμβάλλει στήν ἐκκλησιαστική πολιτική καί διπλωματία τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου. Ἀκολούθως, ὁ σ. ταξινομεῖ ἐπιλεκτικά σέ πέντε ἑνότητες τήν πολυετή, πολυδιάστατη καί πολυποίκιλη δράση του κ. Βαρθολομαίου, σκιαγραφώντας κατ’ αὐτόν τόν τρόπο σέ γενικές γραμμές τήν εὐκλεῆ πατριαρχική του διακονία.

Ἡ πρώτη ἑνότητα ἀφορᾶ τήν καλλιέργεια, ἐνίσχυση καί διατήρηση τῶν διορθοδόξων σχέσεων, οἱ οποῖες ἑδράζονται στόν διάλογο καί τήν ἐπικοινωνία. Γιά τόν λόγο αὐτό συνέστησε τόν πρωτοκορυφαῖο θεσμό τῶν Συνάξεων τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων μέ πρώτη τήν Πανορθόδοξη Σύναξη στήν Κωνσταντινούπολη τό 1992 (13-15 Μαρτίου), ὅπου «επιβεβαιώθηκε η ενωτική, αγαπητική και πνευματική σχέση μεταξύ των Προκαθημένων καθώς και η αναγκαιότητα μετάδοσης του πνεύματος και των βαθύτερων νοημάτων της Ορθόδοξης διδασκαλίας ανά την οικουμένη με απώτερο σκοπό την επικράτηση της παγκόσμιας ειρήνης, της αρμονίας και της γαλήνη» (σ. 39).

Στήν ἀρχική αὐτή Σύναξη μεταξύ ἄλλων, ἐξακριβώθηκε ἡ χρησιμότητα τοῦ διαλόγου, ὁ σεβασμός καί ἡ κατανόηση τῆς διαφορετικότητας τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν καί παράλληλα, καταδικάστηκε ὁ προσηλυτισμός τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας σέ βάρος τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν (σσ. 39-40). Ἀκόμη, στό κοινό μήνυμα τῶν Προκαθημένων τονίστηκε ὅτι: «Η φαινομενική ευμάρεια, ο πλουτισμός, η αναζήτηση της ευτυχίας στα υλικά αγαθά και η κυριαρχία επί της φύσης δεν μπορούν να καλύψουν τις υπαρξιακές, πνευματικές και μεταφυσικές ανάγκες και αναζητήσεις του ανθρώπου» (σ. 39). Ἔκτοτε οἱ ἑπόμενες συνάξεις ἤ συναντήσεις Ὀρθοδόξων Προκαθημένων, πού ἀκολούθησαν ἀνά τόν κόσμο, ὅπως π.χ.: στήν Πάτμο (1995), στήν Θεσσαλονίκη (1997), στήν Κωνσταντινούπολη (2000), στό Σαμπεζύ (2009), κ.λπ. κινήθηκαν στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τίς ἀποφάσεις τῆς ἀρχικῆς Πανορθόδοξης Σύναξης τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Παναγιώτατος σέ μιά ἀπό τίς παραπάνω συνάξεις, στήν εἰσήγησή του ἀνέφερε τά κάτωθι: «Η ειρήνη μεταξύ τῶν Ορθοδόξων πιστών είναι η πεμπτουσία της πίστης και της ενότητας» (σ. 41), ἐνῶ σ’ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας του: «κατέκρινε τη διασπαστική τάση του Ρωμαιοκαθολικισμού κατά τη δεύτερη χιλιετία με το σχίσμα, τις Σταυροφορίες, την Ουνία, την καθυπόταξη της Εκκλησίας στην πολιτική σφαίρα και την εκκοσμίκευση, σε αντίθεση με την ορθόδοξη γνώση και διδασκαλία που είναι ασκητική και παράλληλα οντολογική» (σ. 41). Κορυφαία, ὅμως θέση στήν κατηγορία τῶν Συνάξεων κατέχει ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἡ ὁποία συγκροτήθηκε στό Κολυμπάρι Κισσάμου Χανίων τό 2026 (17-26 Ἰουνίου) μέ πρωτοβουλία τοῦ Παναγιωτάτου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐξῆρε στήν εἰσηγητική του ὁμιλία τήν «σημασία της συνοδικότητας ως θεμελιώδους θεσμού της Εκκλησίας ως υπηρέτριας της θεολογικής και δογματικής αλήθειας και της ενότητας, και ως ομολογίας στο Σύμβολο της πίστεως» (σ. 47), ὑπογράμμισε μεταξύ ἄλλων τά ἑξής: «χωρίς συνοδικότητα υπάρχει διχόνοια και διάσπαση της ενότητας, χωρίς αγιότητα υπάρχει μόνο ηθική αρετολογία, χωρίς καθολικότητα ατομικισμός και χωρίς αποστολικότητα επικυριαρχεί η αίρεση και η πεπλανημένη ή και με δόλο αντικανονική ερμηνεία των Ιερών Γραφών» (σ. 47).

Περαιτέρω, στίς βασικές στοχεύσεις τῆς παραπάνω πρωτοβουλίας ἐντάσσονται: «η διακήρυξη της ενότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη βάση της Θείας Ευχαριστίας, πιστής στην Παράδοση των Αγίων Αποστόλων και στη μυστηριακή εμπειρία και στην καθολικότητα των Συνόδων» (σ. 50). Ἐπίσης, στήν παραπάνω Σύνοδο, τονίσθηκε «η αξία των Συνάξεων των Προκαθημένων, η ανάγκη συνέχισης της ορθόδοξης μαρτυρίας και της πίστεως ανά την οικουμένη μέσω της διδασκαλίας και των μυστηρίων της Εκκλησίας, η συνέχιση του διαλόγου με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους χωρίς, ασφαλώς, να σημαίνει και αποδοχή των θέσεων των άλλων ή την άρνηση του ορθόδοξου δόγματος, τουναντίον σήμαινε διάδοση της πατερικής διδασκαλίας και πεδίο συνδιαλλαγής και αλληλογνωριμίας» (σσ. 50-51).

Στήν αὐτή Σύνοδο ἐπιβεβαιώθηκε ἀκόμη: «η καταδίκη της βίας, των πολέμων, του θρησκευτικού εξτρεμισμού και η έκκληση για σεβασμό και προστασία των πολιτισμικών και θρησκευτικών μειονοτήτων όπου γης» (σελ. 51). Τέλος, ἡ σύνοδος συμπεριέλαβε στά πρακτικά της διάφορα κοινωνικά θέματα, ὅπως π.χ., σχέσεις ἐπιστήμης καί θρησκείας, μεταναστευτικό, προσφυγικό, βιοηθική, φυσικό περιβάλλον, κ.ἄ.

Ἡ δεύτερη ἑνότητα καλύπτει τόν διαχριστιανικό διάλογο ὁ ὁποῖος διεξάγεται σταθερά καί μέ εἰλικρίνεια μεταξύ Οἰκ. Πτριαρχείου καί ἐκπροσώπων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί δογμάτων, ὅπως π.χ. Ρωμαιοκαθολικῶν, Ἀγγλικανῶν, κ.ἄ. Στόν εὐρωπαϊκό χῶρο, οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικές ὁμολογίες θεωροῦν ὅτι ὁ Παναγιώτατος «ουδέποτε είδε τον εαυτό του ως πρώτο, αλλά με ταπεινότητα και σωφροσύνη εργάσθηκε άοκνα για την ενότητα, τον διάλογο και την συνεννόηση» (σελ. 84). Στήν βάση τῶν παραπάνω ὁ Ἀρχηγός τῆς Ὀρθοδοξίας «Εφάρμοσε το primus inter pares, όχι ως πρωτείο εξουσιαστικής ισχύος ή υπεροχής, αλλά ως πρωτείο διακονίας, ταπείνωσης και αδελφωσύνης» (σελ. 84).

Ἡ τρίτη ἑνότητα περιλαμβάνει τόν διαθρησκειακό διάλογο πάνω στόν ὁποῖο ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐπένδυσε μέ σκοπό «την ειρηνική συνύπαρξη των θρησκειών και λαών» (σελ. 103). Ἀκόμη, ἀνέλαβε πρωτοβουλίες γιά σύγκληση συνεδρίων και συναντήσεων» (σελ. 103), μεταξύ Ὀρθοδοξίας, Ἰουδαϊσμοῦ καί Ἰσλαμισμοῦ πού «προάγουν τον διάλογο, τον σεβασμό, την ἀλληλογνωριμία, την αλληλοκατανόηση και τη συνεργασία» (σελ. 103). Ἐπίσης στό παραπάνω πλαίσιο τῶν δραστηριοτήτων του πρό τριακονταετίας «Απεύθυνε έκκληση ακόμη και στο ποίμνιο των Ορθοδόξων, των Ρωμαιοκαθολικών, των Προτεσταντών, των Εβραΐων, των Μουσουλμάνων, των Ινδουιστών, των Βουδιστών και των Κουμφουκιανών προκειμένου να συνασπίσουν τις δυνάμεις και τη βούλησή τους προκειμένου να συμβάλουν στη διάδοση των πνευματικών αρχών του οικουμενισμού, της ειρήνης, της αδελφοσύνης και της ένωσης εμπρός στο θείο Πνεύμα » (σελ. 95).

Ὁλοκληρώνοντας τήν παροῦσα ἑνότητα σέ γενικές γραμμές, συμβολικά νά ἀναφέρουμε, ἀκόμη, ὅτι στό ἴδιο πλαίσιο δράσης ὁ Παναγιώτατος συμετέχοντας στίς διάφορες ἀνά τόν κόσμο διαθρησκειακές συναντήσεις ἐξῆρε τόν ρόλο καί τήν ἀνεκτίμητη προσφορά τοῦ Π.Σ.Ε, τοῦ διεκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ θεσμοῦ ὁ ὁποῖος προάγει τήν ἑνότητα καί τήν συνεργασία ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν μέ σκοπό τόν θεολογικό διάλογο, τήν ἀγάπη καί τήν ἀλληλεγγύη.

(συνεχίζεται…)

 

Ἀναδημοσίευση ἀπό τό Ἐπιστημονικό Περιοδικό τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καί Πάσης Ἀφρικῆς, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ, ΤΟΜΟΣ ϟΒ΄ (2024 -2025) ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2024 -2025, σσ. 436-444.