ΑΡΘΡΟ

Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά

ATPL

AIRLINE PILOT

B737NG AIRBUS 320

 

 

 

 

Η θέση του στρατού στο οθωμανικό πολιτικό γίγνεσθαι

Το 1381 ο Μουράτ ο Ι δημιουργεί το πρώτο επίλεκτο σώμα Στρατού, δίνοντας τους το όνομα «Γενίτσαροι» (yeniceri), που σημαίνει νέος στρατιώτης. Στην αρχή το σώμα των Γενίτσαρων επανδρώθηκε από νέους πολεμιστές που πιανόταν αιχμάλωτοι στη μάχη και τους δινόταν η ευκαιρία να γλιτώσουν τη ζωή τους αν προσηλυτιζόταν στο Ισλάμ και αποδεχόταν την κυριαρχία του Σουλτάνου. Πολύ σύντομα όμως ο Μουράτ ο Ι αλλάζει το σύστημα στρατολόγησης των Γενιτσάρων, υιοθετώντας την πρακτική των Μαυριτανών στην Ισπανία, γνωστή ως devsirme (παιδομάζωμα). Τα μέλη του τάγματος των Γενιτσάρων πλέον ήταν παιδιά χριστιανικών οικογενειών των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης που αποκοπτόταν από πολύ μικρή ηλικία από τις οικογένειες τους και μεταφερόταν σε ειδικά στρατόπεδα στρατιωτικής και θρησκευτικής εκπαίδευσης. Το τάγμα των Γενιτσάρων έγινε πολύ σύντομα το επίλεκτο σώμα του Οθωμανική Στρατού, ενώ ο ηθικός τους κώδικας μπορεί να παρομοιασθεί με αυτόν των Samurai, το αντίστοιχο επίλεκτο στρατιωτικό πατρογονικές τους εστίες προς την Άγκυρα και κυρίως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης.

Η πολιτική επιρροή των Γενίτσαρων σύντομα αυξήθηκε και από ένα στρατιωτικό σώμα επίλεκτων πολεμιστών, προορισμένο να νικά πολέμους για να μεγιστοποιείται η πολιτική ισχύς του Σουλτάνου, μεταμορφώθηκε σε ένα σημαντικό πολιτικό κίνημα με ισχύ ακόμα και μέσα στο παλάτι, με σημαντικό μερίδιο στην παραγωγή πλούτου και τον έλεγχο μεγάλης μερίδας της οικονομικής ζωής της Αυτοκρατορίας. Μεγάλες εκτάσεις γης δινόταν από τον εκάστοτε Σουλτάνο ως ανταμοιβή για κάθε νέα κατάκτηση στους υψηλόβαθμους Γενίτσαρους, ενώ το ίδιο το παλάτι, για να εξασφαλίσει την υποστήριξη τους, ενθάρρυνε αλλά και βοήθησε τις οικονομικές δραστηριότητες τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής τους επιρροής φαίνεται το 1648 όταν μετά από μια γενικευμένη ανταρσία στο κεντρικό στρατόπεδο των Γενίτσαρων στην Κωνσταντινούπολη, καταλαμβάνουν την Πόλη, ξεκινούν διώξεις εναντίον του αυτοκρατορικού συστήματος εξουσίας και στο τέλος εισβάλουν στο παλάτι και δολοφονούν τον Σουλτάνο Ιμπραήμ τον Ι.

Αλλά και το 1807, όταν μετά από πραξικόπημα των Γενίτσαρων ο Σελίμ ο ΙΙΙ εκθρονίστηκε και τη θέση του κατέλαβε ο Μουσταφά ο ΙV, επιλογή των Γενίτσαρων ο οποίος είχε υποσχεθεί σημαντικά πολιτικά και οικονομικά προνόμια στους υποστηρικτές του.

Όσον αφορά την οικονομική τους ισχύ, από μαρτυρίες του Βρετανού περιηγητή και ταγματάρχη του Βρετανικού Βασιλικού πυροβολικού Peter William Winthrop, πληροφορούμαστε ότι στα τέλη του 18ου αιώνα μεγάλο μέρος των εμπορικών συνδιαλλαγών στην Κωνσταντινούπολη αλλά και η λειτουργία των καφενείων και των τεκέδων της Πόλης ήταν αποκλειστικό προνόμιο των Γενίτσαρων, που πλέον λειτουργούσαν ως αυτόνομος τραπεζο-πιστωτικός φορέας στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Ο συνεχώς αυξανόμενος ρόλος των Γενίτσαρων στις πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το καθεστώς διαφθοράς στο οποίο μετειχαν επρεπε να σταματησει με κάθε τροπο.

Η εισβολή των Γενίτσαρων στο παλάτι και η δολοφονία του Ιμπραήμ του Ι δείχνει την αυτοπεποίθηση των πρώτων αλλά και την πολιτική ισχύ που διέθεταν στο εσωτερικό του Οθωμανικού πολιτικού συστήματος αλλά και η αδυναμία τους να καταπνίξουν την Ελληνική Επανάσταση στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, έπεισε τον Μαχμούτ τον ΙΙ να αναδιαρθρώσει το Οθωμανικό στράτευμα, καλώντας στρατιωτικούς εκπαιδευτές από τις Ευρωπαϊκές μητροπόλεις και δημιουργώντας ένα νέο σώμα πεζικού υπό την ονομασία Muallem Asakir-i Mansure-i Muhammede (Εκπαιδευμένοι Νικηφόροι Μωαμεθανοί Στρατιώτες).

Σε αυτό το νέο σώμα υποχρεώθηκαν να ενταχθούν εγκαταλείποντας τα στρατόπεδα τους 150 Γενίτσαροι από κάθε τάγμα της Οθωμανικής επικράτειας. Η κίνηση αυτή, που ως σκοπό είχε την αποδυνάμωση των Γενίτσαρων, προκάλεσε μια νέα εξέγερση στο εσωτερικό του επίλεκτου Οθωμανικού στρατιωτικού σώματος και οι ταραχές δεν άργησαν να ξεσπάσουν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Αυτοκρατορίας. Ο Σουλτάνος με ειδικό φιρμάνι κήρυξε ιερό πόλεμο εναντίον των Γενίτσαρων και στα μέσα του Ιουνίου του 1826 μεγάλες δυνάμεις Ιππικού (Σπαχήδες) και Πυροβολικού περικύκλωσαν το στρατόπεδο των Γενίτσαρων στην Κωνσταντινούπολη και κατάφεραν να εξουδετερώσουν την αντίσταση τους. Ένας μεγάλος αριθμός Γενίτσαρων εξολοθρεύτηκε, άλλοι θανατώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες μετά από σύντομη φυλάκιση, ενώ συντονισμένες διώξεις εναντίον των περιφερειακών ταγμάτων έλαβαν χώρα σε όλη την Αυτοκρατορία. Σε λίγους μήνες οι Γενίτσαροι έπαψαν να υφίστανται ως πόλος στρατιωτικό-πολιτικής και οικονομικής ισχύος, αλλά η μακρά παρουσία τους και ο σημαντικός τους ρόλος για αιώνες στο στρατηγικό σχεδιασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προσέδωσε ιδιαίτερη αίγλη στο Στρατό και νομιμοποίησε στη συνείδηση της κοινής γνώμης την παρεμβατική λειτουργία και νοοτροπία του στρατεύματος στην πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας. 9 Δεν θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε ότι το τέλος του τάγματος των Γενίτσαρων, που επιβίωσαν και απέκτησαν δύναμη και πλούτο για σχεδόν πέντε αιώνες, έκλεισε και την περίοδο της αδιαμφισβήτητης ισχύος της Υψηλής Πύλης στις Διεθνείς Σχέσεις του τότε γνωστού κόσμου.

Οι αρχές της δεκαετίας του 1830 μέχρι και το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επέφεραν σημαντικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Μεγάλες Δυνάμεις της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης συνειδητοποίησαν ότι η κυριαρχία του Σουλτάνου δεν είναι αρκετή από μόνη της για να περιορίσει τον Ρωσικό επεκτατισμό προς τη Μεσόγειο Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή και γι’ αυτό το λόγο εγκλωβίζουν την εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία σε ένα καθεστώς ειδικής εξαρτημένης σχέσης που τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η λειτουργία της πάλαι ποτέ Ισλαμικής Μεγάλης Δύναμης ως προτεκτοράτο των αντίστοιχων Ευρωπαϊκών.

To κίνημα των Νεότουρκων, φιλελεύθερο και εθνικιστικό/πατριωτικό εξ’ αρχής δεν έπαυσε να επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της.

Η καταλυτική παρουσία των Νεότουρκων στην πολιτική ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ευνοεί την αποδόμηση του θρησκευτικό-φεουδαλικού οθωμανικού συστήματος και την εδραίωση του πνεύματος της Συνθήκης της Βεστφαλίας, δημιουργεί τις ευνοϊκές συνθήκες που στη συνέχεια θα επιτρέψουν στον Κεμάλ Ατατούρk και στους συντρόφους του να αναπτύξουν το κίνημα της ένοπλης αντίστασης εναντίον των δυνάμεων της Entente – Αδριανούπολης, αλλά και του ίδιου του Σουλτάνου, με αποτέλεσμα την οικοδόμηση μια νέας χώρας μέσα από τις στάχτες μιας καταλυμένης αυτοκρατορίας. Τα θεμέλια όμως για μια τέτοια εξέλιξη είχαν ήδη μπει αρκετά νωρίτερα Στις 29 Οκτωβρίου του 1923 ανακηρύχθηκε επισήμως η Τουρκική Δημοκρατία, με πρώτο πρόεδρο τον Μουσταφά Κεμάλ και Πρωθυπουργό τον Ισμέτ Ινονού.

Η κίνηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημειολογική αξία αφού τη διακυβέρνηση της χώρας την αναλαμβάνουν δύο παλαιά ανώτατα στελέχη του Οθωμανικού Στρατού που διακρίθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου της αντίστασης εναντίον των δυνάμεων της Αδριανούπολης-Edirne.

Οι αποφάσεις αυτές ήταν εξόχως σημαντικές για την εποχή εκείνη, αφού στόχευαν στην ελαχιστοποίηση της επιρροής του Ισλάμ στη λειτουργία του Τουρκικού πολιτικού συστήματος και στην επιρροή του ιερατείου στο τουρκικό κοινωνικό υπόστρωμα.

Η σφοδρότητα των αντιδράσεων αλλά και η αυστηρή επιβολή των νέων μέτρων στα αστικά κέντρα της χώρας, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

Το πρώτο εξάμηνο του 1926 υιοθετήθηκε δια νόμου το δυτικό ημερολόγιο, ο ελβετικός αστικός κώδικας και ο ποινικός κώδικας της φασιστικής Ιταλίας. Τέλος, με εξαίρεση το στρατό, καταργήθηκαν όλοι οι τίτλοι ευγενείας όπως μπέης, εφέντης κ.α.

Το σύνολο των ιδεών του Αtaturkculuk (Ατατουρκισμός) στηριζόταν πάνω στην ισοπέδωση και σταδιακή εξαφάνιση όλων των θεσμικών και εθιμικών πυλώνων του Οθωμανικού παρελθόντος στη συνείδηση των Τούρκων πολιτών, με στόχο την οριστική διαγραφή τους από την τουρκική συνείδηση.

Οι αλλαγές ήταν βαθιές και δεν περιορίστηκαν μόνο στο θρησκευτικό σκέλος αλλά στόχευαν στη δημιουργία μιας νέας γλώσσας και ενός νέου πολιτιστικού ρεύματος, που σύμφωνα με τον Ατατούρκ και τους στενούς του συνεργάτες θα ωθούσε τους πολίτες της χώρας να αφομοιώσουν γρήγορα και Περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του Ισμέτ Ινονού βλέπετ Είναι σημαντικό εδώ να αναφέρουμε ότι το ζήτημα της απαγόρευσης του φεσιού δεν είναι απλώς μια σημειολογική «στιλιστική» κίνηση αλλά ένα σημαντικό θρησκευτικό ζήτημα, αφού υπαγορεύεται από το Κοράνι ότι οι πιστοί δεν πρέπει να είναι ασκεπείς. 18 7.500 άνθρωποι συνελήφθησαν και 600 από αυτούς εκτελέστηκαν αποτελεσματικά τη νέα εθνική τους ταυτότητα.

Ο ειδικός ρόλος της θρησκείας κατά τη διάρκεια του Οθωμανικής περιόδου υποβαθμίσθηκε. Η εκπαίδευση της νεολαίας πέρασε από τα χέρια των ιερωμένων στον έλεγχο μιας νέας ακαδημαϊκής ελίτ που είχε επηρεασθεί από τη Νεοτουρκική ιδεολογία και μετέτρεψε το χώρο της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε χώρους νέο-εθνικής/Κεμαλικής κατήχησης.

Οι Κεμαλιστές φοβούμενοι ότι δεν θα είχαν τη δυνατότητα να καταστείλουν μια πιθανή εξέγερση των πληθυσμών στις επαρχίες της Ανατολίας που θα προερχόταν από την αντίθεση των πολιτών στις μεταρρυθμίσεις που καταργούσαν τη φυσιογνωμία αιώνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προτίμησαν να ρίξουν το βάρος τους στις αστικές περιοχές της νέας αχανούς χώρας και να προσεγγίσουν σταδιακά τις παραμεθόριες περιοχές. Η αστική επικράτηση όμως του Κεμαλισμού δεν επηρέασε την εδραίωση του νέου πολιτικού κατεστημένου στην διοικητική πυραμίδα της χώρας. Αντιθέτως, ενδυνάμωσε την αίσθηση των αστών ότι ασπαζόμενοι τις Κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται αυτομάτως μέλος της νέας εθνικής ελίτ. Η παραμεθόριος λοιπόν συνέχισε για πολλές δεκαετίες να βιώνει μια δική της πραγματικότητα που ήταν πιο κοντά στην Οθωμανική εποχή παρά στην Κεμαλική και μετά-κεμαλική αντιστοίχως. Η απόλυτη ηθική, ο λιτός κοινοβιακός τρόπος ζωής, η υποχρεωτική παρθενία και η μη υποχώρηση στη μάχη ήταν σε γενικές γραμμές ένα πλαίσιο συμπεριφοράς που αύξανε το θρύλο του τάγματος στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τόσο στους μουσουλμανικούς όσο και στους χριστιανικούς πληθυσμούς.

(συνεχίζεται…)