ΑΡΘΡΟ

Του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Υπουργού Οικονομικών

 

 

Τέτοιες μέρες πριν ένα χρόνο βγήκε η απόφαση για το ελληνικό χρέος που μας έδωσε έναν καθαρό διάδρομο για 15 χρόνια. Χάρη σε αυτή την επιτυχία, σήμερα έχουμε την δυνατότητα να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση με την κοινωνία για αντιπαραθετικά αναπτυξιακά σχέδια, κάτι που πριν 4 χρόνια θα φαινόταν εκτός τόπου και χρόνου. Τα καλά νέα λοιπόν είναι ότι αυτή η κουβέντα έχει ανοίξει και ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η Ν.Δ. καταθέτουν τις προτάσεις τους στον δημόσιο διάλογο. Τα κακά νέα είναι ότι πολλές φορές η συζήτηση γίνεται με στρεβλούς όρους. Η αξιωματική αντιπολίτευση προσπαθώντας εναγωνίως να κρύψει βασικές πτυχές του προγράμματός της καταφεύγει στην καλύτερη περίπτωση σε αοριστίες, στην χειρότερη σε συνειδητά ψέματα. Μέρος αυτής της τακτικής είναι η επιμονή του κυρίου Μητσοτάκη να κλείνει το μάτι σε λογικές που θέλουν μείωση των ελέγχων τόσο του ΣΕΠΕ όσο και των φορολογικών μηχανισμών λες και η εισφοροδιαφυγή και φοροδιαφυγή να μην αποτελούν βασική αιτία των προβλημάτων της Ελληνικής οικονομίας αλλά ένα δευτερεύον ζήτημα. Έτσι λείπει από την δημόσια συζήτηση το ζήτημα της λειτουργίας του φορολογικού μηχανισμού και το πως αυτός επηρεάζει το ύψος των συντελεστών και την δικαιοσύνη μεταξύ φορολογουμένων.

Το διαχρονικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι δεν υπάρχει ισότιμη αντιμετώπιση των φορολογουμένων από τον εισπρακτικό μηχανισμό. Όπως έχω ξαναπεί στο παρελθόν για πολύ μεγάλα διαστήματα τα ανώτερα οικονομικά στρώματα πλήρωναν φόρους σε καθαρά εθελοντική βάση. Και αυτό δεν ήταν μόνο ζήτημα φοροαπαλλαγών -σε αυτούς που τις χρειάζονταν λιγότερο- αλλά και ζήτημα ενός πελατειακού κράτους που επηρέαζε μέχρι και τον χειρισμό των φορολογικών υποθέσεων. Με απλά λόγια, όποιος ήξερε κάποιον Βουλευτή, Δήμαρχο, έφορο ή τοπικό παράγοντα μπορούσε να φοροδιαφεύγει ανενόχλητος εις βάρος τόσο των δημοσίων εσόδων όσο όμως και των ανταγωνιστών του.

Όμως η ισότιμη αντιμετώπιση των φορολογουμένων από των φοροεισπρακτικό μηχανισμό δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιοσύνης και ισονομίας. Είναι και προϋπόθεση της ανάπτυξης. Πώς θα έρθει ένας επενδυτής σε μια χώρα με ένα τέτοιο στρεβλό σύστημα; Πώς θα ανταγωνιστεί ένας καταστηματάρχης ή ένας ελεύθερος επαγγελματίας που είναι συνεπής απέναντι στο κράτος και τους εργαζομένους του (είτε από επιλογή είτε ακόμα και από ανάγκη), κάποιον που δεν κόβει αποδείξεις και δεν βάζει ένσημα γιατί μπορεί; Ακόμα περισσότερο πώς θα ανταγωνιστεί ένα Mall στην περιοχή του αν αυτό λάβει σωρεία ευεργετικών διατάξεων;

Προφανώς το πρόβλημα απέχει πολύ ακόμα από το να έχει λυθεί. Όμως η προσπάθεια η δική μας ήταν εξ’ αρχής να βελτιώσουμε αυτή την κατάσταση. Έχουμε κάνει ήδη πολλά βήματα για την ψηφιοποίηση του φορολογικού μηχανισμού με σημαντικά αποτελέσματα τόσο για την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη όσο και για την καλύτερη συλλογή πληροφοριών για την καλύτερη στόχευση των ελέγχων. Όμως η συλλογή πληροφορίας από μόνη της δεν επαρκεί. Θα πρέπει να συνδυάζεται και με τα κατάλληλα εργαλεία για την αξιοποίηση των πληροφοριών αυτών. Πράγμα που κάνουμε ήδη. Ενδεικτικά εντός του Υπουργείου Οικονομικών έχει αναπτυχθεί ένα εργαλείο που συγκρίνει τις τραπεζικές καταθέσεις με φορολογικές δηλώσεις για τον εντοπισμό αποκλίσεων. Τέλος έχουμε κάνει προσπάθεια για την εντατικοποίηση των ελέγχων που το 2018 ήταν αυξημένοι κατά 40% σε σχέση με το 2014.

Ο στόχος σε όλες αυτές τις προσπάθειες είναι, μέσω της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, να επιτύχουμε έναν δίκαιο διαμοιρασμό των φορολογικών βαρών και παράλληλα να δημιουργηθεί ο δημοσιονομικός χώρος που θα μας επιτρέψει να μειώσουμε τη φορολογία για όλους.

Και αυτό δεν είναι κάτι που μένει στα λόγια. Αλλά είναι κάτι που εφαρμόζουμε ήδη έμπρακτα και που έχουμε σαν σχέδιο να εφαρμόσουμε στο μέλλον. Γιατί οι επιτυχίες που έχουμε καταγράψει ήδη στο κομμάτι της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής είναι κομμάτι του δημοσιονομικού χώρου που έχουμε δημιουργήσει και των χρησιμοποιούμε για να μειώσουμε φόρους. Με αυτό τον τρόπο έχουμε αρχίσει να μειώνουμε το φόρο στις επιχειρήσεις από το 29% στο 25% σε τέσσερα χρόνια, έχουμε μειώσει τον ΕΝΦΙΑ για το 2019 (10% μεσοσταθμικά, 30% στις μικρές περιουσίες), έχουμε μειώσει το ΦΠΑ στην ενέργεια. Και κομμάτι του δημοσιονομικού χώρου που θα μας επιτρέψει να υλοποιήσουμε το σχέδιό μας για το 2019 – 2023 προέρχεται ακριβώς από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Και είναι σημαντικά τα μέτρα που έχουμε σχεδιάσει για το μέλλον, όπως η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για μεγάλο κομμάτι των φορολογουμένων και η μείωσή της για τους υπόλοιπους, η μείωση του πρώτου κλιμακίου στη φορολογία εισοδήματος, η περεταίρω μείωση του ΕΝΦΙΑ, η μείωση του ΦΠΑ.

Βέβαια η πολιτική μας δεν περιορίζεται στη μείωση των φόρων αλλά επενδύει και στη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους ως βασικό συντελεστή στην επίτευξη σταθερής ανάπτυξης και ενίσχυσης της καινοτομίας.

Στον αντίποδα η Ν.Δ. προτάσσει ένα μοντέλο που η ανάπτυξη θα έρθει με οριζόντια μείωση των φορολογικών βαρών και με αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς θεωρεί ότι αυτοί αποτελούν ανάχωμα στην επιχειρηματικότητα. Η πρόταση της ΝΔ όμως είναι κάτι που έχει ξαναδοκιμαστεί στο παρελθόν, χωρίς να επιφέρει τα επιθυμητά αποτέλεσμα. Ακόμη πιο σημαντικά όμως, η πρόταση της Ν,Δ,, με την επίφαση της δημιουργίας ίσων ευκαιριών, επιδιώκει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός δρα υπέρ του ισχυρού και όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά της προσέγγισης μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ.. Η Ν.Δ. θεωρεί ότι αν αφήσουμε την αγορά ανεξέλεγκτη –κυριολεκτικά και μεταφορικά- αυτή θα δώσει λύσεις για όλα. Εμείς λέμε ότι αυτό είναι συνταγή αποτυχίας. Ότι όπου εφαρμόστηκε είχαμε υπερκέρδη για τους λίγους και λιτότητα για τους πολλούς. Για αυτό προτείνουμε έναν άλλο δρόμο. Τον δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης που είναι πραγματικά για όλες και όλους. Και αυτό είναι ένα δίλλημα που αφορά τις ίδιες μας τις ζωές.