ΑΡΘΡΟ

Του Δημήτρη Μαυρόπουλου

Δάσκαλου

Διευθυντή στο 15ο Δημοτικό Σχολειό Δράμας «Γεώργιος Βιζυηνός»

Η συνείδηση του χρόνου είναι αυτή που συνδέει, από τη μία πλευρά το ένστικτο, και από την άλλη, με τη λογική και τη συνείδηση, αλλά και την βιολογική υποδομή με την κοινωνική διάσταση, και συμβάλλει ώστε ο άνθρωπος να υπερβεί την αδιάφορη αναπαραγωγή και να γίνει δημιουργικό ον.

Άλλωστε, όπως το διατύπωσε ο πατέρας της Εκκλησίας, «Ου το τεκνοποιείν ποιεί τον γονέα, αλλά το τεκνοτροφείν», όπου η γέννηση και ο θάνατος συγκροτούν ένα ευθύγραμμο τμήμα, του οποίου η αρχή και το τέλος είναι τοποθετημένα αδήριτα εχθρικά μεταξύ τους,.

Έτσι, επί παραδείγματι, το «καλός καγαθός» των Αρχαίων, η πολιτιστική και δημιουργική διάσταση, υπερπηδούσε το εμπόδιο που έθετε η φύση και η βιολογία και έκανε τον Επαμεινώνδα να αναφωνήσει, πριν αφήσει την τελευταία του πνοή στο πεδίο της μάχης, όταν κάποιος τον λυπόταν που πεθαίνει χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά, ότι «Όχι προς Θεού, αφήνω δυο κόρες, τη νίκη στα Λεύκτρα και τη νίκη στη Μαντινεία», είπε.

Ως εκ τούτου, είτε τα άτομα είτε οι λαοί που δεν πράττουν συνειδητοποιημένα, άρα ώριμα, οπότε είναι εγκλωβισμένοι στο «φαίνεσθαι», θα ακολουθούν ασθμαίνοντας την υμνημένη τυχαιότητα, έστω θα επικαλούνται την «αγαθή Τύχη» των Αρχαίων, δίχως όμως εκείνο το βουλητικό «έδοξε τη βουλή και τω δήμω», και την αδήριτη αναγκαιότητα.

Εν τέλει, η ελευθερία υπό αυτές τις συνθήκες θα είναι δυσδιάκριτη και απόμακρη αξία.

Ίσως, η υπαγωγή στην αρχαιοελληνική μυθολογία και στην Αγία Γραφή επεξηγεί πληρέστερα την παραπάνω παρατήρηση, δηλαδή την προτεραιότητα του πολιτισμού έναντι της φύσης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα διασαλευτούν οι ακρογωνιαίοι λίθοι της δεύτερης.

Ο Κρόνος φοβούμενος μήπως κάποιος από τους γιους του τον υποσκελίσει από τον θρόνο, έτρωγε τα παιδιά του. Τότε η Ρέα, η γυναίκα του, για να σώσει το έκτο παιδί τους, τον Δία, ανέβηκε στο όρος Ίδη της Κρήτης, ώστε να τον γεννήσει και σε αυτόν πρόσφερε, ξεγελώντας τον, μια φασκιωμένη πέτρα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ρέα αφενός υπάκουε, τυφλά, στο μητρικό ένστικτο αφετέρου πειθαρχούσε, άρχω δια της πειθούς, στον πολιτισμό, δηλαδή ακύρωνε την ανθρωποφαγία.

Μα και η διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, στο κεφάλαιο της Γενέσεως, με τα πρωτοτόκια του Ησαύ, τα οποία πούλησε έναντι πινακίου φακής στον αδελφό του Ιακώβ, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης νικήθηκε από το ελλόγιμο στοιχείο του πολιτισμού, αν μη τι άλλο επιβεβαιώνει την παραπάνω παρατήρηση.

Συγχρόνως, καταδεικνύει, ότι η μητέρα, η Ρεβέκκα, θα αναιρέσει κι αυτό το ίδιο το μητρικό ένστικτο, για να ευνοήσει τον έναν από τους δύο γιους, αυτόν που της ήταν πλησιέστερος, εγγύτερος, τον γεωργό και οικιακό κι όχι τον κυνηγό, αφού τον συμβούλεψε να υφαρπάξει την ευχή του πατέρα.

Η μητέρα, λοιπόν, ως θεματοφύλακας εθνικών, κατ’ επέκταση τοπικών αξιών, όχι τοπικιστικών, αφού αυτά, τα τελευταία, εκπροσωπούν συμφέροντα και όχι ενδιαφέροντα, συνιστούν οπισθοδρόμηση κι όχι εκσυγχρονισμό, προδίδουν την κοινοτικότητα και ενισχύουν τον ατομισμό, τέλος υποστέλλουν το δημόσιο χαρακτήρα και προάγουν την ιδιωτικότητα, ας έχουμε υπόψη την αρχαιοελληνική πόλη – κράτος, είναι αυτή που θα τις προασπίσει, επιβεβαιώνοντάς τες, όταν το τέκνο της τύχει να τις διασαλεύσει.

Καθώς ο βασιλιάς της Σπάρτης Παυσανίας θα «μηδίσει», η προδοσία του έγκειτο στο μιμητισμό του αλλότριου, άρα αντίβαινε την ξενηλασία, και συγκεκριμένα ενεδύετο λαμπρά και επιδίωκε την προσκύνηση, μάς το αναφέρει ο Ρωμαίος Κορνήλιος Νέπωνας, οι συμπολίτες του θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και αυτός τότε θα προσφύγει ικέτης στο ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς, για να σωθεί.

Παρεμπιπτόντως, και οι δούλοι στην αρχαία Αθήνα όταν κατέφευγαν ικέτες στο ναό του Ηφαίστου, σε μας γνωστός ως ναός του Ολυμπίου Διός, διάσωζαν την ζωή τους από την σκληρή τιμωρία που τους επιφύλασσαν οι κύριοί τους.

Σεβόμενοι το έθος, οι Σπαρτιάτες αφαίρεσαν τη στέγη και τοίχισαν την θύρα, ώστε ο Παυσανίας να πεθάνει από την ασιτία και το κρύο.

Λέγεται, ότι η μητέρα του συμμετείχε πρώτη σε αυτή την ενέργεια.

Είναι η μητέρα που θα θυσιάσει τόσο τη ζωή της όσο, συναινώντας, και τη ζωή των εγγονών της, όταν διακυβεύεται κάποιο υπέρτερο αγαθό, όπως αυτό της ελευθερίας και ανεξαρτησίας της πατρίδας.

Η Κρατησίκλεια, μητέρα του μεταρρυθμιστή βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη του Γ’ θα αποδεχτεί πρόθυμα και άνευ δεύτερης σκέψης να παραδοθεί ως όμηρος, μαζί με τα εγγόνια της, στον Πτολεμαίο της Αιγύπτου, ώστε ο τελευταίος να δεχτεί να συνάψει συμμαχία με τον γιο της εναντίον του Αντίγονου της Μακεδονίας, επιβουλέα της πατρίδας της.

Μάλιστα, θα διαμαρτυρηθεί, όταν έμαθε ότι ο γιος της ανέβαλε τον επικείμενο συμβιβασμό με τον Μακεδόνα βασιλέα, σκεφτόμενος την τύχη της γριάς μητέρας του και των παιδιών του.

Και η γενναιότητα, ο ηρωισμός διδάσκεται, πρωτίστως μέσω του παραδείγματος, αλλά και διασφαλίζεται τεχνηέντως από την καιροφυλακτούσα, παρούσα ή και επικείμενη δειλία.

Στη διαμαρτυρία του νεαρού Σπαρτιάτη, ότι το ξίφος που του παρέδωσε η μητέρα του ήταν κοντό, αυτή του απάντησε αποφθεγματικά, με προφανές νόημα, «κάνε ένα βήμα εμπρός» («[και] βήμα πρόσθες»).

Φαίνεται, ότι πολλές φορές η Ιστορία αθέλητα, ασυνείδητα ζει μέσα μας, όταν δεν τι διδασκόμαστε σκόπιμα, ηθελημένα, παραδειγματικά, μόνον τα πρόσωπα, οι χρονολογίες και τα γεγονότα αλλάζουν, εφόσον, όσον αφορά στην παραπάνω στιχομυθία, και ο Καραϊσκάκης σε μια επερχόμενη μάχη με τους Τούρκους θα δεχθεί την έντρομη απεύθυνση ενός παλικαριού του, «-Να, οι Τούρκοι έφτασαν πολύ κοντά μας», για να του απαντήσει χαμογελώντας, περιπαίζοντας το φόβο, «-Μα κι εμείς τώρα είμαστε πολύ, πάρα πολύ, κοντά τους; Γιατί φοβάσαι;».

Βέβαια, δεν ανέμενε κανείς κάτι άλλο, διαφορετικό, να ειπωθεί, αφού η προσφορά, πολύ δε περισσότερο, και επιβολή, της όποιας διάζευξης, εκ των προτέρων, καθιστούσε την απευκταία επιλογή ρυθμιστή της συμπεριφοράς, άρα αντικαθιστούσε την κοινότητα από το άτομο, αναπλήρωνε την αιωνιότητα με το εφήμερο και μετέτρεπε την Ιστορία, άρα και την αλήθεια, σε πραγματικότητα.

Τέτοια ήταν και η προτροπή, «ή ταν ή επί τας», και αυτή διατυπωμένη από μία μητέρα, όπου η ασπίδα, «ή να φέρεις πίσω την ασπίδα νικητής ή να σε φορτώσουν πάνω σ’ αυτήν νεκρό», έκφραση της συλλογικότητας, είτε σήμαινε κόσμημα, άρα επιβεβαίωση του κόσμου, δηλαδή της ζωής, είτε επιβράβευση της μνήμης, δηλαδή του θανάτου, συνιστώσα ενός κόσμου που διαιωνίζεται, δεν παραιτείται και κυρίως δεν απώλεται αμαχητί.

Λέγεται, δίχως να προσφύγουμε στην ανάλυση των ανθρώπινων χαρακτήρων από τον Θεόφραστο, τον Μονταίνιο ή και τον Ανδρέα Λασκαράτο, ότι η εκδίκηση χαρακτηρίζει τους αγνώμονες και τους αχάριστους.

Ταυτόχρονα, εξαιρούμε τον διαχρονικό ευαγγελικό λόγο, «εάν ουν πεινά ο εχθρός σου, ψώμιζε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν·[…]» έκφραση της μετάνοιας και της συγχωρετικότητας, δηλαδή μιας οικουμενικότητας και αιωνιότητας.

Τότε η εκδίκηση εμφανίζεται να είναι ο αγώνας της μνήμης εναντίον της λήθης, διότι οι ζωντανοί εν ονόματι των νεκρών το παραγγέλλουν, «Κι αν διψάσεις, μην το πιείς /από τον κάτου κόσμο / το νερό της αρνησιάς, / φτωχό κομμένο δυόσμο!», κατά τον ποιητή του «Τάφου», και επιβεβλημένη αποκατάσταση της διασαλευθείσας δικαιοσύνης.

Έτσι, μια μητέρα από την Κυπαρισσία θα στείλει τηλεγράφημα στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης Ιωάννη Μεταξά, όταν της ανακοινώθηκε ότι ο γιος της έπεσε ηρωικώς στις επιχειρήσεις της Κλεισούρας, τον Φεβρουάριο του 1941, με τον οποίο γνωστοποιούσε ότι παρήγγειλε στους άλλους τέσσερις στρατευμένους γιους της να εκδικηθούν τον θάνατο του αδελφού τους. Κι όχι μόνο αυτό. Παρακαλούσε να κληθούν ονομαστικά και οι άλλοι τέσσερις, οι οποίοι ήταν στην εφεδρεία, αφενός όταν το απαιτούσε η ανάγκη της πατρίδας αφετέρου για να εκδικηθούν, όταν θα χανόταν κι άλλος γιός της.

Επ’ αυτού, ο Καζαντζάκης στο «Ταξιδεύοντας. Αγγλία», διασώζει τον λιτό, ανεπιτήδευτο λόγο μίας Αγγλίδας μητέρας, η οποία στην επιτύμβια στήλη του γιου της, που έπεσε ηρωικά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έγραψε, «Έπαιξε καλά το παιχνίδι», τονίζοντας, ταυτόχρονα, τον σημαντικότατο ρόλο του σχολείου, άρα και των δασκάλων, στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, ηγετικό και πειθαρχικό, σίγουρα τελεσφόρο, των μαθητών.

Σε αυτούς τους γιους που η συγκυρία των καιρών τους ανέκοψε πρόωρα το νήμα της ζωής, όχι άδικα, όπως ισχυριζόμαστε, μια που η θεϊκή και συμπαντική δικαιοσύνη αφενός ταυτίζεται με την ελευθερία, «το πνεύμα όπου θέλει πνει» αφετέρου με την αιωνιότητα, είναι οι μητέρες που θα μπορούσαν να τους πουν, με το λόγο του λογοτέχνη, «[…] / άλλοι επήραν τον ανθό / και συ τη ρίζα πήρες / […]».

Αν απαιτηθεί, ο θύμος και το παράπονο της μητέρας θα στραφεί και ενάντια στους θεούς, όταν οι τελευταίοι αθετούν τις υποσχέσεις και τα συμφωνημένα ή έτι περισσότερο συμβάλλουν ενεργητικά στο χαμό του ευνοουμένού τους.

Ο Καβάφης στο ποίημά του «Απιστία» τούτο θα το αποδώσει δραματικά στην περίπτωση της απώλειας του Αχιλλέα κατά τον τρωικό πόλεμο, με το στόμα της Θέτιδος, «[…].Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη·/ και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων, / πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια / έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης / όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.[…]».