ΑΡΘΡΟ
Του Δημήτρη Μαυρόπουλου
Δάσκαλου
Διευθυντή στο 15ο Δημοτικό Σχολειό Δράμας «Γεώργιος Βιζυηνός»

Ο Μαρξ στην «Η 18η Μπρύμαιρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» θα επικαλεστεί τον Έγελο, για να τονίσει ότι τα ιστορικά πρόσωπα, εγώ θα προέβαινα στη διάκριση μνημειωδών και μνημειακών προσώπων, καθώς και τα κοσμοϊστορικά γεγονότα, παρουσιάζονται στο ιστορικό προσκήνιο δύο φορές, αλλά, θα προσθέσει, άλλοτε ως τραγωδία και άλλοτε ως φάρσα.
Μολονότι, θα συμπλήρωνα ότι και οι «γελωτοποιοί», αν ο λόγος είναι για την φάρσα, μπορεί να είναι τραγικά πρόσωπα, που η παρουσία τους, ο λόγος και η δράση τους λυτρώνει εαυτούς και αλλήλους, οδηγεί από το σκοτάδι στο φως, από τις πραγματικότητες στην αλήθεια, να σαν τον Πέτρο Γκουερέν, από το διήγημα του Ανατόλ Φρανς, «Η Παναγία και ο κλόουν», τον «Δον Κιχώτη» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, από το ομώνυμο μυθιστόρημα, τον ήρωα από «Το υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, αυτόν «παρά την υπετροφική του συνείδηση, νομίζει τον εαυτό του σαν έναν ποντικό κι όχι σαν άνθρωπο».
Υπάρχει κι εκείνη η διήγηση με τον γελωτοποιό του βασιλιά, όπου ο άναξ του χάρισε ένα μπαστούνι, με την εντολή να το δώσει σε όποιον έβρισκε πιο κουτό από αυτόν. Όταν ο βασιλιάς ψυχορραγούσε στην επιθανάτια κλίνη και ο γελωτοποιός θέλησε να τον αποχαιρετήσει, τον ρώτησε αν έφευγε, με νόημα, πνευματικά προετοιμασμένος, για να λάβει αρνητική απάντηση. Τότε δικαίως, το μπαστούνι άνηκε σε αυτόν.
Τούτο, μου θυμίζει το θυμόσοφο λόγο του θρακιώτικη πρόσφυγα παππού: «μη σκιάζεσαι, να προετοιμάζεσαι», έλεγε.
Μπαίνω στο πειρασμό να σκεφτώ μήπως και οι «αυλικοί θεολόγοι», όπως και οι αυλικοί ποιητές, από την αρχαιότητα – γι’ αυτό ο Πλάτων ένεκα της «πολιτείας» του στην αυλή του Διονυσίου Β’ εισέπραξε την χλεύη του κυνικού Διογένη, τα ελληνιστικά χρόνια, την Αναγέννηση έως και σήμερα, π.χ. ο Έγελος, ας συμπεριλάβω και αυτούς που «ασυνείδητα», «έμμεσα» υπηρέτησαν τους σκοπούς αλλότριων θεσμών, όπως το Ίδρυμα Φορντ, δεν εμπίπτουν στον εκρηκτικό συγχρωτισμό τραγικότητας και γελοιότητας, όπου «υπηρετώ», το κατεστημένο, ήτοι την σκλαβιά, και «υπηρετούμαι» από την εξουσία, για την ελευθερία, χάριν, υποτίθεται, του πνευματικού έργου και της ίδιας της ζωής μου, αρκετά συχνά ήταν δυσδιάκριτο έως αόρατο.
Κι αν θεωρήσουμε, ότι αυτό που ακολουθεί είναι γελοίο ή και γελοιογραφικό, ενώ αυτό που προηγήθηκε ήταν σοβαρό ή και σοβαροφανές, μπορούμε, άραγε να υποθέσουμε, αν όχι να συμπεράνουμε, ότι η εσώτατη σχέση εξάρτησης που συνδέει πρόσωπα ή και γεγονότα είναι η ανάγνωση, το διάβασμα των έργων, κυριολεκτικώς, πνευματικών, έστω κειμένων, εικόνων, κ.ο.κ. καταγραμμένων, ή και, μεταφορικώς, μέσω της ερμηνείας και των σχολίων, υλικών, ενεργειών, πράξεων των συγχρόνων δρώντων προσώπων.
Κάποτε είναι αναγκαίο να γνωρίζεις τι διάβαζαν οι ιστορικές προσωπικότητες, ώστε να κατανοήσεις αφενός το κίνητρο και τις προθέσεις των λόγων και των πράξεών τους αφετέρου και το αποτέλεσμα των ενεργειών τους.
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, υποστήριζε σε ένα δοκίμιό του, ότι ο συλλέκτης μιας βιβλιοθήκης, τα βιβλία που διαβάζει «Δεν ζωντανεύουν αυτά μέσα του», αλλά, αντίθετα, «Εκείνος ζει μέσα τους».
Κατά κάποιον τρόπο τα βιβλία που διαβάζουμε λαμβάνουν χαρακτήρα αποκαλυπτικό, ενώ αυτά τα βιβλία που μας διαβάζουν λαμβάνουν χαρακτήρα αποκαλυπτικό.
Τα πρώτα ικανοποιούν την ανάγκη του εαυτού να περαιωθεί στον κόσμο, ιδωμένου ως δημιουργία, ενώ τα δεύτερα «φέγγουν» τις ενέργειες του δημιουργού, δηλαδή την ομορφιά, την ευταξία και την καλοσύνη, στο υποκείμενο.
Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να προσεγγιστεί και ο στίχος του Παλαμά, για την Ιλιάδα του Ομήρου, «Ω μεγαλόχαρο βιβλίο σε καρτερούσα μάθημα, κ’ εσύ ήρθες θάμα».
Όπου κάθε «θαύμα» είναι έκφραση χειραφέτησης, δεν υφίστανται θαύματα «καθ’ υπαγόρευσιν», ενώ κάθε μάθημα σπουδή στην ανάγκη.
Αν είναι αδύνατο να φτάσεις στον ενδόμυχο κόσμο κάποιου, μια που αυτός είναι ερμητικά κλεισμένος και απασφαλίζεται μόνον αφ’ εαυτού του, καίτοι ο Ντοστογιέφσκι επιχείρησε την κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, με σκοπό να την απαλύνει από τα πάθη ή οι αρχαίοι τραγωδοί, όπου την εξέθεσαν, για να τη λυτρώσουν, στις ορχήστρες των θεάτρων ή όπως κάποιοι την υπερασπίστηκαν, για να την νοηματοδοτήσουν, στα μαρμαρένια αλώνια, σαν τον Διγενή Ακρίτα ή την συμβολοποίησαν, όπως η Άννα Καρένινα πέφτοντας στις ράγες ενός τρένου, τότε η βιβλιοθήκη ενός εκάστου αφενός συνιστά τον καθρέπτη του ειδώλου του αφετέρου συγκροτεί τα γυαλιά οράσεως, που δανειζόμαστε, με τα οποία ερμηνεύουμε, σχολιάζουμε την προσωπικότητά του, τις σκέψεις, τις επιθυμίες και το όραμά του.
Επί παραδείγματι, ο Αλέξανδρος ο Μέγας διάβαζε την Ιλιάδα του Ομήρου, την οποία είχε κάτω από το προσκέφαλό του, και συγκεκριμένα μελετούσε τα κατορθώματα του Αχιλλέα, ως εκ τούτου εξ αυτού του γεγονότος μπορείς να επεξηγήσεις την αναντίρρητη γενναιότητα και την αλόγιστη τόλμη του.
Τυχαίνει αυτό που διαβάζει κανείς, έστω κι αν προσωπικά το ακούει από το στόμα του δασκάλου, να θέλει να είναι μοναδικό, αποκλειστικό δικό του, διότι έτσι από τη μια πλευρά κατέχει γνώση άγνωστη στους άλλους, από την άλλη ενδύεται αυθεντικότητα και κύρος.
Εξού, και η διαμαρτυρία του Αλέξανδρου προς τον Αριστοτέλη, όταν του τελευταίου η διδασκαλία, τα «ακροαματικά», εξεδόθησαν προς ανάγνωση και μελέτη από τους πολλούς άλλους.
Μάλλον, ο Αλέξανδρος υιοθετούσε την μυστηριακή ελευσίνια φράση «εκάς οι βέβηλοι», η οποία κοσμούσε την είσοδο της πυθαγόρειας σχολής στον Κρότωνα, ενώ αντίστοιχα η φράση «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω» στεκόταν πάνω από την είσοδο της Ακαδημίας του Πλάτωνα, που στον Συκουτρή έγινε «Μηδείς αφιλοσόφητος εισίτω».
Κάποτε ένα βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει σαν το μίτο της Αριάδνης, δηλαδή να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τον κοινωνικό, έστω και τον προσωπικό, Λαβύρινθο της απομόνωσης, της απραξίας, του αδιεξόδου, της απόγνωσης, της αποθάρρυνσης, στον οποίο κυριαρχεί ο Μινώταυρος, ήτοι ο αδηφάγος υλισμός, ο κυριαρχικός καταναλωτισμός, ο πλεονεκτικός εξουσιασμός, και όπου το μέλλον, στο πρόσωπο των 14 Αθηναίων νέων, 7 αγοριών και 7 κοριτσιών, πληρώνει τον βαρύ φόρο του αίματος της ήττας, της αποτυχίας, της διάψευσης.
Τούτο, συνέβη με τον Ντοστογιέφσκι.
Εμφορούμενος από τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού συμμετείχε σε συνωμοτική δράση της Λέσχης Πετρασέφσκι, η οποία αποκαλύφθηκε και αντιμετώπισε τον ατιμωτικό θάνατο. Πριν την εκτέλεσή του, τού ανακοίνωσαν ότι ο Τσάρος του έδωσε χάρη και η ποινή του μεταβλήθηκε σε εξορία στην παγερή Σιβηρία. Το ρωσικό έθος να συμπάσχει ο λαός με τους κατάδικους, τον εφοδίασε, συν τοις άλλοις, με μία Αγία Γραφή. Στην ερημία του το «βιβλίο των βιβλίων» τού στάθηκε αποκούμπι. Ο Ντοστογιέφσκι ανένηψε, «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας», έγραφε ο Σαρτρ ή «πρώτα να ζούμε και μετά να φιλοσοφούμε», πρόσθεταν οι Λατίνοι, ώστε να διαπιστώσει, ότι «Τα άλλα βιβλία τα διαβάζω, η Βίβλος όμως διαβάζει εμένα».
Κάποτε η αιτιώδης σχέση που διέπει τον συλλέκτη των βιβλίων, μέσω της ανάγνωσής τους και της βιβλιοθήκης του, αποτελούν αδιάσειστη μαρτυρία για την γενικότερη, κοινωνική στάση του.
Ένας από τους βιογράφους του Στάλιν διέσωσε την πληροφορία, ότι ο μετέπειτα ηγέτης της ΕΣΣΔ, όταν ήταν σπουδαστής στο εκκλησιαστικό σχολείο της Τιφλίδας εγγράφει στο ποινολόγιο, διότι βρέθηκε να διαβάζει έργα του Βίκτωρα Ουγκώ, τους «Εργάτες της θάλασσας» και το «Ενενήντα τρία», βιβλία που εμπεριέχονταν σε ένα ιδιότυπο Index Librorum Prohibitorum (κατάλογος απαγορευμένων βιβλίων). Πέραν τούτου, στη βιβλιοθήκη του ηγέτη της νεότευκτης Σοβιετικής Ένωσης, «ex libris – Biblioteka I. V.» θα έβρισκε κανείς κλασικούς μυθιστοριογράφους, Ρώσους και ξένους.
Απεναντίας, με ότι θα νόμιζε κανείς, ο ηγέτης της ναζιστικής Γερμανίας, ορμώμενοι από την αναδίφηση της βιβλιοθήκης του, «Ex Libris Adolf Hitler», δεν μελετούσε τον Φρειδερίκο Νίτσε, όπως θα ανέμενε κανείς ένεκα των θεωριών του, της «θέλησης για δύναμη» και του «υπεράνθρωπου». Οδηγός του ήταν οι συγγραφείς με φυλετικό προσανατολισμό, όπως ο Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλαιν, ο Χένρυ Φορντ.
Επίσης, ο Χίτλερ διάβαζε τον Καρλάυλ και συγκεκριμένα το πόνημά του με την βιογραφία του Φρειδερίκου του Μεγάλου, του πεφωτισμένου μονάρχη, από την οποία αντλούσε έμπνευση, κατά την άνοδο του Ράιχ, και, αλλοίμονο, απάλυνση, όταν το τέλος στεφάνωσε το έργο.
Εκτός από τους πραγματικούς ήρωες, με σάρκα και οστά, και οι λογοτεχνικοί ήρωες ήταν επηρεασμένοι ή και εγκλωβισμένοι από τα διαβάσματα των βιβλίων.
Ο Θερβάντες αφηγείται, ότι ο Δον Κιχώτης διάβαζε μετά μανίας ιπποτικά μυθιστορήματα, σε μια εποχή, που το ιπποτικό ιδεώδες είχε εκφυλιστεί δραματικά, για να αναδειχτεί έτσι σε ένα τραγικό πρόσωπο που ο βίος του σηματοδοτήθηκε με υπεριστορικό νόημα, – αποδεικνύοντας ότι το συλλογικό ιδανικό αξίζει, κι όχι το ατομικό, όπως, επίσης, ότι η δράση των δρώντων προσώπων, έστω και του προσώπου ως ηγέτη, πρέπει να κατευθύνεται να αλλάξει τις κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή είτε να ανατρέψει το κατεστημένο είτε να το αλλοιώσει, εν συνεχεία, για να υλοποιηθεί, να πραγματοποιήσει το όραμα του, -καίτοι έδρασε μέσα στην πραγματικότητα είτε της παρακμής είτε της μετάβασης, αλλαγής του κόσμου.


