
Του Αρχιμανδρίτη π. Γεράσιμου Βλατίτση
Οἱ Μητροπόλεις, οἱ Ναοί καί τά Μοναστήρια ὑπῆρξαν καθ᾿ ὅλη τήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας τά καταφύγια τῶν ὑποδούλων, ἀλλά καί οἱ φάροι, οἱ ὁποῖοι ἀκατάπαυστα ἀκτινοβολοῦσαν τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἐλπίδος τῆς ἐθνικῆς ἀναστάσεως. Όταν μέ ρωσική ὑποστήριξη ὁ σουλτάνος Ἀμπντούλ Χαμίτ ἵδρυσε τό 1870 τήν Βουλγαρική Ἐξαρχία στήν Κωνσταντινούπολη, οἱ Βούλγαροι θέλησαν νά προσαρτήσουν σέ αὐτήν τίς 30 ἀπό τίς 49 ἐπισκοπές τῆς Μακεδονίας, τῆς ἑλληνικῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας καί τῆς Θράκης. Τό Πατριαρχεῖο ἀμέσως ἀντελήφθη, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτή θά προκαλοῦσε διάσπαση τῶν Ὀρθοδόξων πληθυσμῶν καί ἐκβουλγαρισμό τῶν Ἑλλήνων. Γι᾿ αὐτό κατεδίκασε τό 1872 τήν Ἐξαρχία ὡς σχισματική καί προσεπάθησε νά τονώση τήν ἑλληνική ἐθνική συνείδηση. Παράλληλα ὅμως, καί ἡ Ἐξαρχία προσεπάθησε νά προσελκύση τούς σλαβόφωνους πληθυσμούς κατ᾿ ἀρχάς εἰρηνικά, ἱδρύοντας σχολεῖα σλαβόφωνα στά ὁποῖα διώρισε βουλγάρους δασκάλους καί τελώντας τήν Θεία Λειτουργία μέ βουλγάρους ἱερεῖς στά σλαβονικά, ὥστε νά εἶναι περισσότερο κατανοητή ἀπό τήν τελουμένη στά Ἑλληνικά. Ἀλλά, μετά τήν καταδίκη τῆς Ἐξαρχίας, ἔγινε συνείδησις στόν λαό, ὅτι ἐξαρχικός σημαίνει βούλγαρος καί πατριαρχικός σημαίνει Ἕλληνας. Ἔτσι πολλά χωριά, πού εἶχαν προσχωρήσει μέν στήν Ἐξαρχία, ἀλλά εἶχαν ἑλληνική συνείδηση, ἔφυγαν ἀπό αὐτήν. Τό γεγονός αὐτό ἐξώργισε τούς βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε προσπάθησαν νά προσαρτήσουν στήν Ἐξαρχία Ναούς, Μοναστήρια, σχολεῖα, ἱερεῖς καί προύχοντες, εἴτε μέ τά ὅπλα, εἴτε μέ ἀπειλές, ξυλοδαρμούς καί βιαίους θανάτους. Οἱ κομιτατζῆδες, μέ τήν ἀνοχή τῶν τούρκων, προέβαιναν σε “ἀθώων και ἀόπλων ἐκβιάσεις, ληστεῖες, δολοφονίες ἀνδρῶν καί γυναικῶν, βασανιστήρια ἱερέων, ἰατρῶν καί δασκάλων, κατακρεουργήσεις, ἐμπρησμούς ναῶν, ἀναρχία, γενική τρομοκρατία, πλημμύρες αἵματος”, ὅπως ἀναφέρει βρετανός διπλωμάτης τό 1903.
Στίς θυσίες γιά τήν ἐλευθερία δέν ἦταν δυνατόν νά εἶναι ἀπόντες οἱ κληρικοί παντός βαθμοῦ, διότι εἶναι σάρκα ἀπό τήν σάρκα τοῦ Ἔθνους. Ὁ ἑλληνικός Κλῆρος δέν ξεχώρισε ποτέ -καί δέν ξεχωρίζει- τόν ἑαυτό του ἀπό τόν λαό, ὅπως συνέβαινε στήν φεουδαρχική Εὐρώπη. Πάντοτε ὑπέφερε καί συσταυρώθηκε μαζί του στίς διάφορες δοκιμασίες και μάλιστα προτοπόρος. Ἡ παράδοση τοῦ ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ κλήρου εἶναι τό «συγκακουχεῑσθαι τῷ λαῷ τοῡ Θεοῦ» (Εβ. 11, 25). Η Εκκλησία μόνον μέ τήν πίστη στόν Χριστό καί τήν ἀγάπη τοῦ λαοῦ, ἐπετέλεσε τό καθῆκόν της, ὅπως ἀπαιτοῦσαν οἱ χαλεποί καιροί. Οἱ Ἱεράρχες, ἐκμεταλλευόμενοι τήν δύναμη πού τούς ἔδινε ἡ θέση τους ἀπέναντι στίς τουρκικές Ἀρχές, ἀσκοῦσαν ἀπόλυτη ἐξουσία στόν διορισμό ἑλληνοψύχων καί γενναίων δασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἐδίδασκαν στούς ὑποδούλους τήν ἑλληνική γλῶσσα καί διατηροῦσαν ἄσβεστο τόν πόθο γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας καί τήν ἔνωση μέ τήν Ἑλλάδα. Οἱ Μητροπολίτες ἀνεδείχθησαν οἱ πρῶτοι ἀγωνιστές τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Οἱ Μητροπόλεις ἔγιναν στρατηγεῖα. Οἱ Ναοί καί τά Μοναστήρια, ἀσφαλῆ κρησφύγετα τῶν Μακεδονομάχων καί ἀποθῆκες ὅπλων. Οἱ Ἱερεῖς καί οἱ Μοναχοί, οἱ φύλακες ἄγγελοι τῶν καταδιωγμένων, οἱ καλοί Σαμαρεῖτες τῶν τραυματιῶν, οἱ προμηθευτές τροφῶν, ὅπλων καί πυρομαχικῶν, οἱ μόνιμοι σύνδεσμοι τῶν ἀγωνιστῶν, ἡ ψυχή ὅλων τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Ἀγῶνα.
Τόν κεντρικό συντονισμό τῆς ἑλληνικῆς ἀντιστάσεως εἶχε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Οἱ Πατριάρχες Κωνσταντῖνος Ε’ ὁ Βαλλιάδης (1897-1901) καί Ἰωακείμ Γ’ (1901-1912) ἀντικατέστησαν σέ πολλές Μακεδονικές Μητροπόλεις τούς ἐπισκόπους, πού εἴτε δέν εἶχαν τήν ἀπαιτουμένη ἱκανότητα εἴτε ἐπεδείκνυαν φιλοβουλγαρικές τάσεις, μέ ἄλλους, νέους στήν ἡλικία, μεταξύ 34 ἕως 39 ἐτῶν, ἀλλά μέ φλογερή ἀγάπη γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα, εὐφυΐα ὀξυδερκῆ, παράστημα ἀρρενωπό καί ἐπιβλητικό, μόρφωση ἐξαιρετική, γλωσσομάθεια, φρόνημα ἀκμαῖο καί ἀκατάβλητο, ἡρωισμό, γενναιότητα καί δεινότητα ρητορική καί διπλωματική. Μερικοί ἀπό τούς φλογερούς αὐτούς πατριῶτες νέους Ἱεράρχες, πού ἐτέθησαν ἀποφασισμένα ἐπικεφαλῆς τοῦ πολυμόρφου ἀγῶνα γιά τήν διάσωση τῆς Μακεδονίας εἶναι ὁ θρυλικός Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης, ὁ Πελαγονίας Ἰωακείμ Φορόπουλος, ὁ Νευροκοπίου Θεοδώρητος Βατματζίδης, ὁ Θεσσαλονίκης Ἀλέξανδρος Ρηγόπουλος, ὁ Σερρῶν Γρηγόριος Ζερβουδάκης, ὁ Μελενίκου Εἰρηναῖος Παντολέοντος, ὁ Βοδενῶν Στέφανος Δανιηλίδης, καί ὁ διάδοχός του Νικόδημος, ὁ Γρεβενῶν Αἰμιλιανός Λαζαρίδης, ὁ Κορυτσᾶς Φώτιος Καλπίδης, ὁ Δυρραχίου Προκόπιος καί ὁ Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης. Αὐτοί κυρίως ἀνέλαβαν τήν ἀποστολή τῆς διασώσεως τῆς Μακεδονίας ἀπό τήν πανσλαβική ἀπειλή.
Λιγότερο γνωστή, ἀλλά ἐξίσου σημαντική, ὑπῆρξε ἡ προσφορά τῶν διασπάρτων Μοναστηριῶν τοῦ Μακεδονικοῦ χώρου. Οἱ Μονές ἀπετέλεσαν συχνότατα χώρους περιθάλψεως, ἀναπαύσεως καί διασώσεως τῶν ἀγωνιστῶν, ἐλειτούργησαν ὡς τόποι ἐξορμήσεως ἀνταρτικῶν σωμάτων καί ἔγιναν κρυσφήγετα καί ἀποθῆκες πολεμοφοδίων. Γι᾿ αὐτό Ἡγούμενοι καί Μοναχοί εὑρῆκαν τραγικό θάνατο.
Ἀνάμεσα στά δεκάδες Μοναστήρια τῆς Μακεδονίας, πού ἐλειτούργησαν ὡς θεματοφύλακες τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων καί ἰδεῶν καί διεδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο κατά τήν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνα, ήταν η Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή μονή Εικοσιφοινίσσης του Παγγαίου όρους με την διαχρονική θυσιαστική και αιμάσουσα προσφορά στο Γένος.
Μεγάλος Ἱεράρχης καί ἀγωνιστής ἦταν ὁ Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης. Ἀποτέλεσμα τῆς δυναμικῆς ἐθνικῆς του δράσεως ἦταν νά ἀνακληθῆ στήν Κωνσταντινούπολη ὑπό τήν πίεση τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καί ἀργότερα νά μετατεθῆ στήν Σμύρνη, ὅπου κατά τήν τραγική Μικρασιατική καταστροφή κατακρεουργήθηκε τήν 9η Σεπτεμβρίου 1922 ἀπό τούς τσέτες, πού κυριολεκτικά τόν ἔλιωσαν, τόν ἔσερναν ζωντανό στούς δρόμους, στά στενά καί στά καλντερίμια τῆς Σμύρνης, τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια, τοῦ ἔκοψαν τά χέρια καί ξερίζωσαν τά μαλλιά καί τά γένιά του, ἐνῷ ἐκεῖνος τούς εὐλογοῦσε ὅσο εἶχε ἀκόμη τό δεξί του χέρι, μέχρι νά τοῦ τό κόψουν. Θά ἀναφέρω δύο χαρακτηριστικά ἀπό κείμενά του. Γράφει ὁ ἅγιος ἐθνοϊερομάρτυρας Χρυσόστομος Σμύρνης στόν Ἕλληνα πρεσβευτή στήν Κωνσταντινούπολη, λίγο πρίν τήν ἀναγκαστική μετάθεσή του ἀπό τήν Δράμα: «Ζητῶ Σταυρόν, μεγάλον Σταυρόν, ἐπί τοῦ Ὁποίου θά δοκιμάσω εὐχαρίστησιν, καθηλούμενος καί μή ἔχων τι ἕτερον νά δώσω πρός σωτηρίαν τῆς ἡμετέρας λατρευτῆς πατρίδος, εἰ μή τό Αἷμά μου. Οὕτως ἐννοῶ τό ἐπ᾿ ἐμοί τήν Ζωήν καί τήν Ἀρχιερωσύνην». Ἔγραφε καί γιά τόν θάνατο τοῦ Κορυτσᾶς Φωτίου: «Ἔκλαυσα, ἔκλαυσα ὡς παιδίον μικρόν διά τόν οἰκτρόν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ Φωτίου. Αἰωνία ἡ μνήμη του. Τίς οἶδε καί ὁποίους ἄλλους ἀδελφούς καί ἴσως-ἴσως καί τόν γράφοντα αὐτόν ἀναμένει ἡ αὐτή τύχη». Καί ὄντως, μετά ἀπό 16 χρόνια οἱ λόγοι του αὐτοί ἀπεδείχθησαν προφητικοί καί βρῆκαν τήν ἐπαλήθευσή τους στόν τραγικό θυσιαστικό θάνατό του.
Στόχος των κομιτατζήδων είναι κυρίως οι ηγέτες του αγώνα. Τη νύχτα της 6ης προς την 7η Ιουλίου 1906 τέσσερις Βούλγαροι κομιτατζήδες επιτέθηκαν με χειροβομβίδες στην Κοινοτική Λέσχη-Καζίνο της Δράμας και σκότωσαν το μέλος της ελληνικής οργάνωσης Κ. Παπαδημητρίου. Το βράδυ αυτό Βούλγαροι κομιτατζήδες δολοφόνησαν στην Καλή Βρύση τον Έλληνα ιερέα Ιωάννη Παπαεμμανουήλ και στην Πετρούσα τον πρόεδρο Δημήτριο Μαδεμλήκαι τους προκρίτους Αντώνιο Γκάιντα και Γεώργιο Μαρινίδη. Η οικογένεια των Κομβόκηδων πυρπολείται μέσα στο σπίτι της. Αποκορύφωμα της απάνθρωπης συμπεριφοράς Τούρκων και κομιτατζήδων αποτελεί η καταδίκη σε θάνατο δι’ απαγχονισμού του νεαρού ήρωα μάρτυρα Άρμεν Κούπτσιου από το Βώλακα στην πλατεία της Δράμας, γιατί είχε καταστεί το φόβητρο των κομιτατζήδων και ο πονοκέφαλος των Τούρκων για πολλές εξοντώσεις.
Στο πάνθεο των ηρώων του Μακεδονικού Αγώνα εντάχθηκε και ο ιερέας της Καλής Βρύσης Παπαγιάννης Παπαεμμανουήλ λόγω της προβολής αντίστασης στην υλοποίηση των σχεδίων αφελληνισμού του καζά της Δράμας από τους κομιτατζήδες. Προαισθανόμενος το τέλος του ο Παπαγιάννης απέστειλε επιστολή προς τον Χρυσόστομο να μεριμνήσει για την τύχη των παιδιών του μετά τη δολοφονία του. Με το διορισμό ως Γενικού Επιθεωρητή του Χουσεϊν Χιλμή Πασά στη Μακεδονία, η κατάσταση στον καζά της Δράμας επιδεινώθηκε. Οι κομιτατζήδες αφηνίασαν. Με αρχικομιτατζήδες τους Πανίτσα, Σαντάνσκη, Σαράφωφ, Ζαπράνωφ, Δάεφ, Χατζηγκεωργκίεφ και άλλους ενσπείρουν τον τρόμο στον καζά της Δράμας. Μάλιστα ο Τεοντόρ Πανίτσα είναι ο πρωτεργάτης της λεηλασίας των χειρογράφων και κειμηλίων από την παλαίφατη Ιερά Μονή της Εικοσιφοινίσσης το 1917, τα οποία σήμερα ασφυκτιούν στο ιστορικό μουσείο της Σόφιας και στο Ινστιτούτο Ιβάν Ντούιτσεφ.
Στις 23 Οκτωβρίου του 1903 ο Θεοδώρητος Βασματζίδης [† 15 Αυγούστου 1907] εξελέγη Μητροπολίτης Νευροκοπίου και Ροζλοκίου και εγκαταστάθηκε στην έδρα του στις 29 Δεκεμβρίου 1903. Αμέσως διαπίστωσε την υποχώρηση της ελληνικής εκπαιδεύσεως στην περιοχή, την οποία απέδωσε στην «οικονομική καχεξία» της ελληνικής Ορθοδόξου κοινότητος. Παράλληλα, η βουλγαρική προπαγάνδα οργίαζε και χρησιμοποιούσε κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, για να εξαναγκάσει τους κατοίκους να απαρνηθούν την ελληνικότητά τους και να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχία. Η έκρυθμη κατάσταση αντιμετωπίστηκε χάρις στην εμπνευσμένη ηγεσία και την καθημερινή παρουσία του Μητροπολίτη Θεοδώρητου, ο οποίος, με την αμέριστη συμπαράσταση και την ολόπλευρη στήριξη του τότε Μητροπολίτη Δράμας και μετέπειτα εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου, συνέτρεξε τους Έλληνες της περιφέρειάς του, που αμύνθηκαν με σθένος.
Ο Χρυσόστομος αντιμετωπίζει την κατάληψη των πατριαρχικών εκκλησιών από τους εξαρχικούς. Με την επέμβασή της η Υψηλή Πύλη, που εξακολουθεί να εφαρμόζει το δόγμα του «διαίρει και βασίλευε» υποχρεώνει τους πατριαρχικούς χριστιανούς να τελούν τη θεία λειτουργία εναλλάξ με τους εξαρχικούς. Είναι κάτι που συγκεντρώνει την οργή του Χρυσοστόμου, ο οποίος περιέρχεται την ύπαιθρο και πείθει όσους παγιδεύτηκαν και προσχώρησαν στην Εξαρχία, να επανέλθουν στο οικουμενικό πατριαρχείο και μαζί να αποδοθούν οι καταληφθείσες εκκλησίες, στους πατριαρχικούς, με τον ιδρώτα και τους κόπους των οποίων κτίσθηκαν. Το φαινόμενο παρατηρείται στην Πλέβνα, στο Πουμπλήτσι, στο Βώλακα, στην Κουμπάλιστα, στη Βησσοτσάνη και στην Προσοτσάνη. Μια τέτοια πολιτική στον τομέα των εκκλησιών επιδίωξε η Υψηλή Πύλη με τον Γεν. Επιθεωρητή Μακεδονίας Χιλμή Πασά να εφαρμόσει και στα κοινωφελή ιδρύματα, όπως σε σχολεία, οικοτροφεία, ορφανοτροφεία. Κι εδώ ο αγώνας του Χρυσοστόμου είναι έντονος. Διαμαρτύρεται προς την Υψηλή Πύλη, αλλά και ζητεί την προστασία και μεσολάβηση του Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ’ για την αποφυγή μιας τέτοιας συμφοράς. Εκκλησίες, κοινωφελή ιδρύματα ανεγείρονται και συντηρούνται αποκλειστικά με τις γενναίες συνδρομές των Ελλήνων χριστιανών του καζά της Δράμας.
Η προσφορά του μητροπολίτη Δράμας (1902-1910) Αγίου Χρυσοστόμου (1868-1922), είχε όχι μόνον θρησκευτικό και εθνικο-οργανωτικό χαρακτήρα (Μακεδονικός Αγώνας) αλλά και κοινωνικό και εκπαιδευτικό. Η κοινωνική και εκπαιδευτική δραστηριότητα του μητροπολίτη στην πόλη της Δράμας σχετίζεται με την ίδρυση και τη λειτουργία αρρεναγωγείου, παρθεναγωγείου, νοσοκομείου, γυμναστηρίου, ορφανοτροφείου, γηροκομείου, κτιρίου κατεργασίας καπνού, της «Φιλομούσου Ελληνικής Αδελφότητος η Πρόοδος», του Φιλανθρωπικού Συλλόγου Κυριών «Ευαγγελισμός» και της Φιλοπτώχου Αδελφότητας «Το Έλεος» αλλά και την οργάνωση των Ορθοδόξων Κοινοτήτων της περιοχής και τη συγκρότηση της Δημογεροντίας, της Σχολικής Εφορείας και της Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Παράλληλα, ανάλογες κοινωνικές και εκπαιδευτικές κτιριακές δομές εμφανίστηκαν και σε χωριά της περιοχής της Δράμας: στον Ξηροπόταμο, στην Αλιστράτη, στο Δοξάτο, στο Μοναστηράκι, στην Πετρούσα, στην Προσοτσάνη, στην Πρώτη, στους Πύργους, στο Ροδολίβος και στη Χωριστή.
Με την άφιξη στη Δράμα την Κυριακή 21 Ιουλίου 1902 και με επισκέψεις στα χωριά της εκκλησιαστικής περιφερείας Δράμας ο μητροπολίτης Δράμας Άγιος Χρυσόστομος εμψύχωνε τους Έλληνες στον αγώνα τους κατά των Βούλγαρων κομιτατζήδων και των Τούρκων κατακτητών, παρότρυνε τους χριστιανούς να παραμείνουν ή να επανέλθουν στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ίδρυε εκκλησίες σε χωριά στα οποία υπήρχε η ανάγκη ανέγερσης μεγαλύτερου από τον υπάρχοντα ναού (όπως στη Μικρόπολη) και ενίσχυε μέσω του τοπικού κλήρου τη λειτουργία σχολείων, εκπαιδευτηρίων και αναγνωστηρίων. Άξιος συνεργάτης του μητροπολίτη Δράμας ήταν ο τότε αρχιδιάκονος Θεμιστοκλής Χατζησταύρου, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β’ (1962-1967). Ο αρχιδιάκονος αυτός βοήθησε τους Έλληνες της εκκλησιαστικής περιφερείας Δράμας κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα εμψυχώνοντάς τους και βοηθώντας στη μεταφορά όπλων. Όταν έγινε αντιληπτός από Τουρκαλβανούς, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1908, οπότε δόθηκε γενική αμνηστεία από τους Νεότουρκους. Η μύηση των Ελλήνων αγωνιστών στη Δράμα γινόταν σε ένα ανήλιο δωμάτιο στο σπίτι του Χρηστάκη Γεωργιάδη, απέναντι από το ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου-Παλιά Μητρόπολη της Δράμας και δίπλα στο καφενείο Ελευθερία, συνήθως από τον αρχιδιάκονο Θεμιστοκλή Χατζησταύρου, για να μην εκτεθεί σε κίνδυνο ο μητροπολίτης Δράμας Άγιος Χρυσόστομος. Ο αγωνιστής ορκιζόταν πίστη στον Αγώνα βάζοντας το χέρι του σε ένα Ευαγγέλιο, πάνω από το οποίο υπήρχαν δύο ξιφολόγχες τοποθετημένες χιαστί. Οι μυημένοι χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες: στο εκτελεστικό (αν ο υποψήφιος ήταν αθλητικός και σωματώδης), στο οικονομικό (αν ήταν οικονομικά εύπορος) και στο γραμματειακό (αν ήταν εγγράμματος) τμήμα. Βασικοί συνεργάτες ήταν ο γενικός αρχηγός της οργάνωσης του Μακεδονικού Αγώνα και πρόξενος της Ελλάδας στο Μοναστήρι (Βίτολα) Ίων Δραγούμης που έφτασε στη Δράμα το 1903, ο γραμματέας του Υποπροξενείου Καβάλας Στυλιανός Μαυρομιχάλης που χρηματοδοτούσε και επόπτευε τη δράση των Ελλήνων ανταρτών στην περιοχή Δράμας-Καβάλας και ο ανθυπολοχαγός του Πεζικού Αθανάσιος Σουλιώτης Νικολαΐδης που από τον Απρίλιο του 1906 οργάνωνε στη Δράμα τον ένοπλο αγώνα των Ελλήνων.
Ο μητροπολίτης Δράμας Άγιος Χρυσόστομος ίδρυσε Κέντρο Αμύνης στην πόλη της Δράμας και Επιτροπές Άμυνας στα χωριά της περιοχής. Το Κέντρο και οι Επιτροπές Αμύνης ιδρύθηκαν στην περιοχή της Δράμας για την καλύτερη οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα, τη στρατολόγηση συνδέσμων για τη μεταφορά της εμπιστευτικής αλληλογραφίας, τη συλλογή όπλων και τροφίμων, την παροχή καταλυμάτων και την περίθαλψη των Ελλήνων ανταρτών, την υλική ενίσχυση των οικογενειών των θυμάτων και τη διαφώτιση και μύηση των νέων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Σε κάθε χωριό υπήρχαν βοηθοί, συντονιστές, σύνδεσμοι, τροφοδότες, μεταφορείς όπλων, πληροφοριοδότες, αγγελιοφόροι, πράκτορες, εκτελεστές και διαφωτιστές του Μακεδονικού Αγώνα.
Βαθειά και ουσιαστική κατ’ εμέ αιτία αναφοράς στον Άγιο Χρυσόστομο στάθηκε η Θεία Προνοία ιδιαίτερη σύνδεσή μου με τον Άγιο και τον νεόδμητο Ιερό Ναό του στη Δράμα, ως συμπολιούχος της οποίας τιμάται μαζί με την Αγία Βαρβάρα. Από το 2002, έτος θεμελίωσης του Ναού, και κυρίως από το 2006, έτος τελέσεως των Θυρανοιξίων του, έως σήμερα η διακονία μου ως εφημερίου και κτήτορος του Ιερού Ναού κατέστησε το «σπίτι» του Αγίου και δικό μου δεύτερο «σπίτι», έναν χώρο όχι απλής τελέσεως ιεροπραξιών αλλά ουσιαστικής βιώσεως της εν Χριστώ αυθεντικής Πίστεως και αγάπης. Ευγνωμονούση καρδία στρέφω – άν με επιτρέπετε – τούτη τη στιγμή το βλέμμα της ψυχής μου στην αλησμόνητη μορφή του αοιδίμου Μητροπολίτου Δράμας κυρού Διονυσίου, ο οποίος εν έτει 2002 μου ενεπιστεύθη πατρικώς την επιστασία του φιλοθέου έργου ανεγέρσεως και αποπερατώσεως του περικαλλούς Ιερού Ναού Αγίου Χρυσοστόμου Δράμας, θέτοντας ουσιαστικά υπό τας πτέρυγας των πρεσβειών του Εθνοϊερομάρτυρος Αγίου την ιερατική μου διακονία. Χάριτας υιικάς οφείλω στο αξιοτίμητο πρόσωπο του μακαριστού Μητροπολίτου Δράμας κυρού Παύλου, ο οποίος με πατρική εν Χριστώ αγάπη ενθάρρυνε τα βήματά μου προς την κατεύθυνση των μεταπτυχιακών σπουδών και της συνακόλουθης, στο πλαίσιό τους, ενασχόλησής μου με πτυχές της προσφοράς του μεγάλου αυτού Αγίου της υπ’ ουρανόν Ορθοδοξίας και του απανταχού Ελληνισμού.
Μετά από περίπου ένα έτος, με τη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα, ο Χρυσόστομος επανήλθε χωρίς δυστυχώς να τύχει αξιοπρεπούς συμπεριφοράς από τις οθωμανικές αρχές οι οποίες, παρά τη μεταπολιτευτική φάση που διένυε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνέχισαν να θεωρούν τον Χρυσόστομο πηγή κάθε αναταραχής και τοπικής διένεξης. Αυτή τη φορά ο ιεράρχης προέβη σε οικειοθελή αυτοεξορία στην ιδιαίτερη πατρίδα του, πιστεύοντας πως με τη θυσιαστική του αυτή στάση θα συνεισέφερε στην επικράτηση της νηνεμίας και της ειρήνευσης. Η έσχατη ενέργειά του ως επικεφαλής ποιμένα της Μητρόπολης Δράμας αποτελεί μία σαφή απόδειξη του μεγαλείου του πνευματικού ανδρός.
Ο διάδοχός του Μητροπολίτης Δράμας Αγαθάγγελος ο Μάγνης μας πληροφορεί για τη σφαγή του Δοξάτου στις 30 Ιουνίου 1913: … Ώρα της Κυριακής 3η μ.μ.-Λεπτομέρειαι φρικωδέσταται, ανατριχιαστικαί, απίστευτοι εκ Δοξάτου. Το φιλόκαλον, το φιλοπρόοδον, το ευφορώτατον και φιλογενέστατον χωρίον μας Δοξάτον, αμιλλώμενον κατά την μόρφωσιν των κατοίκων, προς την Δράμαν και εν τισίν υπερέχον αυτής, μετεβλήθη σήμερον εις ερείπια και οι κάτοικοι εις σφάγια! Η πρώτη θετική πληροφορία μας ήλθε παρά του δεκατετραετούς Γεωργίου, υιού του εκ των εφημερίων Δοξάτου παπα-Δημητρίου. Με δύο γυναίκες εκ Δοξάτου […], επέρασεν ο μικρός Γεώργιος ως τέκνον των από τους πεζούς, ιππείς και πυροβολιτάς Βουλγάρους στρατιώτας και εκ θαύματος σωθείς, μας διηγήθη με εκπληκτικήν διαύγειαν πνεύματος, ότι όλαι μεν αι οικίαι εκάησαν, οι ιερείς και πρόκριτοι με βασανιστήρια εφονεύοντο, γυναίκες και κοράσια ητιμάζοντο υπό των Βουλγάρων στρατιωτών και έπειτα εφονεύοντο διά του χειροτέρου τρόπου, μικρά παιδία ελογχίζοντο και εν γένει ως αιμοδιψείς τίγρεις επέπεσον οι βούλγαροι στρατιώται, υπό την οδηγίαν των αξιωματικών των, κατά των αόπλων κατοίκων του ατυχούς Δοξάτου… (Μαρτυρία Αθανασίου Κεφαλά) Η βουλγαρική ίλη σκορπώντας φωτιά και τον θάνατο έφτασε στην Εκκλησία. Όπως είπα η Θ. Λειτουργία την ημέρα εκείνη δεν τελείωσε ποτέ. Πριν τελειώσει η Θ. Λειτουργία οι Βούλγαροι έφτασαν στην πόρτα του Ιερού Ναού. Έφιπποι Βούλγαροι και δύο Τούρκοι μπήκαν στον Ιερό Ναό και χωρίς φόβο σταμάτησαν τη Θ. Λειτουργία. Διέταξαν τους δύο Ιερείς (παπα-Αδάμ και παπα-Δημήτρη), τον ψάλτη (θυμάμαι το όνομά του ήταν Δημήτρης και καταγόταν από το Νευροκόπι, μάλιστα σαν μαθητή του είχε τον κατοπινό δεξιό ψάλτη Γιάγκο Χατζηδημητρίου) και τους σαράντα περίπου πιστούς να βγουν από την Εκκλησία. Τους έβαλαν σε δυάδες. Μπροστά ήταν οι δύο Ιερείς. Ακολουθούσαν οι ψαλτάδες, η Εκκλησιαστική Επιτροπή και πίσω ήταν οι πιστοί. Όλους τους οδήγησαν στο σπίτι του Ορέσχωφ. Στην περιοχή Μπες-Τσινάρ έφτασε η ομάδα των σαράντα πιστών, με επικεφαλής τους Ιερείς. Εκεί χωρίς ντροπή, χωρίς φόβο εκτέλεσαν οι Βούλγαροι τους αθώους αυτούς ανθρώπους, για να ικανοποιήσουν το άσβεστο μίσος τους προς το Ελληνικό Έθνος.
Η δεύτερη βουλγαρική κατοχή (1916-1918) ήταν πολύ σκληρή για τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής της Δράμας. Ανάμεσα στα 9 θύματα που ρίφθηκαν σε πηγάδι της περιοχής του Ξηροποτάμου τον Ιούλιο του 1917 ήταν και ο ιερέας του χωριού, καταγόμενος από τον Σκοπό της Ανατολικής Θράκης, Ιωακείμ Ιωακειμίδης (Παπαϊωακείμ), τον οποίο οι Βούλγαροι αφού βασάνισαν σε δωμάτιο του σπιτιού του, τον δολοφόνησαν και στη συνέχεια έριξαν το πτώμα του στο πηγάδι.Ἀπό τά λίγα στοιχεῖα πού ἀναφέραμε, προκύπτει ἀβίαστα, ὅτι οἱ ἀγῶνες καί οἱ μαρτυρικές θυσίες τῶν κληρικῶν τῆς Μακεδονίας διέσωσαν τόν Μακεδονικό Ἑλληνισμό. Πρῶτοι οἱ Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς καί Μοναχοί ξεκίνησαν τόν Μακεδονικό ἀγῶνα καί τόν διετήρησαν ἀβοήθητοι γιά 35 περίπου χρόνια. Ὅλοι ὅσοι ἐθυσιάσθησαν εἶναι ἐθνομάρτυρες ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας και της απελευθέρωσής της.
Η ομιλία του Αρχιμανδρίτη π. Γεράσιμου στην εκδήλωση με θέμα «Φωτογραφική έκθεση με θέμα το Άγιο Όρος. ΥΨΩΣΙΣ: Ο Σταυρός στη Γη του Αγίου Όρους του Γεωργίου Πούπη», που διοργάνωσε ο Σύλλογος Αποφοίτων Λυκείου Πτολεμαΐδας 1968, το Σάββατο 21 Ιουνίου 2025, στην Αίθουσα πολλαπλών χρήσεων Δημαρχείου Δράμας

