ΑΡΘΡΟ

Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά

ATPL

AIRLINE PILOT

B737NG AIRBUS 320

Όταν οι θεσμοί λειτουργούν, τότε ανταποκρίνονται στο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Πραγματικά δεν θα είχε νόημα κανένα έκτος και αν το να μιλάμε για θεσμούς που δεν λειτουργούν, είναι σαν να μιλάμε για παντρεμένα γεροντοπαλίκαρα που στα «άντα» τους ανακάλυψαν τα υπέρ ή τα κατά της αργοπορίας ή μη του να παντρευτούν.

H μη ικανοποιητική λειτουργία των θεσμών στην Ελλάδα αποδίδεται κυρίως στο γεγονός ότι δεν εξασφαλίζεται επαρκώς η γενικότερη αποδοχή τους από την κοινωνία. Έτσι την μάθαμε, έτσι τη μεγαλώσαμε και αυτά εισπράττουμε όλοι οι Νεοέλληνες. Δεν έχει εμπεδωθεί η βεβαιότητα ότι οι θεσμοί παράγουν τα ίδια αποτελέσματα για όλους. Αυτό οφείλεται αφενός σε ιστορικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς παράγοντες και αφετέρου σε χαρακτηριστικά του κακίστου πολιτικού συστήματος, που δεν ευνοούν τη συναινετική προσέγγιση, απαραίτητο στοιχείο για την ισχύ και λειτουργικότητα των θεσμών.

Κάποιες φορές πρέπει να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν, αλλά αυτό γίνεται σπανία.

Και αφορά και στην περίπτωση της Δικαιοσύνης.

Υπήρξε μία απόφαση ενός δικαστηρίου.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και δικαιολογημένα: Όσοι είχαν παρακολουθήσει την υπόθεση αυτή συστηματικά αντιλαμβάνονταν ότι υπήρχαν πολύ περισσότερα στοιχεία και ενδείξεις.

Δηλαδή, η απόφαση αυτή όντως στη δημόσια σφαίρα συνάντησε επικρίσεις.

Αυτό από μόνο του δεν ήταν κακό. Οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν είναι υπεράνω κριτικής. Είναι άλλο πράγμα ο σεβασμός σε αυτές, άλλο το εάν θα κριθούν ή όχι.

Έχουν παρεξηγήσει μάλλον τον ρολό τους οι διαχειριστές της Δικαιοσύνης από τον επιβεβλημένο σεβασμό και από την κριτική σε άδικες αποφάσεις, μιας και η Δικαιοσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο του απλού και ανυπεράσπιστου πολίτη μπρος στο διεφθαρμένο σύστημα και όταν αυτός βλέπει να συμβαίνουν τέτοιες καταστάσεις ασφαλώς και θα αντιδράσει απαξιώνοντας τους θεσμούς, αλλά και αυτούς που τους υπηρετούν.

Καμίας χώρας οι πολιτικοί δεν είναι αγγελικά πλασμένοι. Η διαπλοκή και κατ’ επέκταση η διαφθορά, είναι σχεδόν μέρος της πολιτικής, άλλοτε σε μεγάλο βαθμό κι άλλοτε σε μικρό. Ίσως είναι αναπόφευκτο. Η μεγάλη διαφορά από χώρα σε χώρα έγκειται στο πως αντιμετωπίζονται υποθέσεις διαφθοράς όταν έρθουν στην επιφάνεια. Γίνεται απόπειρα φίμωσης ή αναλαμβάνουν οι θεσμοί; Κανένας φυσικά δεν θα παραδεχθεί πως είναι ένοχος κι ότι αυτά για τα οποία καταγγέλλεται είναι αληθινά.

Σας δίνω δυο παραδείγματα το πως αντιμετωπίζουν τους θεσμούς δυο χώρες, η μια μεσογειακή του Νότου, και η άλλη του ισχυρού Λόμπυ της Ευρώπης.

Στην Ισπανία, η δικαιοσύνη εξετάζει υπόθεση διαφθοράς κατά της συζύγου του Πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ. Η κατηγορία κατά την συζύγου του Μπεκόνια Γκόμεθ είναι πως άσκησε την επιρροή της ώστε να χορηγηθεί σε αεροπορική εταιρεία κρατικό πακέτο διάσωσης ύψους πολλών εκατομμυρίων και λίγο αργότερα, εταιρεία συμβεβλημένη με την αεροπορική, επιχορήγησε ερευνητικό πρόγραμμα που διηύθυνε η Γκόμεθ.

Το ίδιο δεν έγινε εδώ με την Aegean Airlines η όποια πήρε πακέτο βοήθειας από το κράτος 150 εκατομμύρια ευρώ και επέστρεψε τα 80, τα υπόλοιπα χαριστικά στις πλάτες του ελληνικού λαού και δεν άνοιξε ρουθούνι. Και το καλύτερο ο Πρόεδρος της Aegean κύριος Βασιλάκης μετά από αυτό έκανε και κήρυγμα επιτυχημένης εταιρείας η οποία βασίζεται στα ιδία κεφάλαια.

Η καταγγελία στην Ισπανία έγινε από μία οργάνωση με όνομα Manos Limpias (Καθαρά Χέρια), η οποία πρόσκειται στην άκρα δεξιά και ίσως να έχει να κάνει με ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Προηγουμένως ο Σάντσεθ είχε ζητήσει την παραίτηση της Ιζαμπέλ Αγιούσο (επικεφαλής του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος στην περιφερειακή κυβέρνηση της Μαδρίτης), μετά από κατηγορίες κατά του συντρόφου της για φορολογική απάτη. Η υπόθεση αφορά μεγάλα χρηματικά ποσά που του καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας για να εξασφαλίσει την προμήθεια μασκών.

Και στις δύο υποθέσεις ενεπλάκησαν Μ.Μ.Ε. και δικαστές οι οποίοι θα έχουν τον τελικό λόγο, αλλά καμία αγωγή για δυσφήμιση δεν καταχωρήθηκε κατά δημοσιογράφου ή οποιουδήποτε άλλου. Κι ο Πρωθυπουργός -όσο θιγμένος κι αν νιώθει- δεν προσπάθησε να επιβάλει συσκότιση, αλλά εξήγγειλε ενδεχόμενη παραίτησή του.

Ο δε πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας και κάποτε ένας από τους πιο ισχυρούς άντρες της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής Νικολά Σαρκοζί κυκλοφορεί με βραχιολάκι.

Το Εφετείο του Παρισιού, επιβεβαίωσε την απόφαση πρωτόδικου δικαστηρίου για παράνομη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του Σαρκοζί το 2012. Το Εφετείο στέρησε επίσης από τον Σαρκοζί τα πολιτικά δικαιώματά του για τρία χρόνια. Η παραπομπή του Σαρκοζί σε δίκη έγινε από τις εισαγγελικές αρχές της χώρας. Τόσο πριν αναλάβουν οι αρχές, όσο και σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, τόσο τα Μ.Μ.Ε. της Γαλλίας όσο και τα διεθνή ασχολήθηκαν εκτενώς με την υπόθεση. Καμία αγωγή λιβέλου δεν καταχωρήθηκε ώστε να μην ασχολείται κανείς με το θέμα, ούτε είπε κανείς πως με το να ασχολούνται τα Μ.Μ.Ε. επηρεάζεται η δικαιοσύνη. Στα μέρη μας είναι αλλιώς τα ήθη.

Τρία είναι τα στοιχεία του πολιτικού συστήματος που συνέβαλαν περισσότερο στη χαμηλή έως περιφρονητική αποτελεσματικότητα των θεσμών, στη διατήρηση παρωχημένων κανόνων και στην αμφιβολία και απαξίωση των πολιτών απέναντι σε αυτούς στην Ελλάδα.

Πρώτο.

Στη συγκρουσιακή λογική εντάσσονται πολλές φορές και οι θεσμοί, με αποτέλεσμα αλλαγές μετά από κάθε κυβερνητική μεταβολή, με συνέπεια πολυνομία και σύγχυση. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εκπαιδευτικό σύστημα και η κανονικότητα της κοινωνικής ασφάλισης η οποία είναι κραυγαλέα μιας και διαχωρίζει τα ίδια εργασιακά χρόνια ανάλογα με τα ταμεία. Έτσι το χάος είναι αναπόφευκτο και το οποίο δεν σχεδιάζεται με βάση μια κοινή μακροπρόθεσμη προοπτική, αλλά θεωρείται άλλο ένα πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Επίσης, κάθε κυβέρνηση παρουσιάζει το δικό της σχέδιο εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, το οποίο, πριν προλάβει να εφαρμοστεί, θα έχει ανατραπεί από την επόμενη.

Δεύτερο.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος, που επιδρά στη λειτουργία των θεσμών, είναι η πελατειακή διάσταση. Με τον όρο αυτό δεν αναφέρομαι μόνο στην προσωπική εκδούλευση που παρέχεται με αντάλλαγμα την πολιτική στήριξη του πελάτη, το γνωστό ρουσφέτι. Διευρύνω τον ορισμό για να περιλάβω ρυθμίσεις που γίνονται από το κράτος και τα πολιτικά κόμματα προς όφελος ολόκληρων ομάδων του πληθυσμού. Οι σχέσεις αυτού του τύπου επέδρασαν καθοριστικά: α) στο ασφαλιστικό σύστημα (βλέπε πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, «ευγενή» και «φτωχά» ταμεία), β) στις αγορές προϊόντων (βλέπε κλειστά επαγγέλματα), γ) στην αγορά εργασίας (βλέπε μισθολογικές διαφορές), δ) στη δημόσια διοίκηση (βλέπε έλλειψη αξιολόγησης και κινήτρων), ε) στο φορολογικό σύστημα (βλέπε απαλλαγές ομάδων, ειδικά καθεστώτα). Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις αυτών των ομάδων δημιούργησαν «χαμένους» και «κερδισμένους», τροφοδότησαν συγκρούσεις και κυρίως υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη και την αποδοχή, τις βασικές δηλαδή προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών.

Τρίτο.

Το τρίτο στοιχείο, που αφορά το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς, είναι η ενίσχυση του λαϊκισμού, ο οποίος υποβιβάζει τη σημασία των θεσμών και τους αντικαθιστά δήθεν με τη βούληση του λαού. Βασικό γνώρισμα του λαϊκισμού είναι η μεροληπτική επιλογή του παρόντος έναντι του μέλλοντος, αγνοώντας δηλαδή τις μέλλουσες γενεές. Αυτό σημαίνει ότι λαμβάνονται αποφάσεις με συγκυριακά κριτήρια και ερμηνείες για την, υποτιθέμενη, λαϊκή βούληση, χωρίς δηλαδή τη μακροχρόνια στόχευση και προοπτική που εξασφαλίζουν οι θεσμοί. Ο λαϊκισμός επιτρέπει σε κόμματα, κυβερνήσεις και πολίτες να παραβλέπουν θεσμούς, να παρεμβαίνουν στη λειτουργία τους, να αμφισβητούν τη χρησιμότητά τους, να μην αποδέχονται τις αποφάσεις τους και τις συνέπειες που συνεπάγεται η μη συμμόρφωση.

Δηλαδή, χρειάζονται βήματα προς την κοινωνία που να δείχνουν στους πολίτες, έτσι ώστε οι θεσμοί να κάνουν όντως τη δουλειά τους για να αντιμετωπίζουν σοβαρότατες αδικίες από μη εφαρμογή κανόνων για το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι αποκτάται η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς. Γιατί αυτό χρειαζόμαστε: θεσμούς που να λειτουργούν, που να έχουν σκέψεις δίκαιου – και να μαθαίνουν και από τα λάθη τους – και όχι εύκολες εκτονώσεις και συνδικαλιστικές κραυγές.

Γιατί οι κραυγές κάποτε ξεχνιούνται και εναλλάσσονται βιολογικά, ενώ οι θεσμοί ως κρατική αρχή μένουν.