ΑΡΘΡΟ

Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά

ATPL

AIRLINE PILOT

B737NG AIRBUS 320

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Έρχεται και η γυναικοκτονία της  Κυριακής μπροστά στο Αστυνομικό Τμήμα, να επαυξήσει τη μεγάλη πολυβεβαιότητα ότι τα πάντα έχουν ξεφύγει δυστυχώς προς το χειρότερο και να υποδεικνύουν για ακόμη μια φορά ότι ο μεγάλος άρρωστος είναι το ελληνικό Δημόσιο, αλλά όπως πάντα το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η αστυνομία αποτυγχάνει να προστατεύσει αποτελεσματικά μια γυναίκα που απειλείται. Και που στο παρελθόν είχε πέσει θύμα κακοποίησης. Και δεν θα είναι, δυστυχώς, η τελευταία. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα. Από σήμερα κιόλας.

Η γυναικοκτονία της 28χρονης έξω από το ΑΤ των Αγίων Αναργύρων αναδεικνύει για μια ακόμα φορά την ανικανότητα του κράτους να προστατέψει τα θύματα της έμφυλης βίας.

Πάνω από όλα όμως, χρειαζόμαστε μια βαθιά, δομική αλλαγή νοοτροπίας. Γιατί η μεγάλη μάχη δίνεται μέσα στην κοινωνία. Καθημερινά. Αδιάκοπα. Μέχρι να αλλάξουμε συνειδήσεις. Μέχρι να οικοδομήσουμε μια κοινωνία ασφαλή για όλες. Μέχρι το καμία και κανένας μόνος/μόνη, από αίτημα να γίνει πραγματικότητα.

Ενώ λοιπόν στο παρασκήνιο εξελισσόταν μία πολιτικά βίαιη σύγκρουση συμφερόντων εντός του συστήματος διαπλοκής, στη Βουλή συγκρούονταν θεσμικά η κυβερνητική αλαζονεία με την αντιπολιτευτική ανεπάρκεια. Το αποτέλεσμα ήταν απολύτως θλιβερό.

Όπως αναμενόταν η πρόταση δυσπιστίας καταψηφίστηκε. Όπως ήταν απολύτως φυσικό η κυβερνητική παράταξη συσπειρώθηκε. Όπως είχε προβλεφθεί η αντιπολίτευση εκ νέου θα εμφανιζόταν την επομένη κατακερματισμένη.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, άρτι αφιχθείς, προτίμησε να περιοριστεί σε ρόλο θεατή. Κουβέντα για το πώς ένας αχθοφόρος του ΟΣΕ επιλέχθηκε για τη θέση του Σταθμάρχη Λαρίσης αν και είχε ξεπεράσει τα όρια ηλικίας. Διέθετε ένα και μοναδικό προσόν. Ανήκε στον κομματικό μηχανισμό της Νέας Δημοκρατίας. Κουβέντα για το πώς, κάποιος, κατάφερε να «αλλοιώσει» απόρρητα ντοκουμέντα, δύο εικοσιτετράωρα μετά την τραγωδία, τα οποία κατέληξαν στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου.

Προφανώς η ιστορία εδώ δεν επαναλαμβάνεται. Απλά οι άνθρωποι παραμένουν οι ίδιοι Γιατί υπάρχουν και ανοιχτά ερωτήματα και πραγματικές μομφές για την κυβέρνηση και όχι μόνο, αφού η αντιπολίτευση ένα χρόνο μετά την τραγωδία των Τεμπών δεν είναι άμοιρη ευθυνών για λάθη και παραλείψεις.

Το πρώτο ερώτημα αφορά το ποιος ήταν ο άνθρωπος, που είχε την «ψυχραιμία», την ώρα που ακόμη ανασύρονταν νεκροί από τα συντρίμμια και η χώρα ήταν σε πρωτοφανές σοκ και θρηνούσε, να πάει να πάρει τα ηχητικά από τις συνομιλίες όσων εμπλέκονταν, να πάει σε μια γωνιά, να τα ακούσει και να κάτσει να τα μοντάρει έτσι ώστε να ενισχύεται ακόμη περισσότερο το αφήγημα περί του «ανθρωπίνου λάθους» και στη συνέχεια να κάνει έγκαιρα τη «διαρροή» ώστε αυτό να εμφανιστεί σε ιστοσελίδα. Ζήτημα με προεκτάσεις στη χειραγώγηση των ΜΜΕ και στον καθορισμό της «ατζέντας», πληγή που επιμένω κακοφορμίζει.

Το δεύτερο ερώτημα είναι γιατί από την πρώτη στιγμή δεν εξετάστηκε τι μετέφερε η εμπορική αμαξοστοιχία, που πλέον υπάρχουν ενδείξεις ότι μετέφερε εύφλεκτα υλικά, αυτά που συνήθως σχετίζονται και με τη νόθευση καυσίμων, αλλά και γιατί στο μεταξύ διαγράφηκαν όλα τα στοιχεία που θα μας βοηθούσαν να εξακριβώσουμε τι μεταφέρθηκε και εάν ήταν αυτό που προκάλεσε τη φωτιά. Μία παράμετρος που ξέρουμε ότι αύξησε κατά πολύ τον αριθμό των θυμάτων.

Το τρίτο ερώτημα είναι γιατί υπήρξε μια σπουδή ο χώρος του δυστυχήματος να μην αντιμετωπιστεί ως χώρος που εμπεριείχε πλήθος στοιχείων που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε πολύ καλύτερα τι ακριβώς συνέβη και άρα ποιες είναι οι ευθύνες.

Το τέταρτο ερώτημα είναι γιατί έπρεπε μια σημαντική κοινοβουλευτική διαδικασία, όπως είναι μια Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής να πάει ουσιαστικά χαμένη, ανάμεσα στην προσπάθεια της κυβέρνησης να αναδείξει το αφήγημα του «ανθρωπίνου λάθους» και την προσπάθεια της αντιπολίτευσης να περιορίζεται κατά βάση στο να κερδίσει τις εντυπώσεις, την ώρα που τα στοιχεία ήταν διαρκώς μπροστά τους, έστω αυτά τα λειψά στοιχεία.

Όλα αυτά τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, αναπάντητα και συνιστούν και το έδαφος μιας πραγματικής μομφής για την κυβέρνηση και τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα, αλλά και για την αντιπολίτευση για τον τρόπο που το αντιμετώπισε.

Και θέλω να είμαι σαφής. Κανείς δεν αμφισβήτησε ότι υπήρξαν ανθρώπινα λάθη. Όμως, αυτό έγινε στο έδαφος που θα τα καθιστούσε αυτόματα μοιραία, αφού δεν υπήρχε κανένα σύστημα ασφάλειας που θα μπορούσε έγκαιρα να προειδοποιήσει για επερχόμενο ατύχημα και στο έδαφος μιας κατάστασης από όλες τις πλευρές προβληματική.

Διαμαρτυρία και από τον Σύλλογο Διπλωματούχων Μηχανικών του ΟΣΕ. Στη ανακοίνωση αναφέρεται ξεκάθαρα πως «οι πραγματικοί υπαίτιοι είναι όσοι λάμβαναν τις κρίσιμες αποφάσεις και όριζαν το μέλλον του σιδηροδρόμου, αφήνοντας τις εταιρείες υποστελεχωμένες και με ασαφές πλάνο ανάπτυξης και λειτουργίας». Τονίζουν πως η πολιτεία έχει εγκαταλείψει πλήρως τον σιδηρόδρομο, οι κυβερνήσεις ψηφίζουν οργανογράμματα όπως του ΟΣΕ που δεν εφαρμόζονται με αποτέλεσμα ενώ για τον Οργανισμό προβλέπονται περισσότερες από 2.000 θέσεις προσωπικού, οι εργαζόμενοι αυτή τη στιγμή να είναι μόλις 650, χωρίς να υπάρχει πλάνο για την πλήρωση των απαιτούμενων θέσεων.

Αποκορύφωμα ίσως όλων, είναι ότι στις κρίσιμες αυτές στιγμές, ένα χρόνο μετά την τραγωδία των Τεμπών, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΣΕ αδυνατεί να συνεδριάσει, λόγω και ελλιπούς πλέον σύνθεσης, από τα τέλη Ιανουαρίου του 2024.

Μια κατάσταση που περιλάμβανε: Έργα επείγοντα που καθυστερούσαν για χρόνια, κάτι που απλώς σήμαινε ότι μετρούσαμε τον χρόνο ανάποδα για ατύχημα. Παράτυπες μεταφορές εύφλεκτων και επικίνδυνων υλικών και μάλιστα με τρόπο που δεν μπορούμε να εντοπίσουμε την προέλευση και τη διαδρομή τους. Και μια συνολικότερη δομικά ριζωμένη κουλτούρα άρνησης ανάληψης πολιτικής ευθύνης, που την ακούσαμε και πάλι στη Βουλή. Με τις διατυπώσεις της Αντιπολίτευσης στηλιτεύοντας την κυβερνητική στάση να είναι επίσης προβληματικές και ασυγχώρητα απρόσεκτες σε πολλές περιπτώσεις, λειτουργώντας τελικά υπονομευτικά για τους θεσμούς και το κράτος δικαίου, πράγμα επικίνδυνο που μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες, με μια ακροδεξιά να καιροφυλακτεί.

Προφανώς και η έκβαση της συζήτησης στη Βουλή ήταν προδιαγεγραμμένη. Το ίδιο ίσχυε και για την Εξεταστική. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία κλείνει τη συζήτηση. Και σίγουρα δεν μπορεί και δεν πρέπει αυτό να το δεχτεί μια κοινωνία που ένιωσε πριν από έναν χρόνο ότι κάποιες στιγμές «από τύχη ζει».