ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΔΡΑΜΙΝΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ

Γράφει ο Τηλέμαχος Τσελεπίδης

 

Τίτλος: Ψήγματα Ποντιακής Λογοτεχνίας (Χουλέα λημονέματα)

Συγγραφέας: Βασίλης Γ. Χατζηθεοδωρίδης

Έκδοση: Αφοί Κυριακίδη Α. Ε. Θεσσαλονίκη 2021

Σελίδες: 146

Σχήμα:17Χ24

ISBN: 978-960-602-332-3

 

Διαβάζω ένα από τα τελευταία έργα του αείροου πνευματικού ανθρώπου της Δράμας Βασίλη Χατζηθεοδωρίδη. Ενός εξαιρετικού, αντικειμενικού συγγραφέα, ιστορικού ερευνητή και ευαίσθητου ποιητή και λογοτέχνη. Ένα σύνθετο καλλιτεχνικό έργο, ένα ιδιόρρυθμο βιβλίο, γραμμένο στην Ποντιακή γλώσσα. Στο περιεχόμενό του περιλαμβάνονται 54 ποιήματα, 60 τετράστιχα ποίησης, 5 διηγήματα, ένα θεατρικό μονόπρακτο σε 8 σκηνές και έναν αριθμό έξυπνων και διασκεδαστικών ποντιακών ανέκδοτων.

Είναι μια ιστορική πνευματική δουλειά του δημιουργού με εγγενείς δυσκολίες. Εμπνεύσεις και αφηγήσεις Ποντίων μέσα από την πολυτάραχη και τρικυμισμένη ζωή του συναισθηματικού καλλιτέχνη. Κείμενα προσεγμένα, κείμενα δεμένα με την κουλτούρα της γενιάς του και τις αυτήκοες αναμνήσεις οικείων του από τον τραγικό προσφυγικό Ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας. Είναι εικόνες μιας διαχρονικής ζωής.

Διαβάστε επίσης:

Ευγενής πόθος και στόχος, όπως και προσφιλής επιθυμία των Ποντίων, τα γεγονότα να γίνουν ιστορία και ο νόστος της μακρινής πατρίδας των γονιών τους μια διαρκής ενεργή κατάσταση ώστε να κρατεί σε εγρήγορση τον απανταχού Ελληνισμό. Δεν πρέπει να καταλυθεί ή να λησμονηθεί μια ιστορία αιώνων, γλώσσα, πολιτισμός, σε καθαρά ελληνικούς γεωγραφικούς χώρους από τους οποίους βιαίως εκδιώχτηκαν οι πρόσφυγες Έλληνες.

Το βιβλίο του εκλεκτού πνευματικού δημιουργού συμβάλλει δραστικά στην διάδοση της παραδοσιακής γλώσσας των γονιών μας που είναι και ζωντανή και ιστορικά καταξιωμένη. Δεν είναι καθόλου εύκολο να γράφεις την κλασσική Ποντιακή διάλεκτο. Πόσο μάλλον να κάνεις και Τέχνη.

Λίγοι στίχοι στο ποίημα,

Είναι ένας λεβέντης νέος, αλλά τεμπέλης, χαραμοφάης που μόνο να κοιμάται ξέρει. Βέβαια τον κοροϊδεύουν όλοι και ακόμη και η κόρη που ταν αγαπά. Τελικά μετανιώνει και πηγαίνει να δουλέψει.

«΄Κι σκούται» (Δεν σηκώνεται…)

Αποτζιγκούται, κάθεται, – γογγιζ΄ κι αποχασμούται.

Η μάννα τ΄ δι΄ ατον νερόν, – ας σο κρεββάτ΄ ΄κί σ΄κούται.

Το πόιν ατ΄απ΄ αδά κι απαν΄ – ψηλός, τελικανλής, γιοσμάς,

Σς΄ άλλ΄ το χωρίον για τ΄ ατον – πονεί η κάρδα τ΄ Αθηνάς.

«-Πάνικα, αρ΄ ετράνινες! – Αμον εσέν παιδία

Τον κόσμον ΄φταν΄ απαν΄ αφκά – κι εσύ κλουκίεις πουλία.»

Τεμπέλ΄ Πανίκα, κούζ΄ ν ατόν. – ολνέαν κι απασάρευτον,

Χαραμοφάη, ποστέαν – λειφτόν και ανευλόετον.

«-Νέπε, Πάνικα, λέγω σε – ο ύπνον ΄κί φαϊεται,

να δουλεύ΄ ΄ποιος ΄κί θέλ, – ας πάει ρούζ΄ φουρκίεται.»

Γιαμ΄ εθαρρείς θα φάζω σε – βουτούρτα, ωβά και γάλαν,

Εσέν να λένε αχουλούν – κ΄ εμέν να λεν΄ παλάλαν;

Εχπαράεν ο Πανίκας, – «Χέζω» -είπεν- την οκνίαν,

-άλλο ΄κεί στέκω άπραγος – θα πάω ΄ς ση δουλείαν.»

Και ένα τετράστιχο:

Άννα μ΄, όντες θυμούμαι σε – τ΄ απεσ΄ ιμ χαρακούται.

Εκεί τ΄ εφέκες η γερά – καμμίαν ΄κί λαρούται.