ΑΡΘΡΟ

Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά

ATPL

AIRLINE PILOT

B737NG AIRBUS 320

 

 

  • «Η φτώχεια είναι σαν τιμωρία για ένα έγκλημα που δεν έχεις διαπράξει» Ιλάι Καμάρο

 

Πριν από χρόνια, στις 17 Δεκεμβρίου 2010, η αστυνομία θα προχωρούσε σε κατάσχεση της πραμάτειας ενός φτωχού μικροπωλητή στην Τυνησία, με το αιτιολογικό της παρανομίας. Λίγο αργότερα, ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι θα αυτοπυρπολούνταν, διαμαρτυρόμενος, πυροδοτώντας το φιτίλι της Αραβικής Άνοιξης.

Πέντε χρόνια μετά, στις 11 Δεκεμβρίου 2015, στην απέναντι όχθη της Μεσογείου, θα συλλαμβάνονταν καστανάς, και, με την ίδια κατηγορία, θα κατασχόταν η πραμάτειά του. Ευτυχώς, ο τελευταίος δεν θα αυτοπυρπολούνταν, όμως η περιπέτειά του θα επιβεβαίωνε ότι υπάρχουν ακόμα οι συνθήκες που καταδίκασαν, πριν από δυο ολόκληρους αιώνες (το 1815), σε πέντε χρόνια κάτεργα έναν πεινασμένο άντρα γιατί είχε κλέψει μια φραντζόλα ψωμί, τον Γιάννη Αγιάννη…

Γιατί η σύγχρονη πραγματικότητα καθημερινά επιβεβαιώνει τον άνθρωπο πίσω από το σύνθημα, ότι, από ορισμένες απόψεις, η ανισότητα σήμερα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του 19ου αιώνα (οπότε συγγράφτηκαν και οι «Άθλιοι»).

Παρόλο που ο Αγιάννης «έζησε» αφού είχε ανατραπεί με τη Γαλλική Επανάσταση το καθεστώς απόλυτης μοναρχίας του Λουδοβίκου ΙΔ’, οι τεράστιες ανισότητες στις οποίες στηριζόταν το καθεστώς αυτό δεν είχαν ακόμα εκλείψει. Υπενθυμίζουμε ότι στην προεπαναστατική Γαλλία, το προνομιούχο 2% του πληθυσμού (ευγενείς και κλήρος) κατείχε τη μερίδα του λέοντος σε γη και πλούτο, και κυβερνούσε τον τόπο. Το 20% του προϋπολογισμού δινόταν για να συντηρηθούν τα λούσα των Βερσαλλιών, ενώ το 98% του πληθυσμού (η Τρίτη Τάξη, οι «αβράκωτοι») βίωνε την εξαθλίωση. Η συνέχεια είναι γνωστή: ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’, η σύζυγός του, Μαρία Αντουανέτα, και δεκάδες χιλιάδες άλλοι προνομιούχοι οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα.

Μεταπηδώντας, χωροχρονικά, στην Ελλάδα του σήμερα, υπενθυμίζουμε ενδεικτικά για την διευρυνόμενη ανισότητα, ότι την ώρα που η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής (25/9/2014) συμπέραινε ότι 6.300.000 Έλληνες πολίτες βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας ή απειλούνται από αυτή, η έκθεση της Wealth-X κατέγραφε εκτίναξη του αριθμού των πολύ πλούσιων στην Ελλάδα (565 το 2014 από 505 το 2013) και ετήσια αύξηση της περιουσίας τους κατά 16,7%…

Είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα της διευρυνόμενης φτωχοποίησης, που οι σύγχρονοι Αγιάννηδες εξωθούνται κάποτε στην παρανομία για να επιβιώσουν.

Ο καστανάς, ισχυρίστηκαν κάποιοι, έπρεπε να συλληφθεί γιατί ο νόμος δεν κάνει διακρίσεις. Είναι, όμως, έτσι; Ένα απλό παράδειγμα: συνολικά οι οφειλές των καναλιών προς το Δημόσιο για το τέλος χρήσης των τηλεοπτικών συχνοτήτων έφθανε, τον Απρίλιο του 2015 (όπως ανακοίνωνε ο υπουργός Επικρατείας Νίκος Παππάς αναρτώντας τα στοιχεία στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ) το ποσό των 24.150.633,93 ευρώ για τα έτη 2011-2014. Πήγε ποτέ η αστυνομία, συνοδεία γερανού, να κατάσχει την υλικοτεχνική τους υποδομή, όπως έσπευσε να κάνει με τη φουφού του καστανά;

Παρομοίως, είναι (λογικά) παράνομο να μην κόβεται απόδειξη για μια τυρόπιτα, αλλά η πρακτική του «tax ruling» που επιτρέπει σε μια επιχείρηση να ρωτήσει εκ των προτέρων ποιας φορολογικής μεταχείρισης θα τύχει από τις αρχές της χώρας και να λάβει σχετικές νομικές εγγυήσεις, πρακτική στην οποία βασίστηκαν οι μυστικές φορολογικές συμφωνίες πολυεθνικών κολοσσών με αρχές του Λουξεμβούργου μέσω των οποίων φέρονται να φορολογήθηκαν σε πολύ μικρή κλίμακα είναι νομότυπη!

Και, τελικά, σε ποιον νόμο καλείται ο πολίτης να υπακούσει;

Ο Μοντεσκιέ, στο «Πνεύμα των Νόμων» προέβλεπε εθελούσια υποταγή του πολίτη στους νόμους που ο ίδιος θεσπίζει, ενώ ο Ρουσσώ έγραφε ότι η ελευθερία είναι «η υποταγή στον νόμο που υπαγορεύουμε στον εαυτό μας», εφόσον όμως «οι νόμοι είναι πράξεις της γενικής βούλησης», με πυξίδα το δημόσιο και όχι το ιδιοτελές συμφέρον.

Διεθνώς, όμως, σήμερα, η τάση είναι οι νόμοι να συγγράφονται από υπερεθνικά σχήματα (π.χ. Κομισιόν, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, λομπίστες) που ούτε λογοδοτούν στους πολίτες ούτε ελέγχονται από αυτούς.

Και ποιον μπορεί να εξυπηρετούν οι νόμοι παρεκτός τον νομοθέτη τους;

Ποιον εξυπηρετεί, για παράδειγμα, η Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ (TTIP), στην οποία, μεταξύ άλλων, υπάρχει η πρόβλεψη οι εταιρείες να μπορούν να μηνύουν κράτη όταν θεωρούν ότι θίγεται το συμφέρον τους, λειτουργώντας επί της ουσίας ως νόμος ανώτερος από τους εθνικούς;

Στην Ελλάδα, μάλιστα, ελέω Μνημονίου, νομοθετούσε και τύποις η υπερεθνική ελίτ -αντί για το Κοινοβούλιο- όπως αυτή εκπροσωπούνταν από το κουαρτέτο. Και οι πολίτες καλούνταν να υπακούσουν στους νόμους που διαμορφώνονταν ερήμην τους.

Συνεπώς, η έννοια του νόμου έχει διαφοροποιηθεί σε μια εποχή τεράστιου ελλείμματος δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Κάπου, λοιπόν, σε αυτό το σημείο, κι εκεί όπου ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ λέγοντας «η φονικότερη μορφή βίας είναι η φτώχεια» συγκλίνει με τον οικονομολόγο Πολ Κρούγκμαν.

Ζούμε σε μια ταραγμένη μεταβατική εποχή όπου καταρρέουν καθημερινά όλοι οι θεσμοί συλλογικής πίστης του νεότερου κόσμου. Ένα άγνωστο μέλλον πλέον μας επιφυλάσσεται, όπως αυτό που περιγραφόταν στην διακήρυξη του Ινδιάνου αρχηγού Σηάτλ (Seattle) προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών το 1894: «Ένα άγνωστο μέλλον πλέον επιφυλάσσεται για μας επειδή δεν καταλαβαίνουμε γιατί όλοι οι βίσωνες σφαγιάζονται, τα άγρια άλογα υποτάσσονται, τα μυστικά μέρη του δάσους γίνονται πολυάνθρωπες χαβούζες και η θέα των ωραίων λόφων βεβηλώνεται από τα σύρματα του τηλέγραφου. Πού βρίσκονται οι μεγάλες σκιερές λόχμες; Εξαφανισμένες. Πού είναι ο αετός; Εξαφανισμένος. Για μας αυτό είναι το τέλος της ζωής και η αρχή της επιβίωσης».

Η αγωνία του σοφού αυτού ανθρώπου, πάνω από έναν αιώνα πριν, δεν διαφέρει και πολύ από την αγωνία των σημερινών «ιθαγενών» πολιτών μπροστά στο οικονομικό, πολιτιστικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό αναποδογύρισμα του κόσμου γύρω μας. Πρόκειται για μια υπαρξιακή αγωνία στα πλαίσια ενός «Ανάποδου Κόσμου», όπως ευφυώς έχει ορίσει την εποχή μας ο Λατινοαμερικανός συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο, ένας από τους πιο μαχητικούς κατηγόρους της παράνοιας και του ψεύδους της παγκοσμιοποίησης.

Σε μια Ελλάδα που φτωχαίνει μέρα με την ημέρα, σε μια κοινωνία που ισοπεδώνεται συνεχώς προς τα κάτω με πρόφαση τη «δημοσιονομική εξυγίανση», όπου οι στρατιές των ανέργων και των νεκροζώντανων χρεοκοπημένων Ελλήνων αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι η ποινικοποίηση της φτώχειας. Κι όμως οι φτωχοί Έλληνες, εργαζόμενοι ή μη, δεν έχουν μόνον τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν τη συστηματική συκοφάντηση εκ μέρους των πλουσίων, που τους θεωρούν ανίκανους, τεμπέληδες και υπεύθυνους για τη φτώχεια τους, αλλά έχουν απέναντί τους κι ένα ανάλγητο κράτος, που μπορεί να τους φυλακίσει για λίγα ευρώ!

Η οικονομική κρίση και ύφεση, η ασφυκτική λιτότητα, η αύξηση των φόρων, η τρομακτική συμπίεση των εισοδημάτων, ο περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας και η αύξηση της ανεργίας οδηγούν καθημερινά χιλιάδες Έλληνες στην εξαθλίωση και στο περιθώριο. Τουλάχιστον οι μισοί Έλληνες δυσκολεύονται πλέον να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, πόσο μάλλον να πληρώσουν τα δάνεια τους, τους λογαριασμούς της ΔΕΗ ή τους φόρους τους. Και δεν έχουν καμία ελπίδα να το κάνουν όσο η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται στην εντατική της Τρόικας, που την υποβάλλει σε αλλεπάλληλες «θεραπείες» λιτότητας.

Ταυτόχρονα η πλειοψηφία του ελληνικού λαού έχει οικονομικές υποχρεώσεις που δεν μπορεί πια να καλύψει. Χρέη, φόρους και λογαριασμούς, που αυξάνονται εκθετικά ενώ τα εισοδήματα μειώνονται συνεχώς (αν κάποιος βέβαια συνεχίζει να έχει εργασία και, έστω κάποιο εισόδημα). Όλη αυτή η κατάσταση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο.

Σήμερα υπάρχουν εκατομμύρια κάτοικοι της χώρας μας, που έχουν χρέη τα οποία δεν μπορούν πλέον να εξυπηρετήσουν. Τρία εκατομμύρια χρωστούν στις τράπεζες, ένα εκατομμύριο και πλέον στο Δημόσιο, ενώ σχεδόν μισό εκατομμύριο έχουν απλήρωτους τους λογαριασμούς της ΔΕΗ!

Τι θα τους κάνετε όλους αυτούς; Θα τους πάρετε τα σπίτια τους, που είναι ήδη υποθηκευμένα; Το μέλλον τους, που είναι ήδη υποθηκευμένο; Θα τους βάλετε όλους στη φυλακή; Συναντώ καθημερινά γνωστούς και φίλους, που έχουν ποινές εξαγοράσιμες που δεν μπορούν πλέον να πληρώσουν. Άλλος για μια ξεχασμένη παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, άλλος για χρέη στον ΟΑΕΕ, στην Εφορία κ.α. Ποινές μικρές, που δεν ξεπερνούν συνήθως τα χίλια ευρώ κι όμως δεν έχουν να τα πληρώσουν –γιατί κυριολεκτικά δεν έχουν– και απειλούνται με εντάλματα σύλληψης! Δεν είναι τίποτε επαγγελματίες φοροφυγάδες, που έκαναν τη φοροδιαφυγή επάγγελμα κι έβγαλαν εκατομμύρια στην Ελβετία.

Μιλάμε για ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, που πλέον δεν τα καταφέρνουν –και δεν φταίνε καθόλου αυτοί. Μικρομεσαίοι επιχειρηματίες που δεν έχουν να πληρώσουν την εφορία γιατί –πριν πτωχεύσουν– προτίμησαν να δώσουν προτεραιότητα στους εργαζόμενους τους, να έχουν να φάνε τουλάχιστον οι άνθρωποι κι όχι οι δανειστές του ελληνικού κράτους. Όλοι αυτοί είναι πλέον με την πλάτη στον τοίχο. Όχι μόνο δεν έχουν να ζήσουν, αλλά απειλούνται και με φυλάκιση, ενώ το μόνο «λάθος» τους είναι ότι έχουν πτωχεύσει, σε μια ήδη πτωχευμένη οικονομία και κοινωνία. Ό,τι και να σκέφτεται ο καθένας, αυτό σίγουρα δεν λέγεται απόδοση δικαιοσύνης –μάλλον για εκδίκηση μοιάζει.

Κι όμως οι Έλληνες πολιτικοί, που έχουν ισοπεδώσει προς τα κάτω την ελληνική κοινωνία, ζητούν απεγνωσμένα την ψήφο των φτωχών και νεόπτωχων της χώρας! Και οι φτωχοί; Στριμωγμένοι όλοι τους στα φορτηγά-βαγόνια ενός συστήματος που καταρρέει, κι επηρεασμένοι από το ίδιο το σύστημα που τους καταπιέζει, στρέφονται συνήθως εναντίον κάποιων άλλων πιο συγκυριακά αδύναμων π.χ. άνεργοι Έλληνες εναντίον μεταναστών, αναπαράγοντας έτσι ένα ατέρμονο κύκλο μίσους και ηττοπάθειας.

Ναι, οι ηγετικές ελίτ γνωρίζουν, συνειδητά ή όχι, πως η αποδιοπόμπηση ορισμένων ομάδων π.χ. των μεταναστών, τις δίνει μεγαλύτερη σιγουριά στην αντιμετώπιση των εσωτερικών προβλημάτων. Μπορούν έτσι, ακόμη πιο αποτελεσματικά, να τιθασεύσουν έναν απείθαρχο λαό, προσφέροντας τους έναν εύκολο «εχθρό». Όμως εμείς, ο «απείθαρχος» λαός –φτωχοί, νεόπτωχοι και μέλλοντες πτωχοί– γιατί πρέπει να το καταπιούμε; Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Δυστυχώς δεν μπορούμε ν’ αντιδράσουμε, αν δε συνειδητοποιήσουμε πως οι άνθρωποι – ειδικά στις δημοκρατίες– δεν μπορούν να έχουν ίσα δικαιώματα, όταν χωρίζονται από ένα τεράστιο οικονομικό χάσμα. Δεν μπορεί κάποιος που δεν έχει να φάει ή να πληρώσει το ηλεκτρικό του ρεύμα να έχει την ίδια ελευθερία επιλογών με κάποιο εισοδηματία, που απλά τον απασχολεί το πως θα επενδύσει καλύτερα τα χρήματά του.

Όμως, πως μπορεί ένας φτωχός αλλά σκεπτόμενος άνθρωπος να αγωνιστεί για ένα σκοπό με τον οποίο δεν ταυτίζεται; Πώς μπορεί και να ρίξει απλά μία ψήφο διαμαρτυρίας, τιμωρητική, γεμάτη δυσθυμία, δυσαρέσκεια και οργή; Δεν νομίζω πως στις επόμενες εκλογές θα τους εκπλήξουμε δυσάρεστα, αλλά τουλάχιστον έχω δικαίωμα να το ελπίζω…