ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΣΑΝΤΙΡΒΑΝ

«Ήταν ένας τρόπος να έρθουμε πιο κοντά στις κοινότητες των μεταναστών από την Αφρική και να δημιουργήσουν οι ίδιοι περιεχόμενο για τους δικούς τους πολιτισμούς»

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΙΟΥΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στο πλαίσιο της παρουσίας του Μουσείου Μπενάκη στον εκθεσιακό χώρο Σαντιρβάν και της συνεργασίας που έχει αναπτυχθεί με την εταιρεία Raycap, πραγματοποιήθηκε διάλεξη με θέμα «Η Αφρική ανάμεσά μας*: Το ιστορικό και οι προθέσεις μιας συμμετοχικής έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη το 2025», την Πέμπτη 14 Μαΐου 2026. Ομιλήτρια ήταν η κ. Σοφία Χανδακά, δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και επιμελήτρια Συλλογών Πολιτισμών του Κόσμου του Μουσείου Μπενάκη.

Ουσιαστικά η εκδήλωση είχε ως σημείο αναφοράς πρόσφατη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη, στο πλαίσιο της οποίας παρουσιάστηκε ο πλούτος της αφρικανικής, ελληνο-αφρικανικής και παν-αφρικανικής πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από μουσειακά και αρχειακά τεκμήρια, αλλά και προσωπικά αντικείμενα, καθώς και μέσα από τις αφηγήσεις που τα συνόδευαν, λαμβάνοντας τον χαρακτηρισμό συμμετοχική. Η έκθεση «Η Αφρική ανάμεσά μας*» αποτέλεσε καρπό της συλλογής συλλογή ιστοριών ανθρώπων με καταγωγή από χώρες της Αφρικής που γεννήθηκαν ή ζουν στην Ελλάδα, με αφετηρία μια δωρεά στο Μουσείο Μπενάκη, με αντικείμενα προερχόμενα κυρίως από τη Νιγηρία, το Καμερούν και την Κένυα.

«Για τους μεγαλύτερους ήταν μια ευκαιρία να ξυπνήσουν μνήμες και να πουν ιστορίες»

Σε δηλώσεις της στα τοπικά Μ.Μ.Ε, η κ. Χανδακά σημείωσε: «Η έκθεση ξεκίνησε σαν ένα, όπως λέμε, συμμετοχικό έργο, με αφορμή μια συλλογή αφρικανικής τέχνης που είχαμε, αλλά το είδαμε ως μια ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με τις κοινότητες της αφροδιασποράς στην Αθήνα. Δηλαδή, ανθρώπους πρώτης και δεύτερης γενιάς, μετανάστες από την Αφρική και τα παιδιά τους, και μαζί ουσιαστικά σχεδιάσαμε από την αρχή μια έκθεση που ξεπερνούσε πλέον τις βασικές ερμηνείες της αφρικανικής τέχνης, που ήταν ήδη ένα θέμα που ενδιαφέρει το ελληνικό κοινό, γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλά μουσεία που να παρουσιάζουν αφρικανική τέχνη, αλλά ήταν και μια ευκαιρία, και μια γιορτή, και ένας τρόπος να έρθουμε πιο κοντά στις κοινότητες των μεταναστών από την Αφρική και να δημιουργήσουν οι ίδιοι περιεχόμενο για τους δικούς τους πολιτισμούς».

Σχετικά με την αντιμετώπιση που είχε η έκθεση, η κ. Χανδακά σημείωσε: «Ήταν πολύ έντονο. Αυτό είναι ένα έργο που ξεκίνησε από το 2021 και η έκθεση έγινε το ‘25. Άρα ήταν μια διαδικασία χτισίματος εμπιστοσύνης, με τα λάθη του, τα καλά του, τα μπρος-πίσω, σε συνεργασία τελικά με έναν φορέα, με μια οργάνωση που λέγεται “Anasa” και τον Μιχάλη Αφολαγιάν, τον βασικό μου συνεργάτη, ο οποίος είναι νιγηριανής καταγωγής και γεννημένος εδώ, ο οποίος ουσιαστικά έσπασε αυτόν τον πάγο. Ήταν ο διαμεσολαβητής μας για να χτίσουμε αυτές τις σχέσεις.

Τώρα, το πώς ένιωσε ο καθένας είναι διαφορετικό. Δηλαδή, οι μεγαλύτεροι άνθρωποι, η μεγαλύτερη γενιά, είχαμε φτιάξει μια επιτροπή, όπως τη λέγαμε “συμβουλευτική επιτροπή”. Στην αρχή τους λέγαμε μάλιστα “οι γηραιότεροι”, που τελικά βάλαμε και νεότερους, βάλαμε και άντρες και γυναίκες. Αλλά ήταν κάποιοι άνθρωποι πρώτης γενιάς, δηλαδή άνθρωποι που έχουν έρθει στην Ελλάδα τη δεκαετία του ‘60, του ‘70 και ζουν εδώ πέρα και κουβαλάνε μνήμες και ιστορίες, οπότε είχαμε πολύ έντονες στιγμές και συγκίνηση». «Για τους μεγαλύτερους ήταν μια ευκαιρία να ξυπνήσουν μνήμες και να πουν ιστορίες. Για πολλούς νεότερους, ειδικά τους ακόμα πιο νέους, των 20 και 30 χρονών, ήταν ένα εντελώς καινούργιο, νέο στοιχείο», πρόσθεσε.

«Δίναμε ζωή πάλι στα αντικείμενα για να φύγει η εικόνα του απόμακρου, του εξωτικού και του πρωτόγονου»

Ακόμη η κ. Χανδακά επεσήμανε: «Ένα πράγμα που θέλαμε να αντιμετωπίσουμε σε αυτή την έκθεση είναι το κενό γνώσης που έχουμε εμείς για την Αφρική. Και η ξενοφοβία οπωσδήποτε. Γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της έκθεσης ήταν καθαρά πολιτικό. Μιλούσε για την ιθαγένεια, για την νομιμοποίηση, για ανθρώπους που έχουν γεννηθεί εδώ και δεν παίρνουν ελληνική υπηκοότητα».

Σχετικά με το τι σημαίνει Αφρική για την Ελλάδα και ποια είναι η εικόνα που υπάρχει για αυτήν την ήπειρο, η κ. Χανδακά είπε: «Αναλόγως τι ιδιότητα έχει ο άνθρωπος. Δηλαδή για τους εμπόρους μπορεί να είναι μια ήπειρος νέα και έτοιμη για ευκαιρίες, για τους πιο τυχοδιώκτες. Για τους πιο προοδευτικούς είναι επίσης μια χώρα που μπορεί να γνωρίζουν περισσότερα, που έχει υποφέρει πολύ από τη Δύση, από την αποικιοκρατία, έχει υπάρξει θύμα ουσιαστικά του τρόπου με τον οποίο η Δύση και οι δυτικές χώρες, οι αποικιακές χώρες, αποφάσισαν να την εκμεταλλευτούν, και είναι και ακόμα κάτι σήμερα. Για κάποιον που δεν γνωρίζει καθόλου και τίποτα, ήταν ένας ολόκληρος νέος κόσμος που άνοιγε μπροστά του».

Όσον αφορά κάποια κοινά στοιχεία που καταγράφονται στους πολιτισμούς και στις χώρες της Αφρικής, η κ. Χανδακά είπε: «Πολιτισμικά, ένα κοινό χαρακτηριστικό που το χρησιμοποιήσαμε πολύ στην έκθεση είναι η προφορικότητα και το storytelling (σ.σ. η αφήγηση ιστοριών). Τώρα σας λέω κάτι πολύ γενικό. Ως ανθρωπολόγος δεν θα έπρεπε να πω ότι έχουν τίποτα κοινό, γιατί πραγματικά είναι 54 διαφορετικές χώρες, διαφορετικοί λαοί, διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές κουλτούρες, τεράστιος πλούτος. Προφανώς υπάρχουν στοιχεία, ας πούμε η τέχνη της Δυτικής Αφρικής που ήταν και τα αντικείμενα της έκθεσης, έχει κάποια κοινά στοιχεία. Έχουν πολλά κοινά στοιχεία στις επιτελέσεις, στις εκδηλώσεις τους, στους χορούς, σε όλο το κομμάτι που έχει να κάνει με την τελετουργία».

Ολοκληρώνοντας τις δηλώσεις της, η κ. Χανδακά ανέφερε για την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη: «Προσπαθήσαμε να σπάσουμε λίγο αυτές τις ιδέες, ότι είναι κάτι εξωτικό, απόμακρο και πρωτόγονο, που πολύ συχνά υπήρχε αυτή η εικόνα. Και αυτό το κάναμε με το να ζητήσουμε ουσιαστικά από τους ίδιους τους ανθρώπους από τις κοινότητες να παρουσιάσουν εκείνοι τα αντικείμενα. Και άρα, σε μια αίθουσα υπήρχαν βίντεο που ερχόντουσαν οι ίδιοι τα μέλη της επιτροπής και έπαιρναν ένα αντικείμενο και μιλούσαν για αυτό, που μπορεί να μην ήταν η επιστημονική γνώση. Μπορεί να ήταν μια μάσκα από τη Νιγηρία, αλλά η κυρία που την κρατούσε έλεγε τι της θυμίζει, μια ιστορία από τη γιαγιά της. Άρα δίναμε ζωή πάλι στα αντικείμενα για να φύγει αυτή η εικόνα του απόμακρου, του εξωτικού και του πρωτόγονου».