Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά
ATPL
AIRLINE PILOT
B737NG AIRBUS 320

(συνέχεια από το προηγούμενο)
Την ίδια στιγμή το κράτος υποτίθεται ότι του εξασφαλίζει δωρεάν, δημόσια παιδεία. Φοβερό! Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός της αίσθησης του αυτονόητου, του λογικού, του εκ των ων ουκ άνευ, με την καθολικότητα σε έκταση και εφαρμογή του φαινομένου της παραπαιδείας αποτελεί έναν από τους σημαντικούς δείκτες για την κατάσταση του εν λόγω συστήματος. Και εδώ αναφέρομαι στην γενικευμένα αρνητική γνώμη και απόφαση της κοινωνίας για το δημόσιο σχολείο, αλλά και στις αντικειμενικές του αδυναμίες και ανεπάρκειες, σε επίπεδο modus operandi, υποδομών, εξοπλισμού, τελικού αποκομιζόμενου γνωστικού οφέλους, στελεχικού δυναμικού, διοικητικής και πολιτικής ηγεσίας.
Μια ολόπλευρα αρνητική κρίση λες και όλα, τέλος πάντων, είναι κακώς καμωμένα και όσοι είναι εντός του και το λειτουργούν είναι εξ ορισμού και εκ προοιμίου ανίκανοι να φέρουν το έργο τους εις πέρας. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή οι απασχολούμενοι, νομίμως ή και παρανόμως, στην παραπαιδεία θεωρούνται άξιοι και ικανοί να αναλάβουν το εκπαιδευτικό έργο που οι συνάδελφοί τους στο δημόσιο, λόγω ανικανότητας, τους εκχωρούν. Όλα τα παραπάνω καταλήγουν στην τρίτη ιδιότητα της αναγκαιότητας. Μέσα στο πλαίσιο που περιέγραψα παραπάνω, είναι φυσικό και επόμενο η παραπαιδεία στην Ελλάδα όχι μόνο να θεωρείται αλλά και de facto να είναι, αναγκαία διότι καλύπτει τις αδυναμίες της δημόσιας παιδείας υποτιθέμενες ή/και υπαρκτές (αναρωτιέμαι, άραγε και της ιδιωτικής;).
Όμως ποιες είναι αυτές στην πραγματικότητα; Ο παλαιότερος καθηγητής που εγώ γνωρίζω και μου είπε ότι διορίσθηκε αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο προσεγγίζει πλέον τα 80 και ο νεότερος είναι 50 πατημένα. Δεν νομιμοποιούμαι να συμπεράνω ότι σταδιακά η διευρυνόμενη πλειοψηφία των ενεργών καθηγητών του δημόσιου σχολείου έχουν περάσει από τον χώρο της παραπαιδείας ή και βρίσκονται παράλληλα μέσα του (άλλη κουβέντα αυτή); Άρα τι να υποθέσω; Είτε ότι η ικανότητα μετατρέπεται μ’ έναν «μαγικό» και ανεξήγητο τρόπο σε ανικανότητα, είτε ότι το σχολείο την καταστρέφει με τρόπο που και πάλι δεν μπορώ να αντιληφθώ. Διότι ο μόνιμος καθηγητής του δημοσίου γι’ αυτό είναι μόνιμος.
Ώστε να νιώθει οικονομική και ψυχολογική ασφάλεια και έτσι, λοιπόν, απερίσπαστος από τις θύελλες που μαίνονται στην αγορά εργασίας, να μπορέσει να φέρει εις πέρας το εθνικής σημασίας εκπαιδευτικό του έργο. Επίσης δεν ξέρω ποιο είναι αυτό το φροντιστήριο που διαθέτει καλύτερες υποδομές (αίθουσες, εργαστήρια, μέσα διδασκαλίας) από το μέσο δημόσιο σχολείο με όλα τα προβλήματα και τις ελλείψεις που σαφώς έχει. Διότι είναι αλήθεια ότι υπάρχουν σχολεία – κοσμήματα, αλλά όμως και σχολεία στεγασμένα σε ακατάλληλους χώρους με σοβαρότατα προβλήματα υποδομής ή και σχολεία – τερατουργήματα όπως το συγκρότημα της Γκράβας. Νομίζω όμως, ότι ακόμα και έτσι, μιλώντας σε γενικές γραμμές, δεν τίθεται θέμα σοβαρής σύγκρισης (για τους άπιστους Θωμάδες, εδώ).
Τέλος είμαι σίγουρος ότι ούτε ζήτημα πρόσθετων ωρών υφίσταται διότι τότε η ενισχυτική διδασκαλία (στην οποία απασχολούνταν καθηγητές εργαζόμενοι κυρίως στην παραπαιδεία) θα μπορούσε να είχε ικανοποιήσει και αυτή την «αδυναμία». Άρα πώς εξηγείται η ανθεκτικότητα της παραπαιδείας ασχέτως αλλαγών στο εκπαιδευτικό και το εξεταστικό σύστημα; Πριν όμως προσπαθήσω ν’ απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα θα επισημάνω πρώτα, ποιοι είναι αυτοί που βιοπορίζονται από την παραπαιδεία.
Έχουμε και λέμε:
Καθηγητές – ιδιοκτήτες φροντιστηρίων που συνειδητά επέλεξαν τον συγκεκριμένο χώρο έχοντας ή όχι και κάποια σχολική εμπειρία. Απόφοιτοι των φερόμενων ως «καθηγητικών» σχολών, αυτοπροσδιοριζόμενοι αυθαίρετα και αβάσιμα ως «αδιόριστοι» καθηγητές περιμένοντας (οι περισσότεροι απ’ αυτούς) υπομονετικά να έρθει η σειρά τους να διοριστούν ως μόνιμοι στο κατασυκοφαντημένο, και από τους ίδιους, δημόσιο σχολείο. Άνθρωποι που ανήκουν στις δυο παραπάνω κατηγορίες (αλλά και αυτοί που δεν βρήκαν δουλειά ούτε σε φροντιστήριο) και που εκτός από αυτήν τους την απασχόληση, παραδίδουν και ιδιαίτερα κατ’ οίκον μαθήματα.
Ωρομίσθιοι και αναπληρωτές καθηγητές δημόσιων σχολείων οι οποίοι έχουν συνήθως φροντιστηριακή εμπειρία και παράλληλα παραδίδουν ιδιαίτερα κατ’ οίκον μαθήματα. Μόνιμοι καθηγητές του δημοσίου που παραδίδουν ιδιαίτερα κατ’ οίκον μαθήματα. Αυτοί που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία είναι επιχειρηματίες οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες και ως τέτοιοι ασκούν το νόμιμο δικαίωμά τους στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς. Όσοι ανήκουν στις δυο επόμενες κατηγορίες εργάζονται σκληρότατα για να φέρουν σε πέρας το έργο που προσδιόρισε ο φροντιστηριούχος.
Τις περισσότερες φορές με λιγότερα από το προβλεπόμενο ή και καθόλου ένσημα και με αμοιβή επί της ώρας σε πολλές περιπτώσεις από αναντίστοιχη προς το παραγόμενο έργο τους έως και εξευτελιστική προς τους ίδιους. Εννοείται ότι όσοι «έχουν» και ιδιαίτερα (προσθέτω και την τέταρτη κατηγορία) φοροδιαφεύγουν συνειδητά, διότι για απόδειξη ούτε λόγος. Λες και είναι αναπαλλοτρίωτο δικαίωμά τους να μην δηλώνουν τα εισοδήματά τους. Και φτάνουμε στην διπλά παρανομούσα κατηγορία.
(συνεχίζεται…)
Πηγή: Protagon.gr


