ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΜΟΥ «Η ΜΑΚΡΑ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ»

  • «Είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια να γίνει για πρώτη φορά μετά το 1944 η καταγραφή των απωλειών και καταστροφών που υπέστη η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο»
  • «Δεν έχει υπάρξει ένα ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο θα καταγράψει με συστηματικό τρόπο και θα τεκμηριώσει τις καταστροφές και τις έμψυχες απώλειες που υπέστη η χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου»

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΙΟΥΤΟΠΟΥΛΟΣ

Εκδήλωση παρουσίασης του συλλογικού τόμου «Η μακρά νύχτα της Κατοχής – Ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές στην κατεχόμενη Ελλάδα (1941-1944)», σε επιμέλεια των Στράτου Δορδανά και Μενέλαου Χαραλαμπίδη, πραγματοποιήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου 7 Μαρτίου 2026, στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Δημαρχείου Δράμας. Για το βιβλίο μίλησαν ο κ. Στράτος Δορδανάς, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας ΑΠΘ, η κ. Γεωργία Μπακάλη, διδάκτωρ Ιστορίας, και ο κ. Τάσος Χατζηαναστασίου, διδάκτωρ Ιστορίας. Χαιρετισμό στην αρχή της εκδήλωσης απεύθυνε ο συγγραφέας κ. Βασίλης Τσιαμπούσης. Η εκδήλωση διοργανώθηκε από τον Δήμο Δράμας, τη Μέριμνα Ποντίων Κυριών Δράμας, τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια και το βιβλιοπωλείο Μανιφέστο.

Ο συγκεκριμένος συλλογικός τόμος αποτελεί μελέτη για τις ανθρώπινες απώλειες και τις υλικές καταστροφές στην Ελλάδα της Κατοχής, καθώς συγκαταλέγεται στις χώρες που υπέστησαν δυσανάλογες απώλειες σε σχέση με το μέγεθος και τον πληθυσμό τους. Παράλληλα, επικαιροποιεί παλαιότερα δεδομένα και ταυτόχρονα επιχειρεί να ανανεώσει το επιστημονικό και επιστημολογικό ενδιαφέρον για την πληρέστερη χαρτογράφηση της καταστροφής. Άλλωστε, η τριπλή, γερμανική, ιταλική και βουλγαρική Κατοχή, που επέφερε τον διοικητικό διαμελισμό της χώρας, επισώρευσε πρόσθετα δεινά, ενώ ο εφιαλτικός λιμός στοιχειώνει ακόμα τη συλλογική μνήμη, δίνοντας στη λέξη «πείνα» μια ιδιαίτερη βαρύτητα στο Ελληνικό λεξιλόγιο. Με τη σειρά τους οι συλλήψεις, τα μπλόκα, οι μαζικές εκτελέσεις αντιστασιακών και αμάχων, η καταστροφή των εβραϊκών κοινοτήτων, οι πυρπολήσεις κατοικημένων περιοχών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η τακτική του πολιτικού χάους και της κοινωνικής διάσπασης συμβάδιζαν με τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση, καθιστώντας τον θάνατο πανταχού παρόντα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Ο συγκεκριμένος συλλογικός τόμος φιλοδοξεί να αφαιρέσει την Ελλάδα από τον κατάλογο των χωρών που αγνοούν τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του τιμήματος το οποίο κλήθηκαν να καταβάλουν, όταν αποφάσισαν να αντιταχθούν στον Άξονα.

Ανάμεσα σε όσους έχουν συνεισφέρει στη συγγραφή του τόμου συγκαταλέγεται ο κ. Τάσος Χατζηαναστασίου, ο οποίος ασχολήθηκε με τις απώλειες στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Ο κ. Χατζηαναστασίου έχει ιδιαίτερες σχέσεις με τη Δράμα, καθώς έχει ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης του Δήμου Δράμας, για την έρευνα και την καταγραφή των ιστορικών γεγονότων της βουλγαρικής κατοχής στην περιοχή. Άλλωστε, ο κ. Χατζηαναστασίου έχει συγγράψει, μαζί με τον Δραμινό κ. Δημήτρη Πασχαλίδη, το εμβληματικό έργο «Τα γεγονότα της Δράμας, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1941, εξέγερση ή προβοκάτσια;», το οποίο εκδόθηκε το 2004 από τη ΔΕΚΠΟΤΑ και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Στον συλλογικό τόμο συμμετέχει και η Δραμινή δρ Ιστορίας της Εκπαίδευσης και συγγραφέας κ. Δήμητρα Πατρωνίδου, η οποία ασχολήθηκε με τις βουλγαρικές απώλειες στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Όπως εγήγησε ο επιμελητής του τόμου κ. Δορδανάς, «ένας από τους στόχους, ένας επί μέρους στόχος, του συλλογικού τόμου, ήταν να καταγράψει συνολικά τις απώλειες και να δούμε και πτυχές των απωλειών από την πλευρά των κατακτητών».

«Έχει γίνει το πρώτο βήμα»

Σε δηλώσεις του στα τοπικά Μ.Μ.Ε. ο κ. Χατζηαναστασίου σημείωσε σχετικά με τον συλλογικό τόμο: «Είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια να γίνει για πρώτη φορά μετά το 1944 η καταγραφή των απωλειών και καταστροφών που υπέστη η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η έρευνα του Δοξιάδη και τα πορίσματά της είναι δεδομένο ότι πλέον έχουν ξεπεραστεί, διότι η έρευνα η ιστορική έχει προχωρήσει. Ειδικά τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία έχει αναδείξει και άλλες πλευρές του τραύματος της Κατοχής. Το βιβλίο τιτλοφορείται “Η μακρά νύχτα της Κατοχής” και πλέον μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτά τα νέα στοιχεία, έτσι ώστε να δώσουμε στο κοινό αυτή την παρακαταθήκη μνήμης, αλλά και διεκδίκησης, αν θέλετε, διότι πάντα είναι ζωντανό το θέμα των αποζημιώσεων. Μια πραγματική εικόνα, πιο έγκυρη, από ότι η παλαιότερη έρευνα, η οποία ήταν πολύτιμη, το 1944. Αξιοποιήθηκε στις διεκδικήσεις της Ελλάδας τότε στο συνέδριο της Ειρήνης, αλλά πλέον τώρα, με βάση τα νέα στοιχεία, θα πρέπει να ξαναδούμε το θέμα και να αποκατασταθεί η αλήθεια και για τα θύματα και για τους πραγματικούς αριθμούς των απωλειών, ακόμα και των κτιρίων, των υποδομών της χώρας. Οπότε θεωρώ ότι έχει γίνει το πρώτο βήμα, γιατί λείπουν κεφάλαια για κάποιες περιοχές της Ελλάδας».

Όσον αφορά τη δική του συμμετοχή στον συλλογικό τόμο, ο κ. Χατζηαναστασίου επεσήμανε: «Έχω την τιμή ως ειδικός ιστορικός της περιόδου της Κατοχής στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, δηλαδή των βουλγαροκρατούμενων περιοχών, να προσφέρω το κεφαλαίο που αφορά τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές, όπου βέβαια η Δράμα έχει την τιμητική της, διότι όπως γνωρίζουμε, εξαιτίας των γεγονότων στη Δράμα το ’41, είχε τα περισσότερα θύματα».

Ακόμη, σε σχέση με την τεκμηρίωση της περιόδου, ο κ. Χατζηαναστασίου ανέφερε: «Η τεκμηρίωση είναι επαρκής για τέτοιου είδους γεγονότα, με την έννοια ότι έχει γίνει μια πολύ συστηματική προσπάθεια καταγραφής όλων των θυμάτων από τα αντίποινα των βουλγαρικών κατοχικών δυνάμεων για την ανταρτική δράση και τα άλλα εγκλήματα που έγιναν εις βάρος του πληθυσμού. Όμως σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και σήμερα στους πολέμους, δεν μπορούμε να έχουμε ακριβή στοιχεία απωλειών. Σκεφτείτε είμαστε στο 2026, πόσο μάλλον το 1942, ’43, ’44, ’41, ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε μια απόλυτη καταγραφή μέχρι και του τελευταίου θύματος ή μέχρι του τελευταίου γκρεμισμένου σπιτιού. Όμως, νομίζω ότι προσεγγίζουμε πλέον πολύ κοντά στα πραγματικά δεδομένα. Οπότε τώρα η επιστήμη έτσι προχωράει. Έγινε η πρώτη δουλειά το ’44. Γίνεται τώρα, το 2026. Περιμένουμε νέους ερευνητές να προσφέρουν με τη δουλειά τους ακόμη περισσότερο, να πάμε ακόμα πιο κοντά στην αλήθεια και την πραγματικότητα».

«Μια πρώτη συστηματική προσπάθεια να καταγραφούν οι απώλειες της χώρας»

Ο κ. Δροδανάς, μιλώντας στα τοπικά Μ.Μ.Ε., σημείωσε: «Η έκδοση αυτή είναι προϊόν ενός συλλογικού τόμου, επομένως μόχθος των πολλών. Στο πλαίσιο της μελέτης και τεκμηρίωσης των ανθρώπινων απωλειών και υλικών καταστροφών που υπέστη η Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο υπέρτιτλος είναι “Η μακρά νύχτα της Κατοχής” και αυτό σηματοδοτεί και το περιχεόμενο του τόμου. Στον τόμο αυτόν έχουν συμβάλλει 16 ερευνητές, χωρίς όμως να καλύπτεται γεωγραφικά το σύνολο της χώρας, αλλά αυτό σηματοδοτεί μια πρώτη συστηματική προσπάθεια να καταγραφούν στις σελίδες αυτού του συλλογικού τόμου οι απώλειες της χώρας. Αυτό το σημειώνω γιατί μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει όχι ένας συλλογικός τόμος, δεν έχει υπάρξει ένα ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο θα καταγράψει με συστηματικό τρόπο και θα τεκμηριώσει τις καταστροφές και τις έμψυχες απώλειες που υπέστη η χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Επομένως, είναι μια πρώτη προσπάθεια και κυρίως ευελπιστούμε αυτός ο συλλογικός τόμος να λειτουργήσει ως το έναυσμα, ώστε στο μέλλον να αναληφθούν και άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες και κυρίως να υπάρξει ένας συντονισμός και μια χρηματοδότηση ενός μεγάλου ερευνητικού προγράμματος, το οποίο θα συστηματοποιήσει την έρευνα σε αυτό το επίπεδο».

Σχετικά με το αν είναι επίκαιρη η καταγραφή των θυμάτων και των απωλειών την περίοδο της Κατοχής, ο κ. Δορδανάς επεσήμανε: «Δεν έχει πάψει ποτέ να είναι επίκαιρο, γιατί η χώρα διεκδικεί να αποτελέσει έναν από τους δύο συνομιλητές για αυτά τα ζητήματα, με το έτερο μέρος να είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η χώρα διεκδικεί και ποτέ δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια αυτή για τις επανορθώσεις, επομένως για τις καταστροφές και ό,τι συνέβη στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του πολέμου και της τριπλής Κατοχής. Και η χώρα δεν έχει πάψει να διεκδικεί επίσης και το κατοχικό δάνειο. Οπότε είναι επίκαιρο όσο ποτέ και θα συνεχίσει να είναι επίκαιρο και από την άποψη, για σκεφτείτε, εάν κάποια στιγμή στο μέλλον μέσω διπλωματικής οδού και της επίσημης πολιτικής, η Γερμανία δεχτεί να καθίσει στο τραπέζι των συζητήσεων, των διαπραγματεύσεων, η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη για να το κάνει αυτό. Κατά την άποψή μας, η Ελλάδα δεν είναι ακόμα έτοιμη για να συγκροτήσει ένα φάκελο που θα αποδεικνύει πέρα πάσης αμφιβολίας το τι συνέβη στη χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου και της Κατοχής».

Όσον αφορά το εάν η Πολιτεία κάνει όσα πρέπει για να βοηθήσει ερευνητικές προσπάθειες, ο κ. Δορδανάς ανέφερε ότι αυτό δεν συμβαίνει και πρόσθεσε: «Η Πολιτεία εξακολουθεί με τρόπο αποσπασματικό και συγκυριακό να αντιλαμβάνεται την οφειλή της απέναντι στο παρελθόν και δη στο αυτοτραυματικό παρελθόν και την οφειλή της όχι μόνο απέναντι στην Ιστορία, αλλά και την οφειλή της στους νέους επιστήμονες. Συζητάμε πάντοτε ότι θα πρέπει να συγκρατήσουμε το επιστημονικό δυναμικό εντός της χώρας, αλλά με ποιον τρόπο; Όταν δεν υπάρχουν ερευνητικά προγράμματα, όταν η χώρα δεν χρηματοδοτεί ερευνητικά προγράμματα, η Πολιτεία η ίδια, και κυρίως όταν δεν επενδύει σε πόρους στις θεωρητικές επιστήμες. Άρα είναι χρέος της Πολιτείας και αυτή είναι μια προσπάθειά μας και μια αγωνία μας να επισημάνουμε στην Πολιτεία αυτές τις οφειλές της».