Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά

ATPL

AIRLINE PILOT

B737NG AIRBUS 320

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Η Εκκλησία πρέπει να έχει οπωσδήποτε λόγο στα δημόσια δρώμενα της χώρας. Διότι τα δημόσια δρώμενα αφορούν στους πολίτες της χώρας και οι πολίτες είναι παιδιά της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου η Εκκλησία δεν μπορεί να μην ενδιαφέρεται για τα παιδιά της. Διότι Εκκλησία δεν είναι μόνον οι Επίσκοποι ή μόνον οι Επίσκοποι και οι Ιερείς. Εκκλησία είναι το σύνολο όλων όσων έχουν βαπτιστεί και πιστεύουν αυτά που μας παρέδωσε ο Χριστός, οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες μας. Την Εκκλησία, δηλαδή, απαρτίζουν και οι κληρικοί και οι λαϊκοί εξ ίσου. Βεβαίως ο καθένας έχει μια ιδιαίτερη διακονία μέσα στην Εκκλησία. Οι ιερείς έχουν το διακόνημα της διαποιμάνσεως και οι λαϊκοί συνεισφέρουν όπου ο καθένας έχει δυνατότητα, όπως στην διοίκηση, την φιλανθρωπία, την ψαλτική, την καθαριότητα κλπ. Εφ’ όσον λοιπόν, τα μέλη της Εκκλησίας είναι και μέλη του κράτους στο οποίο κατοικούν, ως πολίτες αυτού του κράτους έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να εκφράζουν την άποψή τους για την πορεία και τα δρώμενα στη χώρα τους και κυρίως για όσα έρχονται σε αντίθεση με την εις Χριστόν πίστη τους.

Βασικό θέμα είναι οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Η ρήση του Χριστού «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη διακήρυξη διαχωρισμού της Εκκλησίας από το κράτος, με την έννοια ότι το κράτος δεν παρεμβαίνει σε θέματα πίστης και η Εκκλησία δεν παρεμβαίνει σε θέματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Όμως ιστορικά δεν έχει δοθεί αυτή η ερμηνεία, τουλάχιστον μετά την ανάδειξη του Χριστιανισμού σε κρατική θρησκεία. Η κυρίαρχη ερμηνεία στάθηκε, διαμέσου των αιώνων, η στενή σύμπραξη με την εξουσία, μέχρι και ταύτιση μαζί της. Στο όνομα της σωτηρίας των ψυχών έγιναν πόλεμοι και σταυροφορίες, θανατώθηκαν (πολύ συχνά με φρικτά βασανιστήρια) αιρετικοί και μάγισσες, υποδουλώθηκαν ολόκληροι πληθυσμοί ιθαγενών, μερικές φορές μέχρις εξόντωσης. Σε αντίθεση με τους αρχαίους Έλληνες (και άλλους ειδωλολάτρες), που έκαναν μεν πολέμους, αλλά ποτέ για να επιβάλουν τη θρησκεία τους, οι μονοθεϊστικές θρησκείες, Χριστιανισμός και Μωαμεθανισμός, επιδόθηκαν σε θρησκευτικούς πολέμους (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτω από τον μανδύα της θρησκευτικής υπεροχής δεν κρύβονταν συμφέροντα πολύ πιο επίγεια). Στο ερώτημα κατά πόσον η ευλογία των όπλων ή η σύμπνοια με κάθε λογής δικτάτορες συμβιβάζονται με τη διδασκαλία του Χριστού, πειστική απάντηση από μεριάς των χριστιανικών εκκλησιών δεν έχει δοθεί.

Συνυπάρχουν λοιπόν στους κόλπους της Εκκλησίας (και εστιάζω εδώ στη δική μας, την Ελληνική Εκκλησία) δύο αντίθετα κηρύγματα, ένα κήρυγμα περιχαράκωσης και μισαλλοδοξίας και ένα κήρυγμα αγάπης και αλληλεγγύης. Το ποιο θα επικρατήσει έχει μεγάλη σημασία, καθώς η Εκκλησία βρίσκεται σε περίοπτη θέση στην κοινωνία μας και επηρεάζει συνειδήσεις και συμπεριφορές – και το γνωρίζει και το χρησιμοποιεί. Ιδίως σε εποχές δυστυχίας και πτώχευσης του πληθυσμού, ο ρόλος της είναι σημαντικός και βαθύτατα πολιτικός.

Και όταν λέω πολιτικός, δεν εννοώ βέβαια την εμπλοκή στα της Πολιτείας, τη στήριξη του τάδε κόμματος ή του δείνα υποψήφιου. Πολιτικός, αλλά όχι εκλογικός, όχι κομματικός. Πολιτικός ως προς την ενεργή αντιμετώπιση της φτώχειας και της δυστυχίας των συνανθρώπων. Και πολιτικός επειδή η εμπλοκή στον αγώνα κατά της δυστυχίας έχει επιλογές: η βοήθεια προς τον πάσχοντα είναι ανυστερόβουλη ή ιδιοτελής, δίνεται χωρίς αντάλλαγμα ή με απαίτηση ανταλλάγματος (π.χ. στήριξης, υπακοής, υπηρεσίας, προσηλυτισμού), χορηγείται αδιακρίτως ή επιλεκτικά. Η δράση έχει σαν αποτέλεσμα την όξυνση ή την άμβλυνση των διαφορών μεταξύ των τμημάτων του πληθυσμού που πλήττονται.

Σήμερα, μάλιστα, ως αποτέλεσμα αποτυχημένων οικονομικών επιλογών, τόσο στη χώρα μας όσο και παγκόσμια (αποτυχημένων βέβαια για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά επιτυχημένων για τους λίγους που πλουτίζουν εις βάρος της) βρισκόμαστε σε ανθρωπιστική κρίση. Υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στον πλούτο της Εκκλησίας και στην ένδεια του πληθυσμού, και η βοήθεια που δίνει η Εκκλησία είναι μάλλον από το περίσσευμα παρά από το υστέρημά της.

Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι η Εκκλησία πρέπει να παραιτηθεί από την περιουσία που επί αιώνες έχει συσσωρεύσει. Όμως, η επίδειξη του πλούτου και η σπατάλη είναι άκρως ενοχλητικές και απαξιωτικές για όποιον προσφεύγει σ’ αυτές. Για παράδειγμα, δεν βλέπω τι δικαιολογεί την υποδοχή του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα και μάλιστα με τιμές αρχηγού κράτους. Αν μη τι άλλο, δεν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το περσινό, που έχει παραμείνει στα άσβεστα καντήλια των εκκλησιών; Και γιατί ο κάθε ταπεινός ιερέας, ο οποίος μπορεί να τελέσει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, δεν μπορεί να ευλογήσει το φως της Ανάστασης; Ωφελεί την Εκκλησία αυτή η επίδειξη χλιδής, υπεροψίας και ανορθολογισμού;

(συνεχίζεται…)

 

Πηγές

Το Βήμα

Αυγή

Εκκλησία on line