ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΟΡΙΑ: Η ΛΕΞΗ «ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ» ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΟΞΑΤΟΥ

Εκφράσεις προσβολής και ντροπής ακούστηκαν από τον Δήμαρχο Δοξάτου Γιώργο Βογιατζή

Του Σπύρου Λάτσα

Απίστευτα και όμως αληθινά ή «Δοξατινά» γεγονότα από τη Δημοτική Αρχή στιγματίζουν και κατηγοριοποιούν πολίτες χωρίς ίχνος πολιτικής αντιληπτικής ικανότητας από τους Διοικούντες, με χαρακτηρισμούς που δεν δικαιολογούν σε καμιά περίπτωση αυτά που η Δημοτική Αρχή προσπαθεί να προσάψει ή να χαρακτηρίσει τους δημότες του Δήμου Δοξάτου.

Στο Δημοτικό Συμβούλιο μεταξύ άλλων ακούστηκε ο χαρακτηρισμός από το στόμα του Δημάρχου κ. Γιώργου Βογιατζή πως αυτοί που πληρώνουν είναι «νοικοκυραίοι»… αφήνοντας σαφέστατη αιχμή πως όλοι οι υπόλοιποι (που αδυνατούν να πληρώσουν) δεν είναι νοικοκύρηδες.

Μια φράση που, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζει επιβραβευτική για τη συνέπεια, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το μήνυμα που εκπέμπεται προς όσους αδυνατούν αντικειμενικά να πληρώσουν.

Και το θέμα είναι ότι όντως μπορεί να μην μπορούν όλοι να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, αλλά αυτό δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα ανεξαρτήτως αξιώματος να προσβάλει και να κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους που δεν πληρώνουν έγκαιρα τις υποχρεώσεις τους.

Άλλωστε και ο Δήμος Δοξάτου από την έναρξη της ΔΕΥΑ δεν μπόρεσε να είναι συνεπής με υποχρεώσεις του στο Δημόσιο με αποτέλεσμα να επιβληθούν πρόστιμα. Άραγε ο Δήμος Δοξάτου επί των ημερών Διοίκησης του κ. Γιώργου Βογιατζή δεν είναι νοικοκύρης;;; Και αν δεν είναι νοικοκύρης, ο Δήμαρχος του Δοξάτου πώς επιτρέπει να διασύρεται ο Δήμος του επειδή κάποιες περιπτώσεις υποχρεώσεων του δεν εξυπηρετήθηκαν ως όφειλε η Δημοτική Αρχή;;;

Εκτιμώ λοιπόν ότι ο χαρακτηρισμός «νοικοκυραίοι» από θεσμικό πρόσωπο και μάλιστα από Δήμαρχο όταν χρησιμοποιείται για όσους μπορούν και καταφέρνουν να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, έχει βαρύ κοινωνικό και πολιτικό αντίκτυπο. Και το αντίκτυπο αυτό αντηχεί ιδιαίτερα στους οικονομικά ασθενέστερους συμπολίτες που δεν πληρώνουν όχι από επιλογή, αλλά από αδυναμία.

Αν αναλύσουμε τον κοινωνικό αντίκτυπο μίας τέτοιας τοποθέτησης είναι σίγουρο πως για τα ευάλωτα νοικοκυριά ο όρος αυτός

  • Υπονοεί ηθική ανωτερότητα των οικονομικά συνεπών, σαν η αδυναμία πληρωμής να είναι ζήτημα «νοικοκυροσύνης» και όχι εισοδήματος.
  • Στιγματίζει τη φτώχεια, μετατρέποντας μια αντικειμενική οικονομική δυσκολία σε προσωπικό ελάττωμα.
  • Δημιουργεί αίσθημα ντροπής, αποκλεισμού και απαξίωσης, ειδικά σε ανθρώπους που ήδη πιέζονται ψυχολογικά.

Αν δούμε και προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε την φράση ή αν θέλετε την νοοτροπία που εκφράζεται με μία τέτοια τοποθέτηση ο θεσμικός και πολιτικός αντίκτυπος όταν η φράση προέρχεται από τον Δήμαρχο, χαρακτηρίζεται από την ευρύτερη κοινωνία ως αλλοίωση του ρόλου του θεσμού, που οφείλει να εκπροσωπεί όλους τους δημότες, όχι μόνο όσους «αντέχουν».

Εκπέμπει μήνυμα ότι η Δημοτική Αρχή διαχωρίζει πολίτες σε «καλούς» και «κακούς», αντί για πολίτες με διαφορετικές δυνατότητες.

Και το σημαντικότερο ότι υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή και η εμπιστοσύνη προς τη διοίκηση.

Και αν ακόμα το επεκτείνουμε ακόμα περισσότερο θα διαπιστώσουμε ότι παράγεται συμβολική βία.

Η χρήση τέτοιων όρων αλλά και πρακτικών συνιστά μορφή συμβολικής βίας, γιατί νομιμοποιεί κοινωνικές ανισότητες και μεταθέτει την ευθύνη από τις δομικές αιτίες (χαμηλοί μισθοί, ανεργία, ακρίβεια, ενεργειακό κόστος) στον ίδιο τον πολίτη.

Τι θα όφειλε να λέει ένας Δήμαρχος εξαρτάται από πολλά πράγματα τα οποία δεν είναι της παρούσης για ανάλυση. Θα αναφερθώ γενικά και θα πω πως ένας θεσμικός λόγος οφείλει:

  • Να αναγνωρίζει μεν την προσπάθεια όσων πληρώνουν, χωρίς όμως να απαξιώνει όσους δεν μπορούν.
  • Να μιλά για κοινωνική πολιτική, ρυθμίσεις, ελαφρύνσεις και προστασία των αδυνάτων και να χρησιμοποιεί ενωτική και όχι διχαστική γλώσσα.
  • Να μην χρησιμοποιεί μέσα που του δίνει μεν το δικαίωμα ο νόμος αλλά εκείνος να καταφεύγει σε οριζόντιες κατασχέσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς μία μόλις ημέρα πριν αρχίσει να εφαρμόζεται η δυνατότητα της ρύθμισης των οφειλών.

Το γενικό συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι ο όρος «νοικοκυραίοι», σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ουδέτερος.

Λειτουργεί αποκλειστικά, ηθικοποιεί τη φτώχεια και πλήττει τους οικονομικά ασθενέστερους, όταν μάλιστα εκφέρεται από θεσμικά χείλη που υπάρχει η υποχρέωση κοινωνικής ευαισθησίας και ισονομίας.

 

Όταν η «νοικοκυροσύνη» γίνεται διαχωριστική γραμμή στους δημότες

 

Ο δημόσιος λόγος των αιρετών δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Ιδίως όταν προέρχεται από θεσμικά πρόσωπα με ευθύνη απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο χαρακτηρισμός «νοικοκυραίοι» για όσους πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, όταν εκφέρεται από Δήμαρχο, δεν αποτελεί απλώς μια άστοχη φράση, αλλά συνιστά έναν επικίνδυνο κοινωνικό διαχωρισμό.

Διότι, έμμεσα αλλά σαφώς, δημιουργείται η αντίληψη ότι όσοι αδυνατούν να πληρώσουν δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία πολιτών. Ότι υστερούν όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ηθικά. Κι όμως, οι οικονομικά ασθενέστεροι συμπολίτες μας δεν επιλέγουν την αδυναμία πληρωμής, αλλά τη βιώνουν.

Σε μια εποχή ακρίβειας, ενεργειακής φτώχειας, χαμηλών εισοδημάτων και ανασφάλειας, η φτώχεια δεν είναι ατομικό ελάττωμα. Είναι κοινωνική πραγματικότητα. Και η χρήση όρων που ηθικοποιούν την οικονομική δυνατότητα πληρωμής, μετατρέπει την ανάγκη σε ντροπή.

Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν είναι να κατηγοριοποιεί τους πολίτες, αλλά να διασφαλίζει κοινωνική συνοχή, δικαιοσύνη και προστασία των ευάλωτων. Η αναγνώριση της συνέπειας όσων πληρώνουν μπορεί και πρέπει να γίνεται χωρίς να στιγματίζονται όσοι δεν μπορούν.

Η γλώσσα ενός Δημάρχου οφείλει να είναι ενωτική. Γιατί οι λέξεις δεν είναι απλές λέξεις. Διαμορφώνουν στάσεις, πολιτικές και τελικά, κοινωνίες.

Όταν ένας Δήμαρχος αποκαλεί «νοικοκυραίους» όσους πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: Όσοι δεν πληρώνουν όχι από επιλογή αλλά από αδυναμία θεωρούνται κάτι λιγότερο. Η φτώχεια, όμως, δεν είναι έλλειψη νοικοκυροσύνης. Είναι κοινωνική συνθήκη.

Ο θεσμικός λόγος δεν πρέπει να χωρίζει τους πολίτες σε «άξιους» και «ανάξιους», αλλά να τους ενώνει και να τους προστατεύει. Γιατί ο Δήμος ανήκει σε όλους και στους δυνατούς και στους αδύναμους.

Ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου πολλοί συμπολίτες μας αδυνατούν αντικειμενικά να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, τέτοιες διατυπώσεις ενδέχεται να προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των οικονομικά ασθενέστερων και να πλήξουν την κοινωνική συνοχή.

Για αυτό και προκύπτουν τα εξής ερωτήματα προς τη Δημοτική Αρχή:

  • Πώς διασφαλίζει ότι ο δημόσιος λόγος της παραμένει ενωτικός και συμπεριληπτικός;
  • Ποια μέτρα κοινωνικής πολιτικής λαμβάνονται για τη στήριξη όσων αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους;
  • Πώς αποφεύγεται η έμμεση ηθικοποίηση της οικονομικής δυνατότητας των πολιτών;

 

Ο κοινωνικός αντίκτυπος: η ηθικοποίηση της φτώχειας

 

Σύμφωνα με τη σύγχρονη κοινωνιολογική προσέγγιση, η φτώχεια και η οικονομική αδυναμία δεν συνιστούν ατομική αποτυχία, αλλά αποτέλεσμα δομικών συνθηκών: χαμηλών εισοδημάτων, ανεργίας, ακρίβειας, ενεργειακής κρίσης και αυξημένων βασικών δαπανών.

Η χρήση όρων όπως «νοικοκυραίοι»:

  • δημιουργεί έναν άτυπο διαχωρισμό μεταξύ «συνεπών» και «ασυνεπών» πολιτών,
  • υπονοεί ότι η οικονομική δυσχέρεια ταυτίζεται με έλλειψη υπευθυνότητας,
  • ενισχύει τον κοινωνικό στιγματισμό ευάλωτων ομάδων (άνεργοι, χαμηλοσυνταξιούχοι, μονογονεϊκές οικογένειες).

Στην πράξη, η φτώχεια μετατρέπεται από κοινωνικό πρόβλημα σε ηθικό ζήτημα, κάτι που η κοινωνιολογία περιγράφει ως «ηθικοποίηση της ανισότητας».

Καλό θα ήταν λοιπόν πριν βγουν από θεσμικά χείλη λέξεις που έχει βιώσει το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας μας (και δη των μικρών κοινωνιών που όλοι γνωριζόμαστε) να υπάρχει φιλτράρισμα και επίγνωση των συλλαβών ή των προτάσεων που θα ακουστούν.

Άλλωστε το Δημοτικό Συμβούλιο δεν είναι χώρος πολιτικής αντιπαράθεσης μόνο, αλλά είναι χώρος συλλογικής ευθύνης. Εκεί ο λόγος του Δημάρχου δεν εκφράζει προσωπική άποψη, αλλά τη στάση του θεσμού απέναντι στους δημότες.

Όταν μέρος της κοινωνίας ακούει – έστω και έμμεσα – ότι δεν ανήκει στους «νοικοκυραίους», το μήνυμα που λαμβάνει δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι κοινωνικά τραυματικό.

Επίσης πρέπει να γνωρίζει η Δημοτική Αρχή του Δήμου Δοξάτου και κάθε άλλη Δημοτική Αρχή ότι ο Δήμος δεν είναι μόνο οι λογαριασμοί που πληρώνονται. Είναι και οι άνθρωποι που αγωνίζονται να σταθούν όρθιοι.

Κλείνοντας θα ήθελα να ρωτήσω έστω και γραπτώς με σημασία δημόσιου λόγου τα εξής μετά τη συγκεκριμένη τοποθέτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο.

  1. Πώς αντιλαμβάνεται η Δημοτική Αρχή τον ρόλο του θεσμικού λόγου, όταν αυτός εκφέρεται ενώπιον όλων των δημοτών;
  1. Ποια μέτρα κοινωνικής πολιτικής εφαρμόζονται ή σχεδιάζονται για τα νοικοκυριά που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις;
  2. Υπάρχει πρόβλεψη για ρυθμίσεις, κοινωνικά τιμολόγια ή απαλλαγές, ώστε να μην οδηγούνται οι οικονομικά ασθενέστεροι σε περαιτέρω περιθωριοποίηση;
  3. Θα υπάρξει διευκρίνιση ή επανατοποθέτηση, ώστε να αποκατασταθεί το αίσθημα ισοτιμίας μεταξύ των δημοτών;

Εν αναμονή λοιπόν απαντήσεων οι οποίες και εννοείται πως θα δημοσιευθούν (εφόσον ληφθούν) στην εφημερίδα μας.