
ΡΕΠΟΡΤΑΖ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΙΟΥΤΟΠΟΥΛΟΣ
Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Δράμας, το απόγευμα της Τετάρτης 4 Μαρτίου 2026, το θέμα που κυριάρχησε δεν αφορούσε ένα ζήτημα καθημερινής λειτουργίας του Δήμου. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην εύρεση του καταλληλότερου τρόπου για την ιστορική δικαίωση και τη θεσμική αναγνώριση των θυμάτων που υπέστησαν διώξεις, εκτελέσεις, εκτοπισμούς και άλλες μορφές βίας κατά τις περιόδους των τριών Βουλγαρικών Κατοχών στην περιοχή της Δράμας.
Άλλωστε, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τη σημασία διατήρησης της ιστορικής μνήμης και της ανάδειξης των τραγικών γεγονότων που έχουν σημαδέψει την τοπική ιστορία. Εξάλλου, η διατήρηση της μνήμης των θυμάτων στη σύγχρονη εποχή αποτελεί χρέος της τοπικής κοινωνίας, όχι μόνο ως φόρο τιμής προς όσους χάθηκαν, αλλά και ως υπενθύμιση της σημασίας της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, με πρόταση του Δημοτικού Συμβούλου και επικεφαλής της παράταξης «Πόλη και Ζωή» κ. Μιχάλη Μλεκάνη, τέθηκε ως θέμα στην ημερήσια διάταξη η «Τοποθέτηση μαρμάρινης στήλης με τα ονόματα των θυμάτων της βουλγαρικής θηριωδίας στο αντίστοιχο μνημείο (γωνία οδών Εθνικής Αμύνης και 28ης Οκτωβρίου)». Με πρόσφατη την έντονη συγκίνηση που προκλήθηκε σε πανελλήνιο επίπεδο με τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των 200 εκτελεσθέντων στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, ο κ. Μλεκάνης έθεσε το συγκεκριμένο θέμα, με σκοπό να τιμηθούν τα θύματα της Δράμας, βάζοντας ως χρονικό ορίζοντα τη σχετική εκδήλωση μνήμης τον προσεχή Σεπτέμβριο για όσους εκτελέσθηκαν μετά την εξέγερση τον Σεπτέμβριο του 1941.
Τελικά, το ζήτημα της απόδοσης τιμής στα θύματα και της εύρεσης του ενδεδειγμένου τρόπου θα εξεταστεί από επιτροπή, την οποία συνέστησε το Δημοτικό Συμβούλιο και αποτελείται από ιστορικούς ή ερευνητές της τοπικής Ιστορίας και εκπροσώπους όλων των δημοτικών παρατάξεων, ενώ η εκπροσώπηση από τον ιστορικό χώρο μπορεί να διευρυνθεί στην πορεία. Μέλη της επιτροπής είναι η κ. Γεωργία Μπακάλη και οι κ.κ. Δημήτρης Πασχαλίδης, Χρίστος Φαράκλας, Βασίλης Τσιαμπούσης και Δημήτρης Σφακιανάκης, ενώ συμμετέχουν και οι Δημοτικοί Σύμβουλοι κ. Δέσποινα Αβραμίδου και κ.κ. Μιχάλης Μλεκάνης, Γιάννης Καψημάλης και Αλέξανδρος Τσιαμπούσης.
Για να φτάσει το σώμα στη συγκρότηση της επιτροπής, χρειάστηκε να μεσολαβήσει χρονικό διάστημα περίπου μιάμισης ώρας, όπου δεν έλειψαν κατά περιπτώσεις οι υψηλοί τόνοι, κυρίως μέχρι να ληφθεί απόφαση για τη χρησιμότητα και τον σκοπό της επιτροπής, καθώς και τον τρόπο με τον οποίον θα τιμηθούν τα θύματα.

«Για το μέλλον και για τις επόμενες γενιές και για τη συλλογική μνήμη και για την ιστορική γνώση, αυτό που έχει σημασία είναι τα τεκμήρια»
Στη συνεδρίαση παρευρέθηκε, μετά από πρόσκληση του Δημοτικού Συμβούλου κ. Αλέξανδρου Τσαιμπούδη, η δρ Ιστορίας και συγγραφέας κ. Γεωργία Μπακάλη, η οποία ενημέρωσε το σώμα για διάφορες ιστορικές πτυχές, ενώ παράλληλα στάθηκε στην έλλειψη τεκμηρίων για την ιστορία της Δράμας, όπως είναι αρχειακά τεκμήρια και φωτογραφίες εποχής. Επίσης, επεσήμανε ότι παρόλο που η Δράμα έχει υποφέρει τόσο πολύ, δεν έχει δημιουργηθεί ένα μουσείο ή κέντρο ιστορικής μνήμης.
Στην τοποθέτησή της κ. Μπακάλη, όσον αφορά τον αριθμό των θυμάτων και τα ονόματα αυτών, επεσήμανε: «Δεν είναι ο αριθμός των θυμάτων εξακριβωμένος και ποτέ νομίζω –από την έρευνα που κι εγώ κάνω αυτή τη στιγμή- δεν πρόκειται να εξακριβωθεί».
Επίσης, ενημέρωσε το σώμα, ότι το πρώτο μνημόσυνο για τα θύματα τελέστηκε το 1945 στη Μητρόπολη Αθηνών, παρουσία όλων των αρχών και του Πρωθυπουργού, ενώ στο μνημόσυνο της ίδιας χρονιάς στη Δράμα είχαν παρευρεθεί Υπουργοί της κυβέρνησης για να τιμήσουν τα θύματα. Όπως είπε, αυτό συνέβη χωρίς να υπάρχουν οστά και απλώς έγινε μια επιμνημόσυνη δέηση. Η κ. Μπακάλη, στη συνέχεια, επεσήμανε ότι «τον επόμενο Σεπτέμβριο, του 1946, συνεργεία του Δήμου Δράμας με τη βοήθεια του στρατού πήγαν σε διάφορα σημεία στις παρυφές της πόλης, όπου υπήρχαν ομαδικοί τάφοι που δεν είχαν ξεθαφτεί ακόμη τα οστά και κάποιοι άνθρωποι που ήταν στις ομαδικές εκτελέσεις και κατάφεραν να σωθούν υπέδειξαν στο συνεργείο του Δήμου πού βρίσκονταν ομαδικοί τάφοι. Έτσι λοιπόν, επί 3-4 ημέρες γίνονταν εκταφές, στα Πευκάκια, στους Στρατώνες Πυροβολικού, στο Καπνολογικό Ινστιτούτο, στη Γκιόλα Καλλιφύτου και στο λατομείο του Νικηφόρου».
Η κ. Μπακάλη υπογράμμισε ότι «δεν θα βρούμε ποτέ τον ακριβή αριθμό» και πρόσθεσε ότι σύμφωνα με τη δική της έρευνας υπάρχουν 100 ακόμη ονόματα θυμάτων των αντιποίνων που δεν είναι καταγεγραμμένα στους επίσημους καταλόγους. Ακόμη, ανέφερε ότι θύματα υπήρξαν και μέχρι να τελειώσει η Κατοχή και ο Β’ Παγκόσμιος και «δεν είναι μόνο τα θύματα των αντιποίνων». Επίσης, επεσήμανε ότι θύματα υπήρξαν και στις δύο πρώτες Βουλγαρικές Κατοχές.
Στη συνέχεια, η κ. Μπακάλη στάθηκε στην ανάγκη εύρεσης τεκμηρίων και για τις τρεις Βουλγαρικές Κατοχές. Όπως είπε, «μέλημά μας να βρούμε τεκμήρια. Να βρούμε φωτογραφίες. Να βρούμε αρχειακά τεκμήρια – ντοκουμέντα». «Κατά τη γνώμη μου, και για το μέλλον και για τις επόμενες γενιές και για τη συλλογική μνήμη και για την ιστορική γνώση, αυτό που έχει σημασία είναι τα τεκμήρια» υπογράμμισε η κ. Μπακάλη και αναφέρθηκε και στην ανάγκη δημιουργίας μουσείου ή κέντρου ιστορικής μνήμης.
Οι τοποθετήσεις του Δημάρχου και των επικεφαλής των παρατάξεων
Πριν από την τοποθέτηση της κ. Μπακάλη, έλαβαν τον λόγο οι επικεφαλής των παρατάξεων της αντιπολίτευσης.
Στην αρχική του τοποθέτηση, ο κ. Μλεκάνης, εισηγούμενος το θέμα, ανέφερε ότι το θέμα της τοποθέτησης μαρμάρινης στήλης έχει συζητηθεί σε παλαιότερη συνεδρίαση λογοδοσίας και δεν έχει προχωρήσει, αν και έχει περάσει αρκετός καιρός. «Να μην έχουμε άλλη επέτειο μνήμης των θυμάτων, χωρίς να έχει ανεγερθεί το σημείο», υπογράμμισε.
Ο κ. Ανδρέας Χαραλαμπίδης, επικεφαλής της παράταξης «Ενώνουμε τη Δράμα», απέδωσε τα εύσημα στον κ. Μλεκάνη για την πρωτοβουλία του και επεσήμανε ότι το θέμα είναι ιδαίτερα επίκαιρο. Όπως είπε, «μπορεί η Βουλγαρία να είναι ευρωπαϊκή χώρα και να είμαστε μαζί συνοδοιπόροι και σύμμαχοι, αλλά αυτά δεν πρέπει να ξεχνιούνται. Η ιστορία είναι καταγεγραμμένη και δεν πρέπει να την ξεχνάμε».
Στη συνέχεια, στην τοποθέτησή του, ο Δήμαρχος κ. Γιώργος Παπαδόπουλος στάθηκε αρχικά στην απόφαση για το κλείσιμο της ΔΕΚΠΟΤΑ, επισημαίνοντας ότι δημιουργήθηκε πρόβλημα στην έκδοση βιβλίων, αλλά και στην πραγματοποίηση συνεδρίων. Επίσης, στάθηκε και στο ζήτημα της αναγραφής των ονομάτων των θυμάτων και στο ποια ιστορική περίοδο θα πρέπει να αφορά. Τέλος, πρότεινε τη δημιουργία της επιτροπής, ώστε διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίον θα τιμηθούν τα θύματα.


