Ο ανταποκριτής του ΑΠΕ  Β. Λωλίδης σε κείμενο του έχει περιγράψει την Μάχη των Οχυρών:

Ξημερώματα 6ης Απριλίου 1941. Οι Γερμανοί επιχειρούν να εισβάλουν στην Ελλάδα θεωρώντας σχεδόν ότι πρόκειται για μια επίθεση χωρίς δυσκολίες. Τα γεγονότα όμως θα τους διαψεύσουν από πολύ νωρίς. Βρίσκουν απέναντι τους μαχητές των οχυρών της Γραμμής Μεταξά. Οι Έλληνες στρατιώτες ετοιμάζονται να γράψουν μια ακόμα λαμπρή σελίδα ηρωϊσμού και ανδρείας.

«Τον Απρίλιο του 1941, η είδηση πως οι Γερμανοί κατέλαβαν την κοιλάδα του Αξιού και προελαύνουν για τη Θεσσαλονίκη, “τρόμαξε” τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της Καβάλας. Έβλεπαν ότι δεν θα μπορούσαν να φύγουν δια ξηράς, αν και οι εντολές από την κυβέρνηση και το αρχηγείο στρατού, ήταν να παραμείνουν στις θέσεις τους», εξηγεί μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο ιστορικός ερευνητής Κώστας Παπακοσμάς.

Η μεγάλη λεηλασία
Έχοντας μελετήσει σε βάθος την ιστορία της περιοχής ο κ. Παπακοσμάς υπογραμμίζει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί και αξιωματούχοι που εργάζονταν στην Καβάλα εκείνο τον καιρό «αγνόησαν το όποιο καθήκον είχαν απέναντι στο αξίωμα που κατείχαν και κυρίως απέναντι στους κατοίκους. Ο φόβος της αιχμαλωσίας (αν και οι Γερμανοί δεν κράτησαν αιχμαλώτους για πολύ καιρό ούτε έστειλαν Έλληνες αξιωματικούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης) έκανε τους ανθρώπους αυτούς να το βάλουν στα πόδια. Οι μαρτυρίες λένε ότι οι ιθύνοντες της φυγής αυτής επινόησαν ένα κόλπο για την αναχώρηση τους ώστε να μην γίνουν αντιληπτοί από τους πολίτες. Σκηνοθέτησαν αντιαεροπορικό συναγερμό, οι σειρήνες στην πόλη ήχησαν και ο κόσμος κλείσθηκε στα καταφύγια. Την ίδια ώρα αυτοί επιβιβάσθηκαν σε πλοιάριο και βγήκαν από το λιμάνι όπου στα ανοιχτά ήταν ένα ατμόπλοιο στο οποίο επιβιβάσθηκαν με προορισμό αρχικά τη Θάσο και στη συνέχεια τη Λήμνο. Όταν ο κόσμος διαπίστωσε τι είχε συμβεί ξέσπασε οργή. Στην πόλη υπήρχαν αρκετές στρατιωτικές αποθήκες όπου φυλάσσονταν μεγάλες ποσότητες τροφίμων ικανές να θρέψουν επί μακρόν τον πληθυσμό.

Οι πολίτες εξουδετέρωσαν τις ισχνές φρουρές και εισέβαλαν στις αποθήκες. Ο καθένας προσπαθούσε να πάρει ότι μπορούσε. Λογικό ήταν να γίνει λεηλασία. Τα τρόφιμα σκορπίζονταν και οι πολίτες μάλωναν και ποδοπατούνταν».

Ο αείμνηστος καπνεργάτης και συνδικαλιστής, Γεώργιος Πέγιος, στο βιβλίο του «Από την ιστορία του Συνδικαλιστικού Κινήματος της Καβάλας (1922-1953)» περιγράφει γλαφυρά τις στιγμές εκείνες που στις διηγήσεις των Καβαλιωτών τα επόμενα χρόνια ονομάσθηκε «γιάμα». Ο Γεώργιος Πέγιος αναφέρει ότι υπήρχε και μια νεκρή καπνεργάτρια, η οποία ποδοπατήθηκε από το πλήθος, που προσπαθούσε να πάρει τρόφιμα από τις αποθήκες.

Η παρουσία των Γερμανών στην Καβάλα
Ο κ. Παπακοσμάς εξιστορώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ τα θλιβερά εκείνα γεγονότα της γερμανικής εισβολής σημειώνει: «Η συχωρεμένη η γιαγιά μου έλεγε για την αγωνία των κατοίκων να μεταφέρουν στα σπίτια τους αλεύρι, λάδι, ζυμαρικά ακόμα και σαπούνι. Οι Καβαλιώτες γνώριζαν ότι μαζί με τους Γερμανούς θα έρχονταν και οι Βούλγαροι κι αυτό τους τρόμαζε. Γνώριζαν την πείνα που είχε αφανίσει χιλιάδες συμπολίτες τους στη δεύτερη βουλγαρική κατοχή 1916-1918, κι αν δεν το είδαν οι ίδιοι, μια και ήταν οι περισσότεροι πρόσφυγες στην πόλη τους το περιέγραφαν οι ντόπιοι με τα πιο μελανά χρώματα. Για αυτό λοιπόν προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν κάποια αποθέματα τροφίμων».
«Μέχρι τον θάνατό τους πολλοί Καβαλιώτες», τονίζει με έμφαση, «περιέγραφαν τα χρόνια της κατοχής και ειδικά το μεγάλο βασανιστήριο της πείνας και της αγωνιώδους προσπάθειας για αναζήτηση τροφής».

Από την περιοχή του Περιγιαλίου, ανατολικά της πόλης, άρχισαν το πρωί της 10ης Απριλίου 1941 να μπαίνουν στην πόλη της Καβάλας τα πρώτα τμήματα εμπροσθοφυλακής των Γερμανών. Κλεισμένοι στα σπίτια οι Καβαλιώτες από τα παράθυρα παρακολουθούσαν τα άρματα, τα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και τις μοτοσικλέτες που με τάξη προχωρούσαν στους λιθόστρωτους δρόμους. «Το καλοκαίρι του 1941», σημειώνει ο κ. Παπακοσμάς, «οι Γερμανοί δημιούργησαν στην πόλη μια μικρή βάση υδροπλάνων. Παλιοί Καβαλιώτες σε διηγήσεις τους υποστήριζαν ότι οι Γερμανοί δεν ήταν ιδιαίτερα αυστηροί με τους Έλληνες, αντίθετα προσπαθούσαν να δώσουν σε αυτούς το περίσσευμα της τροφής τους σε μια εποχή που η βουλγαρική κατοχή και πείνα καταπίεζε αφάνταστα τους προγόνους τους».

Στα οχυρά γράφτηκε μια λαμπρή πολεμική ιστορία
Η γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας εκδηλώθηκε στις 05:15 το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, νωρίτερα δηλαδή από την 06:00 που αναφερόταν στη γερμανική διακοίνωση που επιδόθηκε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή από τον Γερμανό πρεσβευτή πρίγκιπα Έρμπαχ. Η υλική υπεροχή των Γερμανών, σύμφωνα με στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού), «αντισταθμιζόταν» από την ελληνική οχύρωση, το υψηλότατο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών και την υποτίμηση των παραγόντων αυτών από τους Γερμανούς. Οι μάχες εξελίχθηκαν από ανατολικά προς δυτικά. Στη Θράκη οι δυνάμεις των ταξιαρχιών Έβρου και Νέστου συμπτύχθηκαν με αποτέλεσμα τα οχυρά Νυμφαία και Εχίνος να περικυκλωθούν, ήδη από τις πρώτες ώρες της 6ης Απριλίου. Παρά τον σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού και αεροπορίας και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του πεζικού, τα οχυρά άντεξαν όλη την ημέρα και ανάγκασαν τους Γερμανούς να τα παρακάμψουν και να κινηθούν νοτιότερα. Δυτικότερα, στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου, η επίθεση της 72ης γερμανικής Μεραρχίας επικεντρώθηκε κυρίου στα δυτικά της τοποθεσίας, όπου υπήρχαν οι κύριες οδεύσεις που οδηγούσαν προς Δράμα και Σέρρες. Την περιοχή υπεράσπιζαν οι δυνάμεις του Συγκροτήματος Καραντάγ της XIV Μεραρχίας και η VII Μεραρχία. Το κύριο βάρος της επίθεσης από τέσσερα γερμανικά τάγματα δέχτηκαν τα οχυρά Λίσσε, Πυραμιδοειδές (που ήλεγχαν την οδό προς Δράμα) και Περιθώρι, Μαλιάγκα (που ήλεγχαν την οδό προς Κάτω Βροντού – Σέρρες). Οι γερμανικές δυνάμεις πεζικού υποστηρίζονταν από πυροβόλα εφόδου και πυροβολικό, αλλά δεν είχαν αεροπορική κάλυψη. Όλες οι κατά μέτωπο επιθέσεις των Γερμανών και οι προσπάθειες διείσδυσης αποκρούστηκαν από τα πυρά των οχυρών και του ελληνικού πυροβολικού.

Η κατασκευή των οχυρών
Οι περιοχές της Μακεδονίας – Θράκης μετά την κατάληψή τους από τον ελληνικό στρατό την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων αλλά και της έλευσης των προσφύγων το 1922 βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση από έργα υποδομής. Οι μετακινήσεις πληθυσμών είχαν δημιουργήσει μια ρευστή πληθυσμιακή κατάσταση, ενώ η πολιτική αστάθεια και η οικονομική δυσπραγία του κράτους δεν έδωσαν την ευκαιρία για την κατασκευή έστω στοιχειωδών υποδομών. Άρα, μέσα στο σχεδιασμό των οχυρώσεων έπρεπε να προβλεφθεί και η στοιχειώδης επικοινωνία των οχυρών με οδικούς άξονες, επικοινωνίες και σημεία αποθήκευσης – μεταφοράς. Τα προβλήματα αυτά έπρεπε να επιλυθούν παράλληλα με την κατασκευή των έργων.

Η κατασκευή της οχυρώσεως των συνόρων προέκυψε αμέσως μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων. Ο σχεδιασμός τους πέρασε από διάφορα στάδια που επηρεάζονταν από τις διάφορες πολιτικές εξελίξεις και τη διάθεση οικονομικών πόρων, την απόφαση όμως και την πραγμάτωση έλαβε και ολοκλήρωσε η κυβέρνηση Μεταξά. Ήταν έργο στρατιωτικών επιτροπών κατά τον σχεδιασμό, αλλά και η επίβλεψη της προόδου των έργων γινόταν από στρατιωτικές υπηρεσίες. Μία παράμετρος των έργων ήταν η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών – βιομηχανιών, καθώς και του τεχνικού κόσμου της εποχής για την επίλυση προβλημάτων που προέκυψαν από την ιδιαιτερότητα του πρωτόγνωρου για τα ελληνικά δεδομένα έργου. Πολλές φορές λύσεις έπρεπε να δοθούν από την ντόπια βιομηχανία με την κατασκευή υλικών των, οποίων η προμήθεια, λόγω της διεθνούς κατάστασης, δεν μπορούσε να γίνει από το εξωτερικό. Όλα τα έργα, υπόγεια και υπέργεια, κατασκευάστηκαν με τα χέρια, δεν υπήρχαν ειδικά μηχανήματα άρα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ειδικευμένο προσωπικό, εργάτες ορυχείων άλλων ειδικοτήτων, που μεταφέρθηκαν από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Με την έναρξη των γερμανικών επιθέσεων τα έργα αποπεράτωσης των οχυρών δεν είχαν τελειώσει και υπήρχαν ελλείψεις σε αρκετά υλικά όπως και σε οπλισμό ή προσωπικό που τα είχε απορροφήσει το Αλβανικό μέτωπο. Ο πυλώνας της ελληνικής άμυνας στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο ήταν η γραμμή των οχυρών που πλαισιώνονταν και από δευτερευούσης σημασίας αμυντικά έργα. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή αυτών των έργων έδινε σαφές αμυντικό πλεονέκτημα στους Έλληνες υπερασπιστές τους. Όμως λόγω των απαιτήσεων του ελληνοϊταλικού πολέμου μέχρι και τον Μάρτιο του 1941 πολλοί στρατιώτες και πολεμικό υλικό που βρίσκονταν στα οχυρά μεταφέρθηκαν στην Αλβανία. Το αποτέλεσμα ήταν τα περισσότερα από αυτά την παραμονή της γερμανικής εισβολής να μην είναι πλήρως επανδρωμένα και να έχουν ελλείψεις σε πυροβόλα και πολυβόλα. Επίσης υπήρχε μεγάλη έλλειψη αντιαεροπορικών πυροβόλων και αυτό σε συνδυασμό με την αδυναμία της ελληνικής και της βρετανικής αεροπορίας στην Ελλάδα να καλύψουν από αέρος τα οχυρά σήμαινε ότι αυτά ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα στην εχθρική αεροπορία. Το ότι τα οχυρά άντεξαν τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς της Luftwaffe οφείλεται στην εξαιρετική κατασκευή τους.

Οχυρά από ελληνικά χέρια
Ελληνικά χέρια, ελληνικά λεφτά, ελληνική διευθυντική οργάνωση κι ελληνική τεχνογνωσία, κατασκεύασαν (πριν από πολλές δεκαετίες) ένα μέγιστο τεχνικό έργο: Την οχύρωση των βορείων συνόρων της χώρας, κατασκευασμένη απ’ τον Ελληνικό Στρατό κι απ’ τους Έλληνες μηχανικούς.
Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Μηχανικού του ΓΕΣ, στη συνοριακή γραμμή Ελλάδας – Βουλγαρίας, κατασκευάσθηκαν συνολικά 21 οχυρά. Το καθένα τους ήταν ένα περίκλειστο έργο ικανό να αμυνθεί προς κάθε κατεύθυνση, με επιφανειακά έργα βολής και με ποικίλα άλλα υπόγεια έργα εγκαταστάσεων υποστήριξης (διοικητήριο, θάλαμοι, διαβιβάσεις, μαγειρεία, αποθήκες κάθε είδους, δεξαμενές, νοσοκομείο, συστήματα αερισμού και φωτισμού, αποχετεύσεις κλπ.). Ανάμεσα σε κάθε οχυρό προς τα γειτονικά του και προς τη μεθόριο, είχαν κατασκευαστεί έργα εκστρατείας και θέσεις μάχης για την επιβράδυνση του εχθρού, μαζί με ισχυρά αντιαρματικά κωλύματα, οδικό δίκτυο κλπ.
Συνοπτική παρουσίαση του έργου των οχυρών (1937-1940)
Δαπάνη 1,5 δισεκατομμύριο δραχμές. Μήκος υπογείων στοών 24.000 μ. Μήκος υπογείων καταφυγίων 13.000 μ. Υπόγειες και επιφανειακές εκσκαφές 900.000 κυβ. μ. Τσιμέντο 66.000 τόνοι. Σκυροδέματα 180.000 κυβ. μ. Σιδηροπλισμός 12.000 τόνοι. Σωλήνες αερισμού 17.000 μ. Σωλήνες ύδρευσης 75.000 μ. Σωλήνες αποχέτευσης 24.000 μ. Κάθε σύγκριση με μεγάλα τεχνικά έργα, κάνει τον θαυμασμό μας να μεγαλώνει για το επίτευγμα εκείνο – ιδίως αν ληφθεί υπόψη η διασπορά του έργου σε δυσπροσπέλαστα βουνά, οι δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες (και το κράτος δυσάρεστων πολιτικών συνθηκών). Κι όμως, το δημόσιο αυτό έργο πραγματοποιήθηκε φτηνά, σωστά και γρήγορα! «Τι είχαν παραπάνω εκείνοι οι παππούδες μας, οι πρόγονοί μας, που δεν το έχουμε εμείς; Είχαν ψυχή, είχαν μπέσα, είχαν αγάπη για την πατρίδα πίστευαν σε ιδανικά και αξίες», σημειώνει με έμφαση ο Κώστας Παπακοσμάς και συνεχίζει, «το έργο της κατασκευής των οχυρών αποδείχθηκε μεγαλειώδες και το παραδέχθηκαν ακόμα και οι εχθροί μας. Αν εξαιρέσουμε τα δύο άκρα της Γραμμής των οχυρών (το μεθοριακό Μπέλες και τον Εχίνο/Νυμφαία μετά την εκκένωση της Δυτικής Θράκης), οι Γερμανοί δεν παραβίασαν πουθενά το φράγμα της οχυρωμένης Γραμμής Μπέλες – Νέστος. Ούτε οι βομβαρδισμοί του πολυάριθμου γερμανικού πυροβολικού, ούτε οι βολές με όπλα ευθυτενούς τροχιάς κατάφεραν τίποτα το ουσιώδες. Κι οι φρουρές των οχυρών αυτών μπόρεσαν κατ’ επανάληψη να βγουν στην επιφάνεια, και να εκκαθαρίσουν τα γερμανικά τμήματα που είχαν «επικαθήσει» στον χώρο τους. Όταν μετά την συνθηκολόγηση, ο υποστράτηγος Schneider (επικεφαλής γερμανικής επιτροπής μελέτης της οχύρωσης) θα περπατήσει επί έναν μήνα τη Γραμμή Μεταξά, θα γράψει ότι τα οχυρά αυτά είχαν επιτύχει το βέλτιστον σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ανάλογη οχυρωματική Γραμμή στην Ευρώπη».

 

Πηγή: militaire.gr