ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

Τ. Λυκειάρχη

 

 

Χρόνια τώρα βρίσκεται στην επικαιρότητα η αξιοποίηση της καπναποθήκης της οδού Περδίκκα, που αποκτήθηκε με αρκετά εκατομμύρια. Ήμουν νιος και γέρασα. Και αυτή όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκε κατά πως έπρεπε, αλλά δέχεται την ανηλεή επίθεση του παντοκαταλύτη χρόνου.

Δεν παύει να αποτελεί υπόσχεση αξιοποίησής της κατά τις προεκλογικές περιόδους.

Τελευταία μάλιστα ρίχτηκε η ιδέα να στεγάσει τη μελλοντική κινηματογραφική Σχολή, που θα ιδρυόταν στην πόλη μας. Και οι επίδοξοι σωτήρες του Δήμου δεν έπαυαν να καταναλώνουν αφειδώς φαιά ουσία για το πώς πρέπει να αξιοποιηθεί.

Ειλικρινά με εκπλήσσει και η σκέψη ακόμη για αξιοποίησή της αναλογιζόμενος το υψηλό κόστος, που απαιτείται για να καταστεί αυτή λειτουργική. Υπολογίζω πως τα χρήματα, που θα απαιτηθούν για τη μετατροπή της σε πολιτιστικό πολυχώρο θα είναι πολλαπλάσια αυτών, τα οποία διατέθηκαν για την αγορά της. Και στο τέλος θα μπορούσε να επιτευχθεί ο αξιοπρεπής λειτουργικός της σκοπός;

Αναλογισθήκανε ποτέ, όσοι επιμένουν στην ανάγκη για την αξιοποίηση ενός κτίσματος, που βρίσκεται πάνω σε δύο δρόμους, χωρίς την ύπαρξη του αναγκαίου χώρου στάθμευσης οχημάτων ουκ ολίγων, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για την επίσκεψή του με σκοπό τη λειτουργικότητά του;

Εκ προοιμίου δηλώνω ότι δεν διατίθεμαι εχθρικά προς τα κτίσματα εκείνα, τα οποία συνδέονται στενά με την τοπική οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ιστορία της πολυαίματης αυτής πόλης. Ο σεβασμός μου προς αυτού του είδους τα κτίσματα απεριόριστος.

Όμως άλλη σκέψη τριβελίζει το νου μου. Θα μπορούσε με πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά, που… θα δαπανηθούν για την αξιοποίηση του πιο πάνω κτίσματος να διατεθούν για την ανέγερση ενός καλαίσθητου πολιτιστικού χώρου σε οικόπεδο της εισόδου της πόλης, ώστε πέρα από τις άλλες χρήσιμες λειτουργικές ανάγκες, να απαλείψει την υπάρχουσα ασχήμια, που εμφανίζει η ανατολική είσοδος της πόλης. Η υπάρχουσα οικοπεδική έκταση θα μπορούσε να μετατραπεί σ’ ένα ευπρεπές πάρκο αναψυχής, αλλά και σε χώρο στάθμευσης οχημάτων, όσων θα προσέρχονταν για χρήση του ανεγερθησομένου κτίσματος, το οποίο θα διέθετε αξιοπρεπή υπερσύχρονη σκηνή για θεατρικές, κινηματογραφικές και διαλεκτικές λειτουργίες.

Κι ακόμη σ’ ένα τέτοιο νεόδμητο πολυχώρο πολιτισμού θα μπορούσαν να βρουν στέγη οι πολιτιστικοί σύλλογοι της πόλης, οι οποίοι δυσχεραίνονται στη διατήρηση και συντήρηση γραφείων λόγω οικονομικής δυσπραγίας, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη επαιτείας οικονομικών ψιχίων από το Δήμο.

Έτσι αγαπητοί μου αναγνώστες, πολιτισμός δεν γίνεται. Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε την ιδέα ανέγερσης κτισμάτων σπιρτοκουτιών.

Δεν έχουν να χάσουν όσοι ασχολούνται ενεργά με τα κοινά και υπόσχονται την οικονομική και πολιτιστική αναβάθμιση του τόπου να κάνουν τον κόπο και να επισκεφθούν τις πόλεις Βέροια και Κοζάνη και να μείνουν ενεοί μπροστά στα πολιτιστικά κοσμήματά τους, που κοσμούν τις πόλεις τους.

Είχα την αγαθή τύχη να επισκεφθώ και τις δύο πόλεις. Τη Βέροια ως προσκεκλημένος ομιλητής το 2010 με την ευκαιρία του εορτασμού των 70 χρόνων από το έπος του ’40 του Β’ Σώματος Στρατού και την Κοζάνη στα πλαίσια μιας ολιγοήμερης επίσκεψης προς θέαση. Έμεινα και στις δύο περιπτώσεις έκπληκτος. Και απ’ ό,τι πληροφορήθηκα το μεν κόσμημα της Βεροίας κόστισε 2,2 δισεκατομμύρια, ενώ της Κοζάνης κτίσθηκε με δαπάνη των Κοζανιτών. Πολυώροφα και τα δύο και άξια πολλού θαυμασμού. Ήθελα τα πιο πάνω να τα διατυπώσω από καιρό μήπως και ιδρώσει το αυτί των επίδοξων σωτήρων της πόλης, που λατρεύουν.

Ίσως η σκέψη μου ηχήσει έναυλα στα ώτα κάποιων, που σθεναρώς διατείνονται ότι θα αναλώσουν τις σωματικές και ψυχικές τους δυνάμεις, ώστε η πόλη αυτήν να μην περισπάται, αλλά να οξύνεται.

Κλείνοντας οφείλω, καλέ μου αναγνώστη, ότι δεν διεκδικών οφφίκια. Το έχω δηλώσει και γραπτά και τηλεοπτικά. Αγαπώ και πονώ αυτήν την πόλη, στην οποία λίαν αφιλοκερδώς προσφέρω τις ταπεινές απόψεις μου. Όσοι έχουν αυτιά ας ακούσουν βγάζοντας το βουλοκέρι. Έχω κι άλλες σκέψεις. Θα τις επαναλάβω χωρίς φόβο και πάθος.