ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

τ. Λυκειάρχη

Στο προηγούμενο άρθρο μας με τίτλο «Ο Φθόγγος που μας χρειάζεται» υποσχεθήκαμε ότι θα αναφερθούμε στα πολλαπλά οφέλη, τα οποία μπορούν να προέλθουν από την ανάδειξη και προβολή του αρχαιολογικού πλούτου, που κρύβει ο τόπος μας.

Ασφαλώς ο τόπος μας, εάν αξιοποιηθεί αρχαιολογικά, έχει να μας προσφέρει όχι μόνο πληθώρα αρχαιοτήτων, αλλά και τεράστιας σημασίας όχι μόνο για την τοπική ιστορία, αλλά και την ευρύτερη ελληνική.

Δυστυχώς ο πλούτος αυτός έχει έρθει στο φως κατά το ελάχιστο μέρος του. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν δόθηκε το ενδεδειγμένο ενδιαφέρον από την αρμόδια Κεντρική Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Αν εξαιρέσουμε τις τρίχρονες ανασκαφικές έρευνες, που διεξήγαγε στο νεολιθικό οικισμό των Σιταγρών η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή με επικεφαλής τον Κόλιν Ρένφριου, δεν σημειώθηκε μέχρι σήμερα από την απελευθέρωση της περιοχής μας από τον τουρκικό ζυγό άλλη ανασκαφή έρευνα παρόμοιας έκτασης. Όσες ανασκαφές έγιναν μέχρι σήμερα, ήταν σχεδόν όλες αναγκαστικές, κάτι που το επέβαλε η κατασκευή κοινωνικών έργων.

Με πικρία θα το επισημάνουμε ότι ο κορβανάς της Κεντρικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας είναι φειδωλός, όταν πρόκειται να ανοίξει για την περιοχή μας. Ματαίως, αναμένουμε παρά τις εκκλήσεις και τις κατά καιρούς οχλήσεις, να εγκαταλείψει τη φειδώ, που τον χαρακτηρίζει.

Αν κάποτε συντελεσθεί αλλαγή νοοτροπίας, τότε, χωρίς αμφιβολία, θα οδηγηθούμε σε εκπλήξεις, από τις οποίες θα προκύψουν πολλαπλά οφέλη. Ας δούμε λοιπόν σε αδρές γραμμές αυτά τα οφέλη.

Με την αποκάλυψη του αρχαιολογικού πλούτου, που κρύβει στα σπλάχνα της η ηδωνίδα γη, θα φανεί περίτρανα η αξιόλογη σημασία, που αυτή διαθέτει. Και η αξιόλογη αυτή σημασία θα θωρακίσει τη μακραίωνη ιστορικότητα του τόπου μας.

Παράλληλα θα εμπλουτίσει τη γνώση τη χειροπιαστή των κατοίκων της, ιδιαίτερα, των νέων, κάτι που θα τους προικίσει με τη δυνατότητα της καύχησης για την εξαίρετη καταγωγή τους, καταγωγή, που αποτελεί κόσμημα γι’ αυτούς.

Θα κινήσει ακόμη το ενδιαφέρον των ανθρώπων εκείνων του πνεύματος, που γοητεύονται από τον ελληνικό πολιτισμό, ώστε να προσέρχονται στον τόπο μας για άμεση γνώση και θαυμασμό του πολιτιστικού πλούτου μας.

Η επίσκεψή τους δεν θα είναι επωφελής μόνο για τους ίδιους, αλλά εμφορούμενοι από το χρέος, που τους υπαγορεύει η πνευματική τους ενασχόληση, θα καταστούν θερμουργοί πρεσβευτές, ώστε να προτραπούν οι εμφορούμενοι από το ίδιο πνεύμα για επίσκεψη στον τόπο μας.

Τέτοιες επισκέψεις είναι εύλογο ότι θα γεννήσουν την αγάπη προς τον τόπο μας, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις για τη δημιουργία πόλου έλξης ποιοτικού τουρισμού.

Και μια τέτοια μορφή τουρισμού, πέρα από τα οφέλη τα πολιτιστικά, θα συντελέσει δικαιολογημένα και στην οικονομική αναβάθμιση του τόπου, αναβάθμιση, η οποία θα είναι βεβαιοτέρα από τις άλλες μορφές του τουρισμού χωρίς τη διάθεση υποβάθμισης και αυτών.

Είναι πρόδηλο ότι το συμφέρον του τόπου μας επιβάλλει τον ιστορικό, πολιτιστικό και πνευματικό του εναγκαλισμό, που αναμφίλεκτα προηγείται του εναγκαλισμού, ο οποίος σχετίζεται με το σαρκίον του ανθρώπου.

Τονίστηκε και άλλοτε από τούτη τη στήλη ότι ο άνθρωπος ωφελείται περισσότερο από την ικανοποίηση του πνεύματος, το οποίο καλλιεργούμενο γαληνεύει τα πάθη του, τον καθιστά πιο προσιτό, αποφεύγει τις συγκρούσεις, ειρηνεύει και νιώθει επιτακτική την ανάγκη της προσέγγισης, συμφιλίωσης και συναδέλφωσης.

Τα τελευταία ας τα έχουν υπ’ όψη τους, όσοι με τη θέλησή τους αναλαμβάνουν να διαχειρισθούν τις τύχες των συνανθρώπων τους.

Αν θέλουμε ειρηνική ζωή, καλόν είναι να αποφεύγουμε τον εναγκαλισμό με τον ολέθριο «σίδηρο», που μόνο θρήνο ατελεύτητο προκαλεί και να στραφούμε προς την καλλιέργεια του πνεύματος έχοντας πάντοτε κατά νου τα λόγια του Λατίνου ποιητή Ορατίου: «Μπορεί το αγροίκο Λάτιο να υπέταξε δια των όπλων την Ελλάδα, όμως υπετάγη από αυτήν δια του πνεύματος».