
Γράφει η Πάττυ Κωνσταντινίδου
Γραμματέας Ν.Ε. ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής Δράμας
Η κατάρριψη του μύθου περί «οικονομικού θαύματος» της χούντας
Η 21η Απριλίου είναι μια σκοτεινή επέτειος για τη Δημοκρατία, τους θεσμούς και τη συλλογική μνήμη της χώρας. Κι όμως, ακόμη και σήμερα, επιμένει ένας από τους πιο βολικούς μύθους των νοσταλγών της χούντας: ότι το καθεστώς μπορεί να κατέλυσε τη Δημοκρατία, αλλά «έβαλε τάξη» στην οικονομία, άφησε έργο και παρέδωσε μια χώρα χωρίς χρέη. Η πραγματικότητα είναι ακριβώς αντίθετη. Τα οικονομικά στοιχεία της περιόδου δείχνουν ότι η δικτατορία δεν νοικοκύρεψε την οικονομία. Τη φόρτωσε με χρέη, διεύρυνε τις ανισορροπίες, έκρυψε πλευρές της πραγματικής εικόνας πίσω από λογιστικά τεχνάσματα και μετέφερε το κόστος στους πολλούς.
Η εκτίναξη του δημοσίου χρέους : Το πρώτο και πιο αδιάψευστο στοιχείο είναι η πορεία του δημοσίου χρέους. Το 1966 ανερχόταν σε 32,0 δισ. δραχμές. Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια δικτατορίας, το 1970, είχε σχεδόν διπλασιαστεί, φτάνοντας στα 63,7 δισ. δραχμές. Στο τέλος του 1971 ανήλθε στα 71,4 δισ. δραχμές, ενώ το 1973 έφτασε τα 87 δισ. δραχμές. Το 1974 ανήλθε πλέον στα 114 δισ. δραχμές, δηλαδή στο 20,8% του ΑΕΠ. Ο ισχυρισμός, λοιπόν, ότι η χούντα «δεν άφησε χρέη» δεν είναι απλώς ανακριβής. Είναι κατάφωρα ψευδής

Ο εξωτερικός δανεισμός και η εξάρτηση
Αν το δημόσιο χρέος αρκεί για να αποδομήσει τον σχετικό μύθο, η εικόνα του εξωτερικού δανεισμού είναι ακόμη πιο καταδικαστική. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, από το 1821 έως το 1966, μέσα σε 145 χρόνια, το συνολικό εξωτερικό χρέος είχε διαμορφωθεί στα 1.110 εκατ. δολάρια, από το 1967 έως το 1973, ξεπέρασε τα 2.700 εκατ. δολάρια. Με απλά λόγια, η δικτατορία χρειάστηκε μόνο έξι χρόνια για να καταστήσει το εξωτερικό χρέος της χώρας 1,5 φορά μεγαλύτερο από όσο είχε συσσωρευτεί σε ενάμιση αιώνα ιστορίας. Αυτό δεν είναι οικονομικό επίτευγμα. Είναι έκρηξη δανειακής εξάρτησης.
Η «σταθερότητα» ως λογιστική απάτη
Το αφήγημα της οικονομικής σταθερότητας στηρίχθηκε σε μια εικόνα τεχνητή και σε μεγάλο βαθμό εικονική. Η αύξηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων δεν προέκυπτε από μια ισχυρή παραγωγική οικονομία, αλλά από τον υπέρμετρο εξωτερικό δανεισμό. Οι εργοληπτικές εταιρείες έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη συγκάλυψη του πραγματικού μεγέθους του εξωτερικού δανεισμού κατά την περίοδο της χούντας, αποτελώντας βασικό εργαλείο της λεγόμενης «δημιουργικής λογιστικής» του καθεστώτος. Ο ρόλος τους στη διαδικασία αυτή λειτουργούσε ως εξής:
1.Λήψη δανείων με κρατική εγγύηση: Οι εταιρείες δανείζονταν απευθείας από το εξωτερικό, με την εγγύηση όμως του ελληνικού Δημοσίου
2.Παραχώρηση των δανείων στο κράτος: Στη συνέχεια, οι εταιρείες αναλάμβαναν ως ανάδοχοι την κατασκευή διαφόρων δημόσιων έργων και παραχωρούσαν τα δάνεια που είχαν λάβει στο ελληνικό κράτος. Με αυτή την «πατέντα», τα δάνεια αυτά άλλαζαν λογιστική μορφή και «βαφτίζονταν» εσωτερικά. Συνάφθηκαν δεκάδες τέτοιες συμβάσεις-δάνεια, με αποτέλεσμα το εξωτερικό χρέος να φαίνεται στα χαρτιά ως «εσωτερικό». Δεν υπήρχε, επομένως, ούτε ουσιαστική σταθερότητα ούτε διαφάνεια. Υπήρχε βιτρίνα.
«Ανάπτυξη» για ποιους; Ακόμη και το επιχείρημα ότι «υπήρξε ανάπτυξη» καταρρέει μόλις τεθεί το ερώτημα που κάθε σοβαρή οικονομική ανάλυση οφείλει να θέτει: ανάπτυξη για ποιους, με ποιο κόστος και με ποια διάρκεια;
Το πρόσθετο όφελος σε ρυθμό ανάπτυξης που αποδίδεται στην περίοδο εκείνη ήταν εξαιρετικά χαμηλό, της τάξεως του 0,9% ετησίως σε σχέση με το παρελθόν. Αλλά ακόμη κι αυτό το ισχνό ποσοτικό στοιχείο δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει «θαύμα». Διότι δεν αρκεί να υπάρχει μια ονομαστική μεγέθυνση. Πρέπει να εξετάζεται αν είναι βιώσιμη, αν είναι κοινωνικά δίκαιη, αν μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση για την πλειονότητα των πολιτών.
Και εδώ η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Η όποια ανάπτυξη υπήρξε είχε αντιλαϊκό χαρακτήρα. Το κόστος το επωμίστηκε η μεγάλη μάζα της κοινωνίας, ενώ τα οφέλη κατευθύνθηκαν προς τους λίγους. Οι ανισότητες διευρύνθηκαν, τα συμπτώματα κερδοσκοπίας εντάθηκαν, και η μερίδα των κερδών αυξήθηκε εις βάρος των μισθών στο εθνικό εισόδημα. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι, ενώ οι υπόλοιποι είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να πιέζεται, πολλοί μετανάστευσαν. Αυτή δεν είναι εικόνα υγιούς ανάπτυξης. Είναι εικόνα άνισης και στρεβλής διόγκωσης, που χρησιμοποιήθηκε προπαγανδιστικά για να κρυφτεί η βαθύτερη κοινωνική και οικονομική φθορά.
Το εμπορικό έλλειμμα και η κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας : Η εικόνα συμπληρώνεται από το εμπορικό ισοζύγιο. Η ελληνική οικονομία δεν εμφάνιζε ισχυρή παραγωγική βάση ούτε πραγματική ανταγωνιστικότητα. Αντιθέτως, οι εισαγωγές αυξάνονταν και οι εξαγωγές υστερούσαν. Το 1974 οι εισαγωγές ανήλθαν στα 3,465 δισ. δολάρια, ενώ οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 1,444 δισ. δολάρια. Πρόκειται για ένα τεράστιο εμπορικό έλλειμμα, που δείχνει μια οικονομία ευάλωτη, εξαρτημένη και αδύναμη να στηριχθεί στις δικές της παραγωγικές δυνάμεις. Την ίδια ώρα, οι ξένες παραγωγικές επενδύσεις μειώθηκαν αισθητά και τα κεφάλαια που εισήλθαν κατευθύνθηκαν περισσότερο σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις παρά σε παραγωγική ανασυγκρότηση.
Η αλήθεια απέναντι στην προπαγάνδα
Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα καθαρό συμπέρασμα: η δικτατορία δεν άφησε μια νοικοκυρεμένη οικονομία. Άφησε μια οικονομία βαρύτερη σε χρέη, πιο εξαρτημένη από τον εξωτερικό δανεισμό, πιο πιεσμένη από την ακρίβεια, πιο ευάλωτη στο εμπορικό ισοζύγιο και πιο άνιση κοινωνικά. Γι’ αυτό και ο μύθος περί «οικονομικού θαύματος» δεν είναι μια αθώα υπερβολή. Είναι μια πολιτική κατασκευή, ένα βολικό ψέμα που χρησιμοποιήθηκε για να ξεπλυθεί ο αυταρχικός χαρακτήρας της χούντας.
Το άρθρο αυτό γράφτηκε γιατί, με έκπληξη, σε μια συνάντηση με φίλους άκουσα ξανά αυτές τις ανακρίβειες. Και ακριβώς γι’ αυτό θεώρησα καθήκον μου να ανασκευάσω αυτόν τον μύθο και να πω καθαρά την αλήθεια. Είναι πράγματι ανησυχητικό ότι υπάρχουν ακόμη κάποιοι που πιστεύουν πως η χούντα άφησε πίσω της οικονομικό «θαύμα». Για τον λόγο αυτό έκανα μια μικρή έρευνα στο αρχείο μου, αλλά και σε ό,τι μπόρεσα να βρω στο διαδίκτυο, ώστε να ισχυροποιήσω τα λεγόμενά μου. Γιατί οι αριθμοί δεν λένε ποτέ ψέματα. Και, όταν διαβάζονται σωστά, είναι πιο αντικειμενικοί από κάθε προπαγάνδα. Η δημοκρατική μνήμη δεν είναι τελετουργικό καθήκον. Είναι πράξη ευθύνης. Χωρίς μνήμη, η παραχάραξη γίνεται εύκολη. Χωρίς αλήθεια, οι μύθοι επιστρέφουν μεταμφιεσμένοι σε “ρεαλισμό”. Και χωρίς καθαρό πολιτικό λόγο, αφήνεται χώρος σε όσους θέλουν να παρουσιάσουν το σκοτάδι σαν τάξη και την οικονομική επιβάρυνση σαν επιτυχία. Η Δημοκρατία ζητά καθαρό λόγο. Και ο καθαρός λόγος λέει το αυτονόητο: η χούντα δεν νοικοκύρεψε την οικονομία· τη φόρτωσε με χρέη, στρεβλώσεις, εξαρτήσεις και ανισότητες. Όσοι εξακολουθούν να μιλούν για το δήθεν «οικονομικό θαύμα» της δεν υπερασπίζονται την αλήθεια. Συντηρούν ένα ψέμα που η ιστορία και τα ίδια τα στοιχεία έχουν προ πολλού διαψεύσει.
Δεν μπορεί κανείς να επικαλείται την πατρίδα και ταυτόχρονα να νοσταλγεί τη χούντα. Η δικτατορία δεν υπηρέτησε την πατρίδα. Τραυμάτισε τη Δημοκρατία, πλήγωσε τον Ελληνισμό, δίχασε την κοινωνία και άφησε πίσω της μια βαριά οικονομική και εθνική κληρονομιά. Ο πραγματικός πατριωτισμός είναι δεμένος με την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη λογοδοσία και την ιστορική αλήθεια.
Πηγές
Τα φούμαρα των χουνταίων, Το Ποντίκι, 10/10/2016.
OECD, Economic Surveys: Greece 1975 — στοιχεία για εξωτερικό χρέος, εμπόριο και μακροοικονομικές ανισορροπίες.
World Bank / FRED, Inflation, consumer prices for Greece — στοιχεία για την πληθωριστική επιδείνωση της περιόδου.
World Bank, GDP growth (annual %) – Greece — μακροοικονομικά στοιχεία ανάπτυξης.


