ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

τ. Λυκειάρχη

 

Το είδος και ο τρόπος διατροφής ενός λαού, αναμφίβολα, συγκαταλέγεται στην πολιτιστική του συμπεριφορά, αφού αυτά τα δύο είναι στενά συνυφασμένα με την αντίληψή του για την ευεξία του σώματος, αλλά και για την ποιότητα της ψυχικής ζωής του.

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θα επιχειρήσουμε σε αδρές γραμμές την παρουσίαση του θέματος «διατροφή και τρόπος διατροφής των αρχαίων μας προγόνων».

Στην περιήγηση για την παρουσίαση του θέματος, θα στηριχτούμε:

α. στα ευρήματα των αρχαιολογικών ερευνών,

β. στη διακόσμηση αγγείων και μαγειρικών σκευών

και γ. στις μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, όπως του Πλάτωνος (Συμπόσιο), του Ξενοφώντος (Συμπόσιο), του Αθηναίου (Δειπνοσοφιστές), του Ξενοφώντος πάλι (Κυνηγετικός), του Πλούταρχου (Για το Ψάρεμα), του Οππιανού (Αλιευτικά), του Αριστοφάνη, του Λυσία (Κατά των Σιτοπωλών) κ.α.

Θα εξετάσουμε την πορεία της διατροφής κατά τις μεγάλες χρονικές περιόδους:

Α. Στα Προϊστορικά χρόνια

Τις πληροφορίες μας για τα είδη διατροφής και τον τρόπο της διατροφής τις αντλούμε αποκλειστικά από τις ανασκαφικές έρευνες, αφού, ως γνωστό, λείπουν από αυτήν την περίοδο οι γραπτές μαρτυρίες.

Ας δούμε με τι και πώς διατρεφόταν ο προϊστορικός μας πρόγονος στον κάμπο της Δράμας.

Η διατροφή του ήταν τόσο φυτική, όσο και ζωική.  Οι ανασκαφές στο νεολιθικό οικισμό των Σιταγρών αποκαλύψανε τη γνώση και τη χρήση των δημητριακών, όπως του σιταριού (μονόκκοκου, δίκοκκου), του κριθαριού, του λαθουριού, των φρούτων (φυστικιών, κορόμηλων, δαμάσκηνων, αμυγδάλων), των άγριων σταφυλιών (οι Σιταγροί μας έδωσαν τα αρχαιότερα σπέρματα σταφυλής στο Βαλκανικό χώρο).

Σπόρους από άγριο μπιζέλι μας έδωσε ο νεολιθικός οικισμός του Αρκαδικού, λίγο έξω από την πόλη της Δράμας ύστερα από μικρής έκτασης ανασκαφικές έρευνες.

Μεγάλο μέρος της διατροφής του προϊστορικού μας προγόνου κάλυπτε το ζωικό βασίλειο, αρχικά άγριων ζώων, πτηνών και αλιευμάτων (ψάρια, μύδια, κοχύλια) και αργότερα εξημερωμένων. Ο ποταμός Αγγίτης ήταν άφθονος σε γουλιανούς, σύρτες και μεριάνες, όπως και ο Νέστος. Μάλιστα το βάρος των γουλιανών ήταν αρκετά μεγάλο, όπως αποδεικνύεται από το μέγεθος των οστέινων αγκίστρων, τα οποία έφεραν στο φως οι ανασκαφικές έρευνες στους Σιταγρούς. Το ίδιο συνέβαινε και με τα τενάγη των Φιλίππων.

Συχνή ήταν η διατροφή με το κρέας μικρών ζώων, όπως αιγοπροβάτων, λαγών, χοίρων κ.α.. Το μαρτυρούν τα πολλά οστά μικρών ζώων, που στην πλειοψηφία τους ήταν αρσενικού γένους, αφού η παρουσία πολλών αρσενικών ζώων στο ποίμνιο όχι μόνο δεν θεωρούνταν απαραίτητη, αλλά και επιζήμια, αφού επιβάρυνε τον ιδιοκτήτη για τη διατροφή τους. η παρουσία ελάχιστων ήταν αρκετή για τη διαιώνιση του είδους, κάτι που συμβαίνει και στις ημέρες μας. στο δάπεδο ενός από τα σπίτια, που ανασκάφηκαν στο νεολιθικό οικισμό των Σιταγρών βρέθηκε επίστρωση με οστά καλυμμένη από πηλό.

Αλλά και σε άλλους νεολιθικούς οικισμούς βρέθηκαν οστά μικρών και μεγάλων ζώων. Των μεν μικρών, αφού είχαν κάποια επεξεργασία, χρησιμοποιήθηκαν ως αιχμές βελών, ραφίδες και διατρητήρες, ενώ των μεγάλων για την κατασκευή εργαλείων και για τον διαμελισμό σφαγέντων ζώων.

Από τα σκεύη, που έφεραν στο φως οι αρχαιολογικές έρευνες, πληροφορούμαστε τη χρήση και το περιεχόμενό τους. Συνήθως ήταν οι πήλινες χύτρες, οι ηθμοί (σουρωτήρια) για τα ψυχανθή, τα αγγεία (διακοσμημένα αρχικά με γεωμετρικά σχήματα και στη συνέχεια με νατουραλιστικά θέματα), οι φρουτιέρες, τα μικρά αγγεία για τη χρήση ροφημάτων (κυρίως γάλακτος), τα μεγάλα αγγεία για την αποθήκευση σιτηρών, τα οποία λόγω μεγάλου μεγέθους και για να μην καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του χώρου του σπιτιού, βυθίζονταν στο έδαφος, ενώ το στόμιό τους καλυπτόταν από κυκλικό πήλινο κάλυμμα, αλλά και άλλα τεράστια αγγεία, τα οποία βυθίζονταν στο υπαίθριο έδαφος για τη συγκέντρωση βρόχινου ύδατος.

Στον κάμπο του Καλαμπακίου βρέθηκαν τεράστια τέτοια αγγεία, τα οποία ανέσυραν οι κάτοικοι και τα μετέφεραν στα σπίτια τους για να χρησιμοποιήσουν ως αποθηκευτικούς χώρους σιτηρών. Είδα σ’ ένα σπίτι Καλαμπακιώτη ένα τέτοιο τεράστιο αγγείο και σε ερώτησή μου πόσο υπολογίζει τη χωρητικότητά του, μου απήντησε ότι βάζει μέσα ογδόντα οκάδες σιτάρι.

Κάποια από αυτά τα τεράστια αγγεία βρίσκονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Δράμας, προερχόμενα κυρίως από τον κάμπο του Καλαμπακίου.

Ένα μάλιστα τέτοιο αγγείο κοσμεί γεμάτο με σιτάρι το ομοίωμα του νεολιθικού σπιτιού, που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης μας, δίπλα στο φούρνο, αψευδή μάρτυρα του τρόπου διατροφής του νεολιθικού μας προγόνου (ψήσιμο ψωμιού και μάλιστα σταρένιου). Είναι αποδεδειγμένο ότι ο κάμπος της Δράμας διέθετε πλούσια παραγωγή σιτηρών.